• Archive for 11 Ιουνίου, 2020

    ΚΡΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (Το θέμα των Σχολικών Βιβλιοθηκών της χώρας) Της Ελένης Σεμερτζίδου

    11 Ιουνίου 2020 // Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΚΡΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (Το θέμα των Σχολικών Βιβλιοθηκών της χώρας) Της Ελένης Σεμερτζίδου

    333

    Μιλώντας για τις αρχές από τις οποίες θα πρέπει να διέπεται η χάραξη και η υλοποίηση της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής, θα πρέπει, μάλλον, να συμφωνήσουμε ότι θεμελιακές αρχές, σε μια ευνομούμενη δημοκρατική πολιτεία, αποτελούν η συλλογικότητα και η δημοκρατικότητα στις διαδικασίες χάραξης και εφαρμογής αυτής της πολιτικής, με στόχο να εξασφαλίζεται ο μέγιστος αριθμός δημιουργών, χωρίς αποκλεισμούς ρευμάτων και τάσεων. Μόνο έτσι η πολιτιστική πολιτική είναι ανοιχτή σε νέους ορίζοντες, μέσω της πολλαπλότητας των ιδεολογιών και των διαφορετικών μορφών έκφρασης, που συνδέουν την καθημερινότητα με τον πειραματισμό, τις αναζητήσεις και την καινοτομία. Παράλληλα, βασικό στοιχείο είναι η βούληση και η συναίνεση των κοινωνικών πρωταγωνιστών, ώστε να προκύπτει κάθε φορά, μέσα από συνεργασίες και συγκρούσεις, μια όσμωση και μια ανανέωση των στόχων της εκάστοτε πολιτιστικής πολιτικής.

    Όσο, όμως, η δημοκρατικότητα θα πρέπει να είναι εξασφαλισμένη για τους δημιουργούς, άλλο τόσο θα πρέπει να είναι και για τους χρήστες, ώστε να μπορούν όλα τα τμήματα του πληθυσμού να έχουν πρόσβαση, με τρόπο δημιουργικό, στις πολιτιστικές διαδικασίες των προτιμήσεών τους, γεγονός που συνεπάγεται την ελευθερία των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων να επιλέγουν ανάμεσα σε διαφορετικές ευκαιρίες, και που γεννά, επιπλέον, τη συνειδητή ανάπτυξη και αυτοανάπτυξή τους. Μιλάμε, επομένως, για τη δυνατότητα μιας πολυεπίπεδης πολιτιστικής έκφρασης, και στην αποκέντρωση των πολιτιστικών λειτουργιών, αλλά και στη λήψη των αποφάσεων. Συμπερασματικά, μια σύγχρονη πολιτιστική πολιτική θα πρέπει να προωθεί την ποιότητα της πολιτιστικής ζωής και να αναστρέφει τη φυσική τάση των πολιτών προς τα εντυπωσιακά είδη που καλλιεργούν οι επιφανειακές μόδες και που δεν συμβάλλουν παρά μόνο στην υποβάθμιση και την παρακμή τους.

    Είναι, επομένως, η πολιτιστική πολιτική συμπληρωματικό στοιχείο άλλων πολιτικών ή πρέπει να χαράσσεται και να ασκείται αυτόνομα, βοηθώντας και υποστηρίζοντας τους κλάδους που είναι ουσιώδεις για τη σύγχρονη πολιτιστική ζωή, για την επέκταση της κουλτούρας στο εξωτερικό, για την πολιτιστική ανεξαρτησία της χώρας, αλλά και για τον εκσυγχρονισμό των παρωχημένων πολιτιστικών θεσμών; Αν θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι το κράτος, αφ’ ενός αντιλαμβάνεται τον ιδιαίτερο πολιτιστικό ρόλο του και αφ’ ετέρου βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τις κοινωνικές δυνάμεις που αναπτύσσουν πολιτιστική δραστηριότητα στην κοινωνία, τότε είναι αυτονόητο ότι η κρατική πολιτιστική πολιτική πρέπει να χαράσσεται και να ασκείται αυτόνομα.

    Ας συγκεκριμενοποιήσουμε τώρα την πολιτιστική πολιτική και ας εστιάσουμε στην κρατική πολιτική για το βιβλίο. Η κρατική πολιτική για το βιβλίο κινείται πάνω σε δύο άξονες, στην «πολιτική βιβλίου» και στην «πολιτική ανάγνωσης». Η πολιτική βιβλίου αναφέρεται, κυρίως, στον τομέα της εκδοτικής παραγωγής και της προσφοράς, ενώ η πολιτική ανάγνωσης αναφέρεται στη δημόσια ζήτηση και στον αναγνώστη. Η «ζήτηση» πρέπει να αποτελεί την κύρια φροντίδα κάθε σύγχρονης πολιτικής σχετικά με την πολιτιστική δράση μίας χώρας. Με απλά λόγια, κάθε κρατική πολιτιστική πρωτοβουλία για το βιβλίο οφείλει να συμβάλει στην αύξηση του αριθμού των ατόμων που θέλουν να διαβάζουν βιβλία, κάνοντας το βιβλίο ελκυστικό στους νέους, δείχνοντας τις δυνατότητες της χρήσης του και προκαλώντας τον διάλογο και τη διακίνηση των ιδεών. Βασικό αξίωμα είναι να φτάσει η κοινωνία σε μια διαλεκτική σχέση προσφοράς και ζήτησης, συμφιλιώνοντας την ποιότητα του «προσφερόμενου υλικού» με το μέγεθος του κοινού που αυτό το «υλικό» αγγίζει. Εν ολίγοις, διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού και προσφορά βιβλίων καλύτερης ποιότητας. Αυτό σημαίνει μακροπρόθεσμη οπτική και ένταξη της ανάγνωσης σε μια ολοκληρωμένη πολιτιστική πολιτική.

    Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η κρατική πολιτική οφείλει να εξαρθεί στο επίπεδο της πολιτιστικής προσφοράς. Η συνθήκη αυτή, αφ’ εαυτής επαναφέρει στο προσκήνιο και το πολύπαθο θέμα των Δημόσιων βιβλιοθηκών της χώρας μας, του ρόλου και της προσφοράς τους. Δεν μπορεί από μια ολοκληρωμένη κρατική πολιτική ανάγνωσης να απέχουν οι Βιβλιοθήκες, και, μάλιστα, οι Σχολικές Βιβλιοθήκες. Και, τώρα, θα ήθελα να σας κάνω λιγάκι να ευθυμήσετε, λέγοντάς σας ότι από το έτος 1985 «λειτουργούν» στη χώρα μας Σχολικές Βιβλιοθήκες! Ναι, καλά ακούσατε. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του νόμου 1566/1985, σε κάθε σχολείο πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης «λειτουργεί» σχολική βιβλιοθήκη. Τώρα, το αν υπάρχουν διαθέσιμοι χώροι, το αν υπάρχει ικανοποιητικός αριθμός βιβλίων, με ποια πρότυπα οργανώνονται αυτά και ποιος διαχειρίζεται την οργάνωση και τη λειτουργία αυτών των «βιβλιοθηκών», δεν φαίνεται να απασχόλησε ποτέ ιδιαίτερα το Υπουργείο Παιδείας. Φτάνει που στον νόμο αναφέρεται ο όρος «Σχολικές Βιβλιοθήκες»! Μάλλον, τα Υπουργεία Παιδείας αυτής της χώρας θεωρούν ότι μια συλλογή βιβλίων στα δημόσια Ελληνικά σχολεία ονομάζεται «Βιβλιοθήκη»! Οι Σχολικές Βιβλιοθήκες, αν και θα έπρεπε να αποτελούν το θεμέλιο της πολιτικής βιβλίου και της δημόσιας ανάγνωσης του Ελληνικού Κράτους, καθώς και κεντρικό άξονα στήριξης της Παιδείας και της Δημοκρατίας, απαξιώθηκαν συστηματικά, όλα αυτά τα χρόνια, γιατί η αρχική υπέρβαση του νόμου, πολύ γρήγορα κατάντησε τραγέλαφος! Ο Νόμος 1566/1985 προέβλεπε, σε ένα δεύτερο επίπεδο, η σχολική βιβλιοθήκη να είναι ανοιχτή όχι μόνο στους μαθητές και τους διδάσκοντες, αλλά και στους κατοίκους της περιοχής. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια σημαντική θεσμική πρόταση που θα βελτίωνε τους δεσμούς της σχολικής κοινότητας με την ευρύτερη κοινότητα που την περιβάλλει, καλύπτοντας ευρύτερες αναγνωστικές ανάγκες και τονώνοντας το αίσθημα φιλαναγνωσίας, αν βέβαια το Υπουργείο Παιδείας ελάμβανε υπόψιν του κάποιες προδιαγραφές, μέσα στις οποίες περιλαμβάνεται και το προσωπικό της βιβλιοθήκης. Στο σημείο αυτό, ο νόμος όριζε ως υπεύθυνο της σχολικής βιβλιοθήκης έναν εκπαιδευτικό του σχολείου, χωρίς, όμως, να τον απαλλάσσει από άλλα καθήκοντα και χωρίς να έχει καμία επιστημονική γνώση όσον αφορά τη σύγχρονη οργάνωση μιας σχολικής βιβλιοθήκης. Βέβαια, ο νομοθέτης, αντιλαμβανόμενος το κενό, προσθέτει στην τελευταία παράγραφο του άρθρου αυτού (Ν. 1566/85, αρ. 43) τη «δυνατότητα» σύστασης θέσεων Βιβλιοθηκονόμων, αλλά η έννοια της δυνατότητας βρίσκεται πολύ μακριά από την ενδεικνυόμενη ρύθμιση υποχρεωτικού χαρακτήρα. Η χρηματοδότηση των σχολικών βιβλιοθηκών ορίζεται, με βάση τον νόμο 1566, ότι πραγματοποιείται μέσω των νομαρχιών και η επιλογή των βιβλίων που θα εμπλουτίζουν τη βιβλιοθήκη γίνεται από κατάλογο που θα προετοιμάζει ειδική επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας. Στην πράξη, όμως, αυτές οι ρυθμίσεις προσέκρουσαν σε μεγάλα εμπόδια. Ένα χρόνο αργότερα αποφασίζεται με υπουργική απόφαση [Υπ. Απ. Αρ. Γ2/577 της 10.2./24.4.1986 (ΦΕΚ Β΄ 246)], η ίδρυση και η λειτουργία, σε κάθε γυμνάσιο και λύκειο, βιβλιοθήκης για το εκπαιδευτικό προσωπικό, με στόχο «να βοηθήσει το προσωπικό αυτό στο διδακτικό του έργο», και η λειτουργία ανατίθεται στον διευθυντή του σχολείου. Και πάλι καμία μέριμνα για τις προδιαγραφές σύστασης, οργάνωσης και σωστής στελέχωσης μιας σχολικής βιβλιοθήκης.

    Μετά από όλα αυτά, αναρωτιέμαι ως πότε η σκανδαλώδης εφαρμογή ρηχών πολιτικών στις δραστηριότητες της κουλτούρας και της πληροφόρησης θα ταλανίζουν τον κλάδο μας, τον κλάδο, δηλαδή, των Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων Πληροφόρησης, και θα επαληθεύουν τις τρομερότερες προφητείες εκείνων που φοβούνται την είσοδο της εκάστοτε κυβέρνησης στις πολιτιστικές δραστηριότητες του τόπου μας;

    Η Ελένη Σεμερτζίδου είναι Βιβλιοθηκονόμος στην Ιατρική Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ, Δρ. Λογοτεχνίας και Πρόεδρος του Περιφερειακού Τμήματος της Ένωσης Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων Βορείου Ελλάδος

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ