• Archive for Φεβρουαρίου 6th, 2011

    Ο ΚΥΚΝΟΣ, ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΒΑΖΟ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ

    6 Φεβρουαρίου 2011 // 2.937 Comments »

    Ο ΚΥΚΝΟΣ, Ο ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ

    Επιμέλεια – απόδοση: Δρ. Πασχάλη Α. Χριστοδούλου

    Συζητούσα μ΄ ένα φίλο μου με αφορμή το πέρασμα των Χριστουγέννων για το αίσθημα μελαγχολίας και μοναξιάς που μας καταλαμβάνει όταν σβήσουν τα φώτα της γιορτής. Του απήγγειλα τότε τους πρώτους στίχους στα γαλλικά του ποιήματος του SULLY PRUDHOMME, O KYKNOΣ, LE CYGNE, από την συλλογή του LES SOLITUDES (Οι μοναξιές) και το ποίημα του ιδίου LE VASE BRISE` (το ραγισμένο βάζο). Επειδή έδειξε ενδιαφέρον παραθέτω τα δύο προαναφερθέντα ποιήματα. Παραθέτω επίσης σύντομο βιογραφικό σημείωμα του ποιητή. Σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές (15.1.2010) πήγα στο Γαλλικό Ινστιτούτο, όπου διάβασα σ΄ένα Λεξικό (Dictionnaire des ecrivains de la langue francaise. Larousse 1984,1994) (Λεξικό των συγγραφέων της γαλλικής γλώσσας) πρόσθετες πληροφορίες για τον ποιητή.

    Θα ήθελα να αφιερώσω αυτό το κείμενο στην ιερή μνήμη του Πάντη Χριστοφορίδη (1917-2003), πτυχιούχου Νομικής, Βιομηχάνου, Συμβούλου και μέντορά μου, που με εμύησε στην ποίηση του SULLY PRUDHOMME. Ο ίδιος ήξερε να απαγγέλλει τα ποιήματα LE CYGNE και LE VASE BRISE` από στήθους: Ήταν επίσης βιρτουόζος παίκτης του πιάνου. Είχε σπουδάσει όταν ήταν παιδί σε καθολικό σχολείο στο Βέλγιο. Ήξερε άριστα γαλλικά, αγγλικά και λατινικά. Το ποίημα LE VASE BRISE` το είχαμε μεταφράσει μαζί το 1984 και έχει κάποια ομοιοκαταληξία. Τo άλλo ποίημα Ο ΚΥΚΝΟΣ το μετέφρασα κατά γράμμα, ενώ βέβαια, τα πρωτότυπα έχουν ρυθμό και ομοιοκαταληξία ανέφικτη στην μετάφραση (Traduction c΄est trahison). Η μετάφραση είναι προδοσία. Θα ήθελα να σημειώσω το θετικό για την μοναξιά ότι γίνεται αφορμή για πνευματική δημιουργία «Τοις μοναχικοίς μακαρία ζωή εστί» λέγει ένας Πατέρας της Εκκλησίας μας.

    ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΒΑΖΟ

    του SULLY PRUDHOMME

    Το βάζο όπου σβήνει μια βερβένη

    έχει από μια βεντάγια ραγιστεί,

    τ” άγγιγμα τόσο λαφρύ είχε γίνει,

    κανένας κρότος δεν είχε ακουστεί.

    Το κτύπημα εκείνο το μικρό

    δαγκώνοντας το κρύσταλλο σιγά,

    προχώραγε βουβά μα σταθερά,

    ζώνοντας το ολότελα τριγύρω.

    Σταλιά σταλιά το δροσονέρι φεύγει

    και τ” άνθη έχουνε πια ξεραθεί,

    σε υποψία κανείς δεν έχει μπει,

    ραγίστηκε δεν πρέπει ν” αγγιχτεί!

    Έτσι κάποτε χέρι αγαπημένο

    ανύποπτα πληγώνει τη καρδιά,

    κι εκείνη μονάχη της σπαρταρά,

    κλαίγοντας τον καιρό τον περασμένο.

    Ανέγγιχτη καθώς την βλέπουν όλοι

    νιώθει βαθιά σαν μαχαιριά

    το τραύμα που τη χτύπησε σα βόλι

    ραγίστηκε μην την αγγίχτε πιά!

    Μετάφραση : Πάντη Χριστοφορίδη – Πασχάλη Χριστοδούλου (1984)

    Ο ΚΥΚΝΟΣ

    Sully Prudhomme (1839-1907)

    Αθόρυβα, κάτω από τον καθρέπτη της βαθιάς και ήρεμης λίμνης

    Ο κύκνος κυνηγά τη σκιά με τα φαρδιά του πέλματα

    και γλιστρά. Το χνούδι των φτερών του μοιάζει

    με τα χιόνια τ’ Απρίλη που λιώνουν στον ήλιο

    αλλά σταθερά μ’ ένα αδρό λευκό, που δονείται στο ζέφυρο

    τα μεγάλα του φτερά τον σπρώχνουν σαν ένα αργό ιστιοφόρο.

    Σηκώνει τον ωραίο του λαιμό πάνω από τα καλάμια,

    τον βυθίζει, τον περιφέρει τεντωμένο πάνω από τα νερά,

    τη χαριτωμένη καμπύλη σαν ένα προφίλ λουλουδιού

    και κρύβει το μαύρο του ράμφος στο αστραφτερό του στήθος

    ταξιδεύει σε λίγο δίπλα στα πεύκα τα σκιερά και ειρηνικά

    κι αφήνοντας τα πυκνά χόρτα πίσω του

    να σέρνονται σαν ουρά κομήτη,

    πορεύεται με μια αργή και νωχελική χάρη.

    Το σπήλαιο όπου ο ποιητής ακούει αυτό που νιώθει,

    και η πηγή που κλαίει έναν αιώνιο απόντα,

    του αρέσουν, εκεί τριγυρνά, ένα φύλλο ιτιάς

    που πέφτει σιωπηλά αγγίζει τον ώμο του.

    Σε λίγο φεύγει στ’ ανοιχτά μακριά από το δάσος το σκοτεινό,

    υπέροχος πλοηγώντας προς το μέρος το γαλάζιο,

    διαλέγει, για να γιορτάσει τη λευκότητα του που θαυμάζει,

    τη θέση την εκθαμβωτική όπου ο ήλιος καθρεπτίζεται.

    Μετά όταν οι όχθες του νερού δε διακρίνονται πια,

    στην ώρα που κάθε μορφή είναι ένα δυσδιάκριτο φάσμα

    όπου ο ορίζοντας σκοτεινιάζει σε μια μακριά ερυθρή γραμμή

    τότε που ούτε ένα σχοίνο ούτε ένα βούρλο δεν κουνιέται

    τότε που τα βατράχια στον ήρεμο αέρα θορυβούν

    που οι πυγολαμπίδες στο φεγγαρόφωτο φανερώνονται,

    ο κύκνος, στη σκοτεινή λίμνη όπου αντανακλά

    τη λαμπρότητα μιας νύχτας έναστρης –και μενεξεδένιας,

    σαν ένα ασημένιο βάζο ανάμεσα στα διαμάντια

    κοιμάται, με το κεφάλι κάτω από το φτερό, ανάμεσα

    σε δύο ουρανούς.

    Μετάφραση: Π. Χριστοδούλου

    SULLY PRUDHOMME (1839-1907)

    Ποιητής και φιλόσοφος Παρνασσιστής, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας (1881-1907), βραβείο Nobel Λογοτεχνίας (1901), το πρώτο που δόθηκε, ο Sully Prudhomme ήταν μια μεγάλη μορφή των γραμμάτων στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ο αιώνα. Γεννήθηκε στο Παρίσι. Είχε σπουδάσει μηχανική και φιλολογία. Ενώ κατευθυνόταν στην αρχή προς μια καριέρα στην βιομηχανία, διάλεξε την νομική επιστήμη και ετοιμαζόταν να γίνει συμβολαιογράφος που όμως εγκαταλείπει για να αφοσιωθεί στην λογοτεχνία.

    Από τα 20 ταυτόχρονα – εργαζόταν τότε ως μηχανικός στην εταιρεία Schneider, – είχε αρχίσει να γράφει στίχους και άρχισε την μετάφραση του De natura rerum1 του Λουκρητίου (δημοσιεύτηκε το 1869 μ” ένα μακρύ δικό του πρόλογο). Μεγάλος αριθμός των ποιημάτων του δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Parnasse contemporain (Σύγχρονος Παρνασσός) εκδίδοντας τα έργα του Stance et poemes2 (1865), Les Epreuves3 (1866), les Εcuries dAugias4, les Solitudes5 (1869), le Croquis italiens6 (1872), les Destins7 (1872).

    O πόλεμος Γαλίας – Γερμανίας του 1870 στον οποίο συμμετέχει είναι η πηγή γι” αυτόν νέας έμπνευσης: Impressions de la guerre8 (1872) France (1874) και διάφορα ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο le Prisme10 και Epaves11 (1908).

    Aυτός ο Sully Prudlomme – μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας ήδη από το 1881, που τον στεφανώνει το βραβείο Nobel λογοτεχνίας το 1901: θαυμαζόμενος, τιμώμενος, αναφερόμενος στις ποιητικές ανθολογίες, ιδίως για το περίφημο «Vase brise» που παραθέτουμε, γίνεται ένα είδος σοφού, μια τιτλούχος θεότητα των γραμμάτων.

    Από τον Παρνασσό στην φιλοσοφική ποίηση το πέρασμα ήταν εύκολο: από τις πρώτες συλλογές του Sully Prudhomme διαπιστώνουμε ένα αίσθημα προτίμησης για τις αλληγορίες και τα σύμβολα.

    Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο μεγάλος μας εθνικός ποιητής Κωστής Παλαμάς τον είχε ως πρότυπο και ακολουθούσε τον τρόπο γραφής του.

    Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Παρνασσισμός είναι μια Σχολή στην λογοτεχνία όπου έπεται του ρομαντισμού και προηγείται του συμβολισμού και χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και διαύγεια στη διατύπωση αντίστοιχη μ” εκείνη των θετικών επιστημών.

    1. Για την φύση των πραγμάτων

    2. Στροφές και ποιήματα

    3. Δοκίμια

    4. Οι στάβλοι του Αυγεία5. Οι μοναξιές

    6. τα ιταλικά σχεδιάσματα

    7. Τα πεπρωμένα

    8. Εντυπώσεις από τον πόλεμο

    9. Γαλλία

    10. Το πρίσμα

    11. Τα σκύβαλα

    12. Μάταιες τρυφερότητες

    13. Η δικαιοσύνη


    LE CYGNE

    de Sully Prudhomme

    Sans bruit, sous le miroirdes lacs profonds et calmes,

    Le cygne chasse l’onde avec ses larges palmes

    Et glisse. Le duvet de ses flancs est pareil

    A des neiges d’avril qui croulent au soleil,

    Mais ferme et d’un blanc mat, vibrant sous lezéphire,

    Sa grande aile l’entraîne ainsi qu’un lent navire.

    Il dresse son beau col au-dessus des roseaux,

    Le plonge, le promène allongé sur les eaux,

    Le courbe gracieux comme un profil d’acanthe

    Et cache son bec noir dans sa gorge éclatante.

    Tantôt le long des pins, séjour d’ombre et de paix,

    11 serpente, et, laissant les herbages épais

    Traîner derrière lui comme une chevelure,

    Il va d’une tardive et languissante allure,

    La grotte où le poe’te écoute ce qu’il sent,

    Et la source qui pleure un éternel absent,

    Lui plaisent, il y rôde ; une feuille de saule

    En silence tombée effleure son épaule.

    Tantôt il pousse au large, et, loin du bois obscur,

    Superbe, gouvernant du côté de l’azur,

    Il choisit, pour fêter sa blancheur qu’il admire,

    La place éblouissante où le soleil se mire.

    Puis, quand les bords de l’eau ne se distinguent plus,

    A l’heure où toute forme est un spectre confus,

    Où l’horizon brunit rayé d’un long trait rouge,

    Alors que pas un jonc, pas un glaïeul ne bouge,

    Que les rainettes font dans l’air serein leur bruit,

    Et que la luciole au clair de lune luit,

    L’oiseau, dans le lac sombre où sous lui se reflète

    La splendeur d’une nuit lactée et violette,

    Comme un vase d’argent parmi des diamants

    Dort, la tête sous l’aile, entre deux firmaments.


    LE VASE BRISÉ

    de Sully Prudhomme

    Le vase où meurt cette verveine

    D” un coup d” éventail fut brisé,

    Le coup dut e effleurer à peine

    Aucun bruit ne l’a révélé

    Mais la légère meurtrissure,

    Mordant le cristal chaque jour

    De sa marche invisible et sûre

    En a fait lentement le tour.

    Son eau fraîche a fui goutte à goutte,

    Le suc de fleurs s” est épuisé,

    Personne encore ne s” en doute,

    N’y touchez pas, il est brisé.

    Ainsi parfois la main qu” on aime,

    Effleurant le coeur, le meurtrit,

    Puis le coeur se fend de lui-même,

    La fleur de son amour périt.

    Toujours intact aux yeux du monde

    Il sent croître et pleurer tout bas

    Sa blessure fine et profonde,

    Il est brisé, n’y touchez pas.

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΙΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ