• Archive of "ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ" Category

    Ο ΟΡΦΕΑΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΝΗΣΟΣ ΤΗΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ

    10 Μαρτίου 2011 // 3.640 Σχόλια »

    εισηγητής Πασχάλης Α. Χριστοδούλου, δρ. χημικός μηχανικός

    Η Σαμοθράκη εθεωρείτο ιερό νησί για πολλούς αιώνες κατά την αρχαιότητα, λόγω των Καβειρίων Μυστηρίων που οργάνωναν οι Θράκες. Οι μεγάλοι τής κάθε εποχής θεωρούσαν τιμή τους να επισκεφθούν το νησί και να μυηθούν σε αυτά.

    Ο Ορφέας εμύησε τους Αργοναύτες στα μυστήρια της «ζαθέης» (ιερής) Σαμοθράκης, τα οποία χαρακτηρίζει «όργια φρικτά θεών άρρητα βροτοίσιν» (φρικτές ιεροτελεστίες των θεών, οι οποίες είναι απόρρητες στους ανθρώπους) [1] [2].

    Κατά τον Αχιλλέα Σαμοθράκη: «Ο Ορφεύς έλαβε μέρος εις την Αργοναυτικήν εκστρατείαν. Κατά τον πλουν τρομερά θύελλα εξεγερθείσα κατά τα θρακικά παράλια, παρ’ ολίγον να καταβυθίσει την Αργώ. Αλλά διά της επικλήσεως υπό του Ορφέως των θεών της Σαμοθράκης, η θύελλα εκόπασε και η Αργώ υπό τους μαγικούς ήχους της λύρας του γλιστρούσε στην ατάραχη θάλασσα» [3] σελ. 395.

    Ο μεγάλος μύστης αφιέρωσε τρεις ύμνους στους θεούς της Σαμοθράκης, ο ένας του Κορύβαντος, και δύο ύμνους των Κουρήτων. Παραθέτουμε τον ένα ύμνο των Κουρήτων, στον οποίο αναφέρεται δύο φορές η Σαμοθράκη, η ιερή γη, η κατοικία των Κουρήτων που είναι άνακτες της Σαμοθράκης.

    Στο ερώτημα, αν οι Κουρήτες είναι ταυτόσημοι με τους Καβείρους, ο ύμνος που παρατίθεται και τους ταυτίζει με τους Διόσκουρους, που θεωρούνται επίσης ότι είναι Κάβειροι, απαντά θετικά [3] σελ. 279 και [8].

    Οι Κουρήτες για τους ορφικούς ήσαν πνεύματα (προσωποποίηση ανέμων), ευεργετικοί για τους ανθρώπους, αλλά και ολέθριοι. Ο ύμνος είναι μία προσευχή προς αυτούς, ώστε να δείχνουν πάντα το καλό τους πρόσωπο στους θνητούς [4] σελ. 62.

    Σύμφωνα με τον Αχιλλέα Σαμοθράκη, το όνομα των Καβείρων «απαντάται κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα, έν τινι αποσπάσματι του Πινδάρου» [3] σελ. 277. Αυτό αποτελεί μία επιπλέον ένδειξη ότι οι Ορφικοί Ύμνοι έχουν συνταχθεί ενωρίτερα (βλέπε χρονολόγηση των ορφικών ύμνων) [5].

    Η Φύλις Λέμαν (Phyllis Lehman), Αμερικανίδα αρχαιολόγος (1912-2004), γνωστή κυρίως για το ανασκαφικό έργο της στη Σαμοθράκη μαζί με τον σύζυγό της Καρλ Λέμαν (†1960), διευθυντή των ανασκαφών στη Σαμοθράκη, ανακάλυψαν το 1950 το χαμένο δεξί χέρι της περίφημης Νίκης του Μουσείου του Λούβρου, καθώς και τα θραύσματα των δακτύλων του. Το δεξί χέρι με τα δάκτυλα τοποθετήθηκε σε ειδική βιτρίνα στο Λούβρο ως μόνιμο δάνειο από το Αρχαιολογικό Μουσείο της Σαμοθράκης [7].

    Από προσωπική μου πληροφορία, τη δεκαετία του 1950-60, είδα να εκτίθεται το χέρι της Νίκης και αργότερα το ανάγλυφο με παράσταση αρχαίου χορού που έστειλε το Μουσείο του Λούβρου αντί του χεριού στο Μουσείο της Σαμοθράκης.

    Ίσως αυτός ο χορός που παριστάνει το ανάγλυφο να είναι απόηχος του χορού των Κουρήτων που αναφέραμε πριν [7].

    Και οι Κρήτες Κουρήτες χόρευαν τον αρχαιότατο χορό. Ο αρχαίος κρητικός πυρρίχιος, τον οποίο εκτελούσαν ένοπλοι, με κινήσεις που θύμιζαν μάχη, είναι απόρροια του χορού των Κουρήτων. Έπειτα, οι κορυβαντιώντες Κρήτες/Κουρήτες, με τις εκατοντάδες αποικίες τους, μεταλαμπάδευσαν τη μουσική τους σε όλον τον κόσμο. Τέλος, η πυρρίχη χορευόταν και από τους, επίσης Δωριείς, Λάκωνες. Κατά την παράδοσή τους, τον χορό αυτό τον είχαν διδαχθεί από τους διδύμους, Κάστορα και Πολυδεύκη, στους οποίους δίδαξε το χορό η ίδια η θεά του πολέμου Παλλάς Αθηνά. Τα Σπαρτιατόπουλα ήσαν υποχρεωμένα να διδάσκονται το χορό αυτόν από την ηλικία των 5 ετών [4].

    Θυμίζει όμως και τους σύγχρονους δημοτικούς που χορεύονται κυκλικά με τους χορευτές πιασμένους χέρι-χέρι με έναν επικεφαλής να οδηγεί το χορό.

    Ο σύγχρονος με τον γρήγορο ρυθμό χορός της Σαμοθράκης «γιαρ-γιαρ» μπορεί να είναι επίσης απόηχος εκείνου του αρχαίου πυρρίχιου, του χορού των Κουρήτων που χόρευαν στα Καβείρια Μυστήρια.

    Κ ο υ ρ ή τ ω ν

    θυμίαμα λίβανον.

    Χαλκόκροτοι Κουρήτες, Αρήια τεύχε’ έχοντες,

    ουράνιοι χθόνιοί τε καί εινάλιοι, πολύολβοι,

    ζωιoγόνοι πνοιαί, κόσμου σωτήρες αγαυοί,

    οίτε Σαμοθράικην, ιερήν χθόνα, ναιετάοντες

    κινδύνους θνητών απερύκετε ποντοπλανήτων·

    υμείς και τελετήν πρώτοι μερόπεσσιν έθεσεθε,

    αθάνατοι Κουρήτες, Αρήια τεύχε’ έχοντες·

    νωμάτ’ Ωκεανόν, νομάθ’ άλα δένδρεά θ’ αύτως·

    ερχόμενοι γαίαν κοναβίζετε ποσσίν ελαφροίς,

    μαρμαίροντες όπλοις· πτήσσουσι δε θήρες άπαντες

    ορμώντων, θόρυβος δε βοή τ’ εις ουρανόν ίκει

    ειλιγμοίς τε ποδών κονίη νεφέλας αφικάνει

    ερχομένων· τότε δη ρα και άνθεα πάντα τέθηλε.

    δαίμονες αθάνατοι, τροφέες και αύτ’ ολετήρες,

    ηνίκ’ αν ορμαίνητε χολούμενοι ανθρώποισιν

    ολλύντες βίοτον και κτήματα ηδέ και αυτούς

    πιμπλάντες, στοναχεί δέ μέγας πόντος βαθυδίνης,

    δένδρη δ’ υψικάρην ‘ εκ ριζών ες χθόνα πίπτει,

    ηχώ δ’ ουρανία κελαδεί ροιζήμασι φύλλων.

    Κουρήτες Κορύβαντες, ανάκτορες ευδύνατοί τε

    εν Σαμοθράικηι άνακτες, ομού <δέ> Διόσκοροι αυτοί,

    πνοιαί αέναοι, ψυχοτρόφοι, αεροειδείς,

    οίτε και ουράνιοι δίδυμοι κλήιζεσθ’ εν Ολύμπωι,

    εύπνοοι, εύδιοι, σωτήριοι ηδέ προσηνείς,

    ωροτρόφοι, φερέκαρποι επιπνείοιτε άνακτες.

    Τ ω ν Κ ο υ ρ ή τ ω ν

    θυμίαμα με λίβανο.

    Χαλκοκυμβαλοκρούστες Κουρήτες, με τα Άρεια όπλα,

    ουράνιοι και γήινοι και θαλασσινοί, πανευτυχείς,

    ω ζωογόνες πνοές, του κόσμου μεγαλόπρεποι σωτήρες,

    εσείς που κατοικούντες την Σαμοθράκη, την ιερή γη,

    απομακρύνετε θαλασσοπλάνητων θνητών τους κινδύνους·

    εσείς πρώτοι θεσπίσατε για τους ανθρώπους την τελετουργία,

    αθάνατοι Κουρήτες, με τα Άρεια όπλα·

    εσείς κινείτε τον Ωκεανόν, κινείτε τη θάλασσα ως και τα δέντρα·

    σαν φτάνετε στη γη αντηχείτε με πόδια ανάλαφρα,

    απαστράπτοντες με τα όπλα· κρύβονται όλα τ’ αγρίμια

    καθώς ορμάτε, θόρυβος και βουή ανέρχεται στον ουρανό

    κι απ’ τα στριφογυρίσματα των ποδιών φτάνει στα νέφη η σκόνη

    ως έρχεσθε· τότε λοιπόν και τ’ άνθη όλα ανθίζουν.

    ω αθάνατες θεότητες, τροφείς συνάμα και εξολοθρευτές,

    κάθε που ορμάτε χολωμένοι στους ανθρώπους

    τον βίο και τα κτήματα αφανίζοντας κι αυτούς τους ίδιους

    καίγοντάς τους, στενάζει η βαθυστρόβιλη μεγάλη θάλασσα,

    τα δέντρα τα υψηλόκορφα απ’ τις ρίζες πέφτουνε στη γη,

    και η ουράνια ηχώ αντηχάει στους θρόους των φύλλων.

    Κουρήτες Κορύβαντες, άρχοντες και πανίσχυροι

    στη Σαμοθράκη βασιλιάδες, μαζί και Διόσκουροι οι ίδιοι,

    αέναες πνοές, ζωογόνες, αερόμορφες,

    που και ουράνιοι δίδυμοι ονομάζεστε στον Όλυμπο

    εύπνοοι, ήσυχοι, σωτήριοι και προσηνείς,

    εποχοτρόφοι, καρποφόροι ας επιπνέετε ω άνακτες.

    Αντί σχολίων στον Ύμνο, παραθέτουμε αποσπάσματα από το Λεξικό του Αχιλλέως Θ. Σαμοθράκη (1876-1944), λήμμα «Καβείρια μυστήρια» [3], [6].

    «… Οι Κάβειροι είναι ελληνικαί θεότητες, των οποίων η καταγωγή, η αληθής φύσις και αι διάφοροι μεταμορφώσεις παρέχουν εις τον ιστορικόν των αρχαίων θρησκευμάτων έν(α) των μάλλον σπουδαίων και δυσεπιλύτων προβλημάτων. Το όνομα αυτών κατά πρώτην φοράν απαντάται κατά τον 4ον π.Χ. αιώνα έν τινι αποσπάσματι του Πινδάρου. Και μέχρι μεν των χρόνων του Επαμεινώνδου συγχέονται μετά των πολυπληθών δαιμόνων, ως εκπροσωποποίησις των φυσικών δυνάμεων, από της εποχής όμως ταύτης μέχρι της πτώσεως του παγανισμού, λαμβάνουν ίσην θέσιν, αν όχι υπερτέραν προς τας μάλλον εξόχους προσωπικότητας του Ελληνικού Πανθέου…».

    Οι Κάβειροι δαίμονες της υλικής φύσεως

    «… Οι Κάβειροι ανήκουν εις την ιδίαν τάξιν των θεοτήτων, εις την οποίαν οι Κουρήτες και οι Κορύβαντες της Φρυγίας, οι Δάκτυλοι του όρους Ίδης και οι Τελχίνες της νήσου Ρόδου. Ήτοι, είναι θεότητες εκπροσωπούσαι κοσμικήν τινα δύναμιν.

    Η μάλλον ορθή της λέξεως ετυμολογία είναι εκ του ρήματος «καίειν». Άλλως τε και απ΄ ό,τι γνωρίζομεν περί της υπάρξεως αυτών απ΄αρχής της λατρείας και των τόπων οπόθεν έλαβον την καταγωγήν των, συνάδει υπέρ της ερμηνείας ταύτης. Ως πρώτην δε κοιτίδα της λατρείας αυτών, δέον να αναζητήσωμεν τα ορεινά της Τρωάδος μέρη και τας νήσους του Θρακικού Πελάγους, γειτνιαζούσας προς τα Φρυγικά παράλια, την Λήμνον, Ίμβρον και Σαμοθράκην…

    …Τους Αργοναύτας διερχομένους εκ Λήμνου, υπεδέχθησαν οι Κάβειροι ενθαρρύναντες αυτούς τα μέγιστα επί τον αγώνα.

    Ως πνεύματα δε του υπογείου πυρός, το οποίον ζωογονεί την βλάστησιν και ευδοκίμησιν της αμπέλου, θεωρούνται γενικώς ως πνεύματα της γονιμότητος…

    … Η λατρεία των Καβείρων εισήχθη εις την κυρίως Ελλάδα υπό των Πελασγών, ως μαρτυρεί ο Ηρόδοτος λέγων: «Τα Καβείρων όργια τα Σαμοθρήϊκες επιτελέουσι παραλαβόντες παρά Πελασγών» (11, 51). Ήτο δε διαδεδομένη καθ’ όλην την Ελλάδα, ιδία δε εν Βοιωτία, η οποία απέβη έν(α) των κυριωτέρων κέντρων αυτής, όπου διετηρήθη και επί περισσότερον χρόνον παρά εν τη λοιπή Ελλάδι. Η κυρίως όμως έδρα της λατρείας των Καβείρων, η διατηρήσασα μέχρι των Ελληνικών και Ρωμαϊκών χρόνων την αρχαίαν ακμήν και αίγλην ήτο η σειρά των νήσων από της Ευβοίας μέχρι του Ελλησπόντου. Τούτο αποτελεί την ισχυροτάτην απόδειξιν, ότι η Καβειρική λατρεία ήτο καθαρώς Πελασγική, και επομένως αυτόχθων, μη εισαχθείσα υπό των εν Θάσω Φοινίκων…».

    Οι Κάβειροι ως δαίμονες βοηθοί

    «… Ο Αισχύλος μας παριστά τους Καβείρους ως υπηρέτας του Διονύσου και του Ηφαίστου, περιποιηθέντας τους Αργοναύτας κατά την εκ της νήσου διάβασίν των. Κατά τινα δε άλλον μύθον, αναφερόμενον υπό του Διοδώρου Σικελιώτου προσωρμίσθησαν από σκοπού εις την νήσον Σαμοθράκην, διά να επικαλεσθούν την προστασίαν των Καβείρων και την θείαν αυτών συνδρομήν κατά το μακρινόν και επίμονον ταξείδιόν των.

    Προσεπάθησάν τινες να αποδείξουν ότι οι Κάβειροι της Λήμνου ήσαν διάφορoι την καταγωγήν από τους εν Σαμοθράκη. Αλλ’ η γειτονία των δύο νήσων ήκιστα πιθανήν καθιστά την γνώμην ταύτην.

    Οι Κάβειροι της Σαμοθράκης απέβησαν προστάται των ναυτιλλομένων και οι κατ’ εξοχήν θεοί εις τους κινδύνους των θαλασσοπόρων…

    …Τοιουτοτρόπως η λατρεία των Καβείρων επεβλήθη, ούτως ειπείν, εις την φαντασίαν των διαπλεόντων τας αγρίας εκείνας θαλάσσας, αναδείξασα αυτούς κατ’ εξοχήν σωτήρας θεούς και όχι μόνον τους Διοσκούρους επεσκίασαν, αλλά και αυτούς τους Μεγάλους Θεούς, των οποίων κατ’ αρχάς εθεωρούντο απλοί υπηρέται…».

    Εκείνο που ανέδειξε τη Σαμοθράκη και την έκανε πασίγνωστη στον αρχαίο κόσμο ήταν η μυστηριακή της θρησκεία, η οποία είχε τις ρίζες της στα προελληνικά φύλα που κατοικούσαν στο νησί. Η θρησκεία των Μεγάλων Θεών περιλάμβανε στο τελετουργικό της μυστήρια (Καβείρια Μυστήρια), στα οποία οι μυημένοι κατατάσσονταν σε δύο βαθμούς: στους μύστες και στους επόπτες. Κυρίαρχη μορφή ήταν η Μεγάλη Μητέρα, που ταυτιζόταν με τη Δήμητρα ή την Κυβέλη, και με την οποία συνδεόταν ένας ιθυφαλλικός θεός, πιθανόν σύζυγός της, που ταυτιζόταν με τον Ερμή. Την προελληνική αυτή ομάδα θεοτήτων συμπλήρωσε αργότερα μία δεύτερη που την έφεραν μαζί τους οι Έλληνες άποικοι του 7ου αιώνα π.Χ. Την αποτελούσαν ο Αξιόκερσος και η Αξιόκερσα, χθόνιες θεότητες, αντίστοιχες με τον Άδη και την Περσεφόνη. Η θεϊκή ομάδα συμπληρωνόταν από δύο νέους, τους Κάβειρους. Η θρησκεία αυτή ήταν πολύ δημοφιλής στην αρχαιότητα, αρχικά γιατί πρόσφερε προστασία από τους κινδύνους της θάλασσας στους ναυτικούς, και σε μεταγενέστερες περιόδους γιατί στους μυημένους δινόταν μία αίσθηση ηθικής ανύψωσης ή ανάτασης [8] σελ. 18.

    Η Σαμοθράκη θεωρείται ιερή και για τους χριστιανούς, γιατί εκεί αποβιβάστηκε ο Απόστολος Παύλος στο αποστολικό του ταξίδι απο τη Μικρά Ασία προς τη Μακεδονία (Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. ΙΣΤ΄, 9-12). Είναι το πρώτο έδαφος της Ευρώπης που πάτησε, ανταποκρινόμενος στο όραμα του Μακεδόνα που τον κάλεσε.

    Η τελετή μύησης στα μυστήρια της Σαμοθράκης ξεκινούσε από το Μαντείο του Διονύσου στη Ροδόπη και συνέχιζε με σύναξη στη Μαρώνεια. Από εκεί περνούσαν στο ιερό νησί.

    Δεν είναι τυχαίο που εδώ εμυήθησαν πολλές μεγάλες προσωπικότητες. Μεταξύ των μυηθέντων στα μυστήρια της Σαμοθράκης ήσαν, εκτός από τον Ορφέα, οι: Ηρακλής, Ιάσων, Κάστωρ και Πολυδεύκης, Θησεύς, Κάδμος, στρατηγοί των Τρωϊκών (Αγαμέμνων, Οδυσσεύς), Φίλιππος Β΄, Ολυμπιάς, Ηρόδοτος, Λύσανδρος, Αθηναίοι ναύαρχοι, Μακεδόνες βασιλείς, Πτολεμαίος, Βοκώνιος και άλλοι. Επίσης ο Μέγας Αλέξανδρος. Τους τοπικούς θεούς σεβάστηκε και ο Αιμίλιος Παύλος. Το νησί επισκέφθηκε επίσης και ο Αδριανός.

    Η λατρεία τους απέκτησε τη μεγίστη φήμη της, όχι στα αρχαία χρόνια όπως θα περίμενε κανείς, αλλά στα αλεξανδρινά και τα ρωμαϊκά. Συνέρρεαν για να τα παρακολουθήσουν σπουδαίες προσωπικότητες απ’ όλο τον κόσμο.

    Πρέπει να αναφέρουμε πως η μύηση στα Καβείρια ήταν προσιτή σε όλους ανεξαρτήτως εθνικότητος, φύλου, καθώς επίσης σε ελεύθερους και δούλους.

    Με σεβασμό σε αυτά αναφέρονται ο Αριστοφάνης και ο Πλάτων [4].

    Παραθέτουμε τον δεύτερο ορφικό ύμνο τον αφιερωμένο στους Κουρήτες, που, όπως αναφέραμε ήδη, ταυτίζονται με τους Κάβειρους. Ενώ ο πρώτος ύμνος αποτελείται από 25 στίχους, ο δεύτερος ύμνος αποτελείται από 7 μόνο στίχους. Υπάρχει επίσης ο ορφικός ύμνος του Κορύβαντος (10 στίχοι).

    Οι Κουρήτες και οι Κορύβαντες δοξάζονται σ’ αυτούς τους τρεις ύμνους ως μία οντότητα, εξαιτίας της βαθειάς συνάφειας που υπάρχει μεταξύ τους. Συνεπώς, η άνοδος αυτών των δύο τάξεων στον ουρανό σχηματίζει τον αστερισμό των Διδύμων [9].

    Ύ μ ν ο ς Κ ο υ ρ ή τ ω ν.

    Σκιρτηταί Κουρήτες, ενόπλια βήματα θέντες,

    ποσσίκροτοι, ρομβηταί, ορέστεροι, ευαστήρες,

    κρουσιλύραι, παράρυθμοι, επεμβάται, ίχνεσι κούφοι,

    οπλοφόροι, φύλακες, κοσμήτορες, αγλαόφημοι,

    μητρός ορειομανούς συνοπάονες, οργιοφάνται·

    έλθοιτ’ ευμενέοντες απ’ ευφήμοισι λόγοισι,

    βουκόλωι ευάντητοι αεί κεχαρηότι θυμώι.

    Ύ μ ν ο ς τ ω ν Κ ο υ ρ ή τ ω ν

    Ω χοροπηδηχτές Κουρήτες, που ρυθμοπερπατάτε ένοπλοι,

    ποδοκρούστες, σβουρόστροφοι, ορεινοί, βακχόκραυγοι,

    λυροκρούστες, έρρυθμοι, βαδιστές ελαφροπάτητοι,

    οπλοφόροι, φύλακες, οδηγητές, λαμπρόφημοι,

    σύντροφοι της ορειμανούς μητέρας, οργιοφάντες·

    προσέλθετε ευμενείς απ’ τα εγκωμιαστικά λόγια,

    προσηνείς προς τον ποιμένα πάντοτε με χαρούμενη διάθεση.

    Με μία σειρά από θαυμάσια επίθετα απλά, σύνθετα, πολυσύνθετα, μυστηριακά σε λάμψεις και αποχρώσεις επίθετα, που η πλαστικότητά τους συναγωνίζεται τη νοηματική τους φόρτιση [10], προσδιορίζονται στον δεύτερο ύμνο οι Κουρήτες: «Σκιρτηταί, ποδοκρούστες, ένοπλοι, ρομβηταί (δηλαδή περιστρεφόμενοι σαν ρόμβοι), ορεινοί, Βακχόκραυγοι, λυροκρούστες, έρρυθμοι, ίχνεσι κούφοι (ελαφροπάτητοι), οπλοφόροι, φύλακες, κοσμήτορες (οδηγητές), αγλαόφημοι, σύντροφοι της ορειμανούς μάνας, οργιοφάντες».

    Νομίζει κανείς ότι παρακολουθεί τον πολεμικό πυρρίχιο, αρειμάνιο χορό, υπό τον ήχο λύρας και αυλού νεαρών εφήβων κούρων, Κρητών ή Ποντίων ή Σαμοθρακιτών. Οι Κουρήτες είναι οι αέναες πνοές, οι άνεμοι που γεννιούνται και κατοικούν στη Σαμοθράκη, το νησί του Αιόλου. Μας το είπε σαφέστατα στον πρώτο ύμνο, όταν τους αποκάλεσε «ζωογόνες πνοές που κατοικούν στην ιερή γη της Σαμοθράκης… Κουρήτες, Κορύβαντες, άρχοντες και πανίσχυροι στη Σαμοθράκη βασιλιάδες, μαζί και Διόσκουροι οι ίδιοι αέναες πνοές, ζωογόνες, αερόμορφες, ουράνιοι δίδυμοι».

    Τίθεται το ερώτημα, ποια είναι η ορειμανής μητέρα που αναφέρει ο ύμνος, σύντροφοι της οποίας είναι οι Κουρήτες ή Δίδυμοι; Είναι μήπως η Λήδα, η αδελφή της ωραίας Ελένης, που ήταν κόρη του βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεω, και παιδιά της και του Διός (εξ ου και Διόσκουροι) ήταν οι Δίδυμοι Κάστωρ και Πολυδεύκης; Είναι γνωστό ότι τα δύο αδέλφια ακολούθησαν τους Αργοναύτες στην εκστρατεία τους για το χρυσόμαλλο δέρας και στην επιστροφή τους η Αργώ κινδύνεψε από τρικυμία. Ο Ορφέας έπαιξε την λύρα και παρακάλεσε για τη σωτηρία τους, οπότε δύο λαμπροί αστέρες φάνηκαν πάνω από τα κεφάλια του Κάστορα και του Πολυδεύκη, που ονομάζονται και Διόσκουροι, και η τρικυμία κόπασε. Από τότε οι Διόσκουροι θεωρούνται προστάτες των ναυτικών και οι Ρωμαίοι τοποθετούσαν ομοιώματά τους στην πλώρη των πλοίων τους. Τέτοιο ακρόπρωρο είχε το πλοίο που έφερε τον απόστολο Παύλο προς την Ιταλία, μετά το πολυτάραχο ταξίδι του που τελείωσε με το ναυάγιο στη Μάλτα. «Μετά δε τρεις μήνας ανήχθημεν εν πλοίω παρακεχειμακότι εν τη νήσω Αλεξανδρινώ παρασήμω Διοσκούροις» (Πραξ. κη΄ 11). Διόσκουροι ακόμη ονομάζονται και τα φώτα από ηλεκτρική εκκένωση που εμφανίζονται κατά τις τρικυμίες στις κορυφές των ιστών των πλοίων, τα «τελώνια» των ναυτικών μας. Παραστάσεις των Διοσκούρων ως προστατών της Ρώμης, έφεραν τα πρώτα αργυρά νομίσματα των ιταλικών πόλεων της Μεγάλης Ελλάδας [11].

    Μήπως η «ορειμανής μητέρα» του ύμνου είναι η Αφροδίτη ή η Ελένη ή μήπως η Άρτεμις ή η Μεγάλη Μητέρα (Δήμητρα ή Κυβέλη) ή η Αξιόκερσα (Περσεφόνη).

    Υπάρχουν, όμως, ορφικοί ύμνοι αφιερωμένοι επίσης στην Αρτέμιδα και στην Περσεφόνη [10]. Ας αφήσουμε το θέμα ανοικτό για περαιτέρω μελέτη και διερεύνηση.

    Στον τελευταίο στίχο του ύμνου των Κουρήτων αναφέρεται η λέξη βουκόλος (ποιμένας) για τον οποίο ζητείται να είναι προσηνείς με χαρούμενη διάθεση οι Κουρήτες. Πρόκειται για περιγραφή μιας υπαίθριας σκηνής, βουκολικής, ποιμενικής, πλήρους χάριτος και νοήματος.

    Ο αστερισμός των Διδύμων με τα δύο άστρα πρώτου μεγέθους, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, μεσουρανεί στον χειμερινό ουρανό, ενώ ο αστερισμός του Κύκνου, που μοιάζει με ένα τεράστιο σταυρό, μεσουρανεί στον θερινό ουρανό, πλέοντας στην λευκότητα του Γαλαξία. Δίπλα του ο αστερισμός της Λύρας του Ορφέα, με το λαμπρό γαλάζιο αστέρι πρώτου μεγέθους τον Βέγα. Ο αστερισμός του Κύκνου πήρε το όνομά του από τον μύθο της Λήδας και του Κύκνου (μεταμόρφωση του Δία) που αναφέραμε.

    Στον πρώτο ύμνο των Κουρήτων μας γοητεύει η περιγραφή: «στενάζει η βαθυστρόβιλη μεγάλη θάλασσα, τα δέντρα τα υψηλόκορφα απ’ τις ρίζες πέφτουνε στη γη, και η ουράνια ηχώ αντηχάει στους θρόους των φύλλων».

    Είναι αυτό ειδωλολατρεία; Όχι βέβαια. Είναι ποίηση· είναι φυσιολατρεία· είναι το αίσθημα του δέους, το γοητευτικό, ιερό και τρομερό συνάμα, που μας δίνει η μελέτη και παρατήρηση της φύσης. Αυτά έχουν και μία οικολογική παράμετρο προστασίας της φύσεως. Με την απομάκρυνση του ιερού απο τη φύση στη σύγχρονη εποχή, έλειψε το σέβας σ’ αυτήν και οδηγηθήκαμε στην εξαντλητική εκμετάλλευση που πληρώνεται και τιμωρείται.

    «Η ελληνική φύση είχε στον αρχαίο κόσμο πέρα από τη βιολογική της σημασία μία πνευματική διάσταση που την συνέδεε με την ενόραση και τον στοχασμό χιλιάδων ετών» [12].

    «Εις το Βατικανόν σώζεται μνημείον μαρμάρινον, σχετιζόμενον με τα μυστήρια της Σαμοθράκης. Το μνημείον τούτο είναι γεγλυμμένον κατά τας τρεις προσόψεις αυτού, παριστάνει δε επί της μιας πλευράς τον Αξιόκερσον ιθυφαλλικόν επί της άλλης την Αξιόκερσον εν πλήρει περιβολή και επί της τρίτης τον Κάσμιλον γυμνόν μεν, αλλ’ άνευ της προπετείας του Αξιοκέρσου. Αλλά το προσδίδον μεγαλυτέραν αξίαν εις το μαρμάρινον τούτο μνημείον, είναι το ότι επί της βάσεως εκάστης πλευράς απεικονίζονται εν σμικρώ αι Ελληνικαί θεότητες, αι οποίαι ανταποκρίνονται προς τας τρεις Καβειρικάς θεότητας. Ούτω κάτωθεν του Αξιοκέρσου απεικονίζεται ο Απόλλων – Ήλιος, κάτωθεν της Αξιοκέρσης η Αφροδίτη, και κάτωθεν του Κασμίλου ο Έρως. Κατά ταύτα τρανώτατα αποδεικνύεται ότι και τα τρία αγάλματα, τα οποία εποίησεν ο Σκόπας διά την Σαμοθράκην: του Φαέθοντος, της Αφροδίτης και του Πόθου, είναι μετάφρασις, ούτως ειπείν, των θεοτήτων των μυστηρίων τούτων» [3].

    Σχόλιο για τους αστερισμούς του Κύκνου και της Λύρας

    Με την ονομασία Κύκνος ο αστερισμός συναντάται για πρώτη φορά στον αρχαίο μαθηματικό και αστρονόμο Ερατοσθένη (276-194 π.Χ.), διευθυντή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Άλλοι αρχαίοι Έλληνες αστρονόμοι τον ονομάζουν Όρνι (πτηνό). Κατά άλλη εκδοχή θεωρείται ότι ο αστερισμός του Κύκνου είναι ο Ορφέας και γι’ αυτό η Λύρα ως αστερισμός, βρίσκεται κοντά του στον ουρανό.

    Τον 17ο αιώνα από τον ιατρο – αστρονόμο Ιούλιο Σίλερ έγινε ανεπιτυχής προσπάθεια να μετονομαστούν όλοι οι αστερισμοί, εγκαταλείποντας τα ονόματα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και να δοθούν νέα ονόματα που ως επί το πλείστον είχαν σχέση με την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, να γίνει δηλαδή χριστιανική μετονομασία των αστερισμών.

    Ο «Κύκνος» προτάθηκε να ονομαστεί «Ο Τίμιος Σταυρός της Αγίας Ελένης», η «Λύρα» να γίνει η «Φάτνη του Χριστού» και οι «Δίδυμοι» να γίνουν ο «Απόστολος Ιάκωβος».

    Τα 12 ζώδια ήταν οι 12 απόστολοι. Ο «Πήγασος» έγινε «Αρχάγγελος Γαβριήλ» και η «Αργώ», «Κιβωτός του Νώε».

    Το 1627 ο εν λόγω Ιούλιος Σίλερ, μετά από εργασία 20 ετών, εξέδωσε έναν άτλαντα με τον τίτλο «Coelum stellarum Christianum», δηλαδή «Ο Χριστιανικός Ουράνιος Θόλος». Για να επιβληθεί ο «Χριστιανικός ουρανός» ίσως χρειαζόταν επεμβάσεις άνωθεν, του πάπα για παράδειγμα. Κανένας όμως, ούτε πάπας ούτε αστρονόμος δεν θέλησε να αντικαταστήσει τις «εθνικές» αρχαίες φιγούρες των αστερισμών του ουρανού με χριστιανικές [13].

    Στο τεύχος 27 (2008) του «Φάρου της Αλεξανδρούπολης» τολμήσαμε μια σύγκριση Ορφέα – Χριστού. Είναι αξιοσημείωτη πάντως η αντιστοιχία από τις προτάσεις του Σίλερ.

    Λύρα του Ορφέα = Φάτνη Χριστού

    Κύκνος = Ορφέας = Σταυρός του Χριστού

    Θα ήθελα να τελειώσω μ’ ένα σχόλιο για το άγαλμα της Νίκης της Σαμοθράκης.

    Αυτή η εντυπωσιακή θεότητα, που εικονίζεται ως νεαρή φτερωτή γυναικεία μορφή, ήταν σταθερά στηριγμένη στην πλώρη ενός πλοίου, τμήμα μνημειακής κρήνης που δέσποζε σε κάποιο ψηλό σημείο πάνω από το θέατρο του ιερού των Μεγάλων Θεών στη Σαμοθράκη. Το μνημείο αποτελούσε πιθανόν ανάθημα των Ροδίων στο ιερό, μετά τη νικηφόρα ναυμαχία της Σίδης (191-190 π.Χ.), κατά την οποία η Ρόδος, που είχε συμμαχήσει με την Πέργαμο, κατατρόπωσε τον Αντίοχο Γ΄ τον Μέγα, βασιλιά της Συρίας. Αρχικά, είχε θεωρηθεί αφιέρωμα του Δημητρίου του Πολιορκητή, μετά τη νίκη του στην Κύπρο (306 π.Χ.). Η τεχνοτροπία, όμως, του γλυπτού οδηγεί περισσότερο προς την πρώτη πιθανότητα, που είναι μεταγενέστερη κατά έναν αιώνα περίπου.

    Αν κάτι έκανε το νησί διάσημο στα πέρατα της οικουμένης, είναι το άγαλμα της Νίκης της Σαμοθράκης. Ανακαλύφθηκε από τον Γάλλο πρόξενο στην Αδριανούπολη Σαμπουαζό το 1863.

    Μεταφέρθηκε στο Παρίσι και κοσμεί σήμερα το Μουσείο του Λούβρου, τοποθετημένο σε περίοπτη θέση.

    Αυτός ο πολιτισμός των μυστηρίων της Σαμοθράκης που παρήγαγε μεταξύ άλλων αυτό το αριστούργημα, τη Νίκη της Σαμοθράκης, δεν νομίζω ότι πρέπει να υποτιμάται ή ν’ απαξιώνεται. Μέγας μύστης των μυστηρίων της Σαμοθράκης και των διονυσιακών μυστηρίων είναι ο Ορφέας, ο οποίος τα ανεμόρφωσε ριζικώς διδάσκοντας την αποχή από φόνους και ανθρωποθυσίες, όπως μαρτυρούν οι μεγάλοι τραγικοί: π.χ. «μυστηρίων τε των απορρήτων φανάς έδειξεν Ορφεύς» (Ευριπίδου Ρήσος στ. 943). «Ορφεύς μεν γαρ τελετάς θ’ ημίν κατέδειξε φόνων τ’ απέχεσθαι» (Αριστοφάνη Βάτραχοι, στ. 1032). Σκοπός αυτών των μυστηρίων ήταν τόσον η θέωση του ανθρώπου, ο οποίος είναι μίγμα καλού (διονυσιακού) τε και κακού (τιτανικού) στοιχείου, όσον και η μύησή του στη γνώση του φυσικού κόσμου, ιδιαιτέρως των ουρανίων φαινομένων [14].


    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    1. Ορφέως Αργοναυτικά, 469, Ιωάννου Πασσιά, Τα Ορφικά, Αθήνα, εκδόσεις εγκυκλοπαιδείας «Ήλιος».

    2. Ορφέας, Ορφισμός, Ορφικοί Ύμνοι, Ι΄ μέρος, Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης, τεύχος 26, σ. 17-18 (2008).

    3. ΑΧΙΛΛΕΩΣ Θ. ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ, ιατρού, ΛΕΞΙΚΟΝ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΝ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ, έκδοσις Β΄, Αθήνα 1963, ειδική ηλεκτρονική έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ροδόπης – Έβρου, Εταιρεία Θρακικών Μελετών (2008), λήμμα Κάβειροι.

    4. ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΕΚΑΚΗ, Η Σαμοθράκη, η ιερά νήσος (2006), Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Ερωδιός», σ. 62.

    5. Ορφέας, Ορφισμός, Ορφικοί Ύμνοι, Θ΄ μέρος, Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης, τεύχος 25, σ. 26.

    6. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΜΠΟΤΟΝΑΚΗ, ΑΧΙΛΛΕΑΣ Θ. ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ (1876-1944), Πρόσωπα και Μορφές της Αλεξανδρούπολης, Πολιτιστικός και Ψυχαγωγικός Σύλλογος Αλεξανδρουπολιτών Αττικής, Αθήνα (2008).

    7. ΦΥΛΙΣ ΛΕΜΑΝ, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse, Britanica, Αθήνα (2007), Εκδοτικός Οίκος ΠΑΠΥΡΟΣ, επίσης λήμματα ΚΟΥΡΗΤΕΣ και ΚΑΒΕΙΡΟΙ.

    8. ΛΟΥΒΡΟ ΠΑΡΙΣΙ, Η ελληνική τέχνη στα μουσεία του κόσμου, τόμος 4, Βιβλιοθήκη Τέχνης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Αθήνα 2010, σελ. 18-19.

    9. HYMNS AND INITIATIONS, Translated by Thomas Taylor published in 1994, revised edition published 2003. A republication of the Mystical Hymns of Orpheus (1824). The Prometheus Trust, U.K. p. 94.

    10. Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΑΣ – Ε. ΛΑΔΙΑ, ΟΡΦΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ, Β΄ έκδοση, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα (1983).

    11. ΔΙΔΥΜΟΙ, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britanica, Αθήνα (2007). Εκδοτικός οίκος ΠΑΠΥΡΟΣ, επίσης λήμματα ΛΗΔΑ, ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ.

    12. ΝΙΚΗ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ, Αντιλήψεις του Αρχαίου Κόσμου περί Δάσους και Οικολογίας, ομιλία στην Ακαδημία Αθηνών, 14 Μαΐου, Καθημερινή, 16 Μαΐου 2010, σελ. 2.

    13. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΥΡΟΜΑΤΤΗ, Η ουρανογραφία των Αγίων, Εταιρεία Αστρονομίας και Διαστήματος, Βόλος (2005).

    14. ΜΑΡΩ Κ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ορφική Κοσμογονία: Αστρονομία και μυστηριακή λατρεία, Πρακτικά Συμποσίου, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης – Έβρου, Κομοτηνή 2009.

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    Ο ΚΥΚΝΟΣ, ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΒΑΖΟ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ

    6 Φεβρουαρίου 2011 // 2.937 Σχόλια »

    Ο ΚΥΚΝΟΣ, Ο ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ

    Επιμέλεια – απόδοση: Δρ. Πασχάλη Α. Χριστοδούλου

    Συζητούσα μ΄ ένα φίλο μου με αφορμή το πέρασμα των Χριστουγέννων για το αίσθημα μελαγχολίας και μοναξιάς που μας καταλαμβάνει όταν σβήσουν τα φώτα της γιορτής. Του απήγγειλα τότε τους πρώτους στίχους στα γαλλικά του ποιήματος του SULLY PRUDHOMME, O KYKNOΣ, LE CYGNE, από την συλλογή του LES SOLITUDES (Οι μοναξιές) και το ποίημα του ιδίου LE VASE BRISE` (το ραγισμένο βάζο). Επειδή έδειξε ενδιαφέρον παραθέτω τα δύο προαναφερθέντα ποιήματα. Παραθέτω επίσης σύντομο βιογραφικό σημείωμα του ποιητή. Σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές (15.1.2010) πήγα στο Γαλλικό Ινστιτούτο, όπου διάβασα σ΄ένα Λεξικό (Dictionnaire des ecrivains de la langue francaise. Larousse 1984,1994) (Λεξικό των συγγραφέων της γαλλικής γλώσσας) πρόσθετες πληροφορίες για τον ποιητή.

    Θα ήθελα να αφιερώσω αυτό το κείμενο στην ιερή μνήμη του Πάντη Χριστοφορίδη (1917-2003), πτυχιούχου Νομικής, Βιομηχάνου, Συμβούλου και μέντορά μου, που με εμύησε στην ποίηση του SULLY PRUDHOMME. Ο ίδιος ήξερε να απαγγέλλει τα ποιήματα LE CYGNE και LE VASE BRISE` από στήθους: Ήταν επίσης βιρτουόζος παίκτης του πιάνου. Είχε σπουδάσει όταν ήταν παιδί σε καθολικό σχολείο στο Βέλγιο. Ήξερε άριστα γαλλικά, αγγλικά και λατινικά. Το ποίημα LE VASE BRISE` το είχαμε μεταφράσει μαζί το 1984 και έχει κάποια ομοιοκαταληξία. Τo άλλo ποίημα Ο ΚΥΚΝΟΣ το μετέφρασα κατά γράμμα, ενώ βέβαια, τα πρωτότυπα έχουν ρυθμό και ομοιοκαταληξία ανέφικτη στην μετάφραση (Traduction c΄est trahison). Η μετάφραση είναι προδοσία. Θα ήθελα να σημειώσω το θετικό για την μοναξιά ότι γίνεται αφορμή για πνευματική δημιουργία «Τοις μοναχικοίς μακαρία ζωή εστί» λέγει ένας Πατέρας της Εκκλησίας μας.

    ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΒΑΖΟ

    του SULLY PRUDHOMME

    Το βάζο όπου σβήνει μια βερβένη

    έχει από μια βεντάγια ραγιστεί,

    τ’ άγγιγμα τόσο λαφρύ είχε γίνει,

    κανένας κρότος δεν είχε ακουστεί.

    Το κτύπημα εκείνο το μικρό

    δαγκώνοντας το κρύσταλλο σιγά,

    προχώραγε βουβά μα σταθερά,

    ζώνοντας το ολότελα τριγύρω.

    Σταλιά σταλιά το δροσονέρι φεύγει

    και τ’ άνθη έχουνε πια ξεραθεί,

    σε υποψία κανείς δεν έχει μπει,

    ραγίστηκε δεν πρέπει ν’ αγγιχτεί!

    Έτσι κάποτε χέρι αγαπημένο

    ανύποπτα πληγώνει τη καρδιά,

    κι εκείνη μονάχη της σπαρταρά,

    κλαίγοντας τον καιρό τον περασμένο.

    Ανέγγιχτη καθώς την βλέπουν όλοι

    νιώθει βαθιά σαν μαχαιριά

    το τραύμα που τη χτύπησε σα βόλι

    ραγίστηκε μην την αγγίχτε πιά!

    Μετάφραση : Πάντη Χριστοφορίδη – Πασχάλη Χριστοδούλου (1984)

    Ο ΚΥΚΝΟΣ

    Sully Prudhomme (1839-1907)

    Αθόρυβα, κάτω από τον καθρέπτη της βαθιάς και ήρεμης λίμνης

    Ο κύκνος κυνηγά τη σκιά με τα φαρδιά του πέλματα

    και γλιστρά. Το χνούδι των φτερών του μοιάζει

    με τα χιόνια τ’ Απρίλη που λιώνουν στον ήλιο

    αλλά σταθερά μ’ ένα αδρό λευκό, που δονείται στο ζέφυρο

    τα μεγάλα του φτερά τον σπρώχνουν σαν ένα αργό ιστιοφόρο.

    Σηκώνει τον ωραίο του λαιμό πάνω από τα καλάμια,

    τον βυθίζει, τον περιφέρει τεντωμένο πάνω από τα νερά,

    τη χαριτωμένη καμπύλη σαν ένα προφίλ λουλουδιού

    και κρύβει το μαύρο του ράμφος στο αστραφτερό του στήθος

    ταξιδεύει σε λίγο δίπλα στα πεύκα τα σκιερά και ειρηνικά

    κι αφήνοντας τα πυκνά χόρτα πίσω του

    να σέρνονται σαν ουρά κομήτη,

    πορεύεται με μια αργή και νωχελική χάρη.

    Το σπήλαιο όπου ο ποιητής ακούει αυτό που νιώθει,

    και η πηγή που κλαίει έναν αιώνιο απόντα,

    του αρέσουν, εκεί τριγυρνά, ένα φύλλο ιτιάς

    που πέφτει σιωπηλά αγγίζει τον ώμο του.

    Σε λίγο φεύγει στ’ ανοιχτά μακριά από το δάσος το σκοτεινό,

    υπέροχος πλοηγώντας προς το μέρος το γαλάζιο,

    διαλέγει, για να γιορτάσει τη λευκότητα του που θαυμάζει,

    τη θέση την εκθαμβωτική όπου ο ήλιος καθρεπτίζεται.

    Μετά όταν οι όχθες του νερού δε διακρίνονται πια,

    στην ώρα που κάθε μορφή είναι ένα δυσδιάκριτο φάσμα

    όπου ο ορίζοντας σκοτεινιάζει σε μια μακριά ερυθρή γραμμή

    τότε που ούτε ένα σχοίνο ούτε ένα βούρλο δεν κουνιέται

    τότε που τα βατράχια στον ήρεμο αέρα θορυβούν

    που οι πυγολαμπίδες στο φεγγαρόφωτο φανερώνονται,

    ο κύκνος, στη σκοτεινή λίμνη όπου αντανακλά

    τη λαμπρότητα μιας νύχτας έναστρης –και μενεξεδένιας,

    σαν ένα ασημένιο βάζο ανάμεσα στα διαμάντια

    κοιμάται, με το κεφάλι κάτω από το φτερό, ανάμεσα

    σε δύο ουρανούς.

    Μετάφραση: Π. Χριστοδούλου

    SULLY PRUDHOMME (1839-1907)

    Ποιητής και φιλόσοφος Παρνασσιστής, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας (1881-1907), βραβείο Nobel Λογοτεχνίας (1901), το πρώτο που δόθηκε, ο Sully Prudhomme ήταν μια μεγάλη μορφή των γραμμάτων στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ο αιώνα. Γεννήθηκε στο Παρίσι. Είχε σπουδάσει μηχανική και φιλολογία. Ενώ κατευθυνόταν στην αρχή προς μια καριέρα στην βιομηχανία, διάλεξε την νομική επιστήμη και ετοιμαζόταν να γίνει συμβολαιογράφος που όμως εγκαταλείπει για να αφοσιωθεί στην λογοτεχνία.

    Από τα 20 ταυτόχρονα – εργαζόταν τότε ως μηχανικός στην εταιρεία Schneider, – είχε αρχίσει να γράφει στίχους και άρχισε την μετάφραση του De natura rerum1 του Λουκρητίου (δημοσιεύτηκε το 1869 μ’ ένα μακρύ δικό του πρόλογο). Μεγάλος αριθμός των ποιημάτων του δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Parnasse contemporain (Σύγχρονος Παρνασσός) εκδίδοντας τα έργα του Stance et poemes2 (1865), Les Epreuves3 (1866), les Εcuries dAugias4, les Solitudes5 (1869), le Croquis italiens6 (1872), les Destins7 (1872).

    O πόλεμος Γαλίας – Γερμανίας του 1870 στον οποίο συμμετέχει είναι η πηγή γι’ αυτόν νέας έμπνευσης: Impressions de la guerre8 (1872) France (1874) και διάφορα ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο le Prisme10 και Epaves11 (1908).

    Aυτός ο Sully Prudlomme – μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας ήδη από το 1881, που τον στεφανώνει το βραβείο Nobel λογοτεχνίας το 1901: θαυμαζόμενος, τιμώμενος, αναφερόμενος στις ποιητικές ανθολογίες, ιδίως για το περίφημο «Vase brise» που παραθέτουμε, γίνεται ένα είδος σοφού, μια τιτλούχος θεότητα των γραμμάτων.

    Από τον Παρνασσό στην φιλοσοφική ποίηση το πέρασμα ήταν εύκολο: από τις πρώτες συλλογές του Sully Prudhomme διαπιστώνουμε ένα αίσθημα προτίμησης για τις αλληγορίες και τα σύμβολα.

    Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο μεγάλος μας εθνικός ποιητής Κωστής Παλαμάς τον είχε ως πρότυπο και ακολουθούσε τον τρόπο γραφής του.

    Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Παρνασσισμός είναι μια Σχολή στην λογοτεχνία όπου έπεται του ρομαντισμού και προηγείται του συμβολισμού και χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και διαύγεια στη διατύπωση αντίστοιχη μ’ εκείνη των θετικών επιστημών.

    1. Για την φύση των πραγμάτων

    2. Στροφές και ποιήματα

    3. Δοκίμια

    4. Οι στάβλοι του Αυγεία5. Οι μοναξιές

    6. τα ιταλικά σχεδιάσματα

    7. Τα πεπρωμένα

    8. Εντυπώσεις από τον πόλεμο

    9. Γαλλία

    10. Το πρίσμα

    11. Τα σκύβαλα

    12. Μάταιες τρυφερότητες

    13. Η δικαιοσύνη


    LE CYGNE

    de Sully Prudhomme

    Sans bruit, sous le miroirdes lacs profonds et calmes,

    Le cygne chasse l’onde avec ses larges palmes

    Et glisse. Le duvet de ses flancs est pareil

    A des neiges d’avril qui croulent au soleil,

    Mais ferme et d’un blanc mat, vibrant sous lezéphire,

    Sa grande aile l’entraîne ainsi qu’un lent navire.

    Il dresse son beau col au-dessus des roseaux,

    Le plonge, le promène allongé sur les eaux,

    Le courbe gracieux comme un profil d’acanthe

    Et cache son bec noir dans sa gorge éclatante.

    Tantôt le long des pins, séjour d’ombre et de paix,

    11 serpente, et, laissant les herbages épais

    Traîner derrière lui comme une chevelure,

    Il va d’une tardive et languissante allure,

    La grotte où le poe’te écoute ce qu’il sent,

    Et la source qui pleure un éternel absent,

    Lui plaisent, il y rôde ; une feuille de saule

    En silence tombée effleure son épaule.

    Tantôt il pousse au large, et, loin du bois obscur,

    Superbe, gouvernant du côté de l’azur,

    Il choisit, pour fêter sa blancheur qu’il admire,

    La place éblouissante où le soleil se mire.

    Puis, quand les bords de l’eau ne se distinguent plus,

    A l’heure où toute forme est un spectre confus,

    Où l’horizon brunit rayé d’un long trait rouge,

    Alors que pas un jonc, pas un glaïeul ne bouge,

    Que les rainettes font dans l’air serein leur bruit,

    Et que la luciole au clair de lune luit,

    L’oiseau, dans le lac sombre où sous lui se reflète

    La splendeur d’une nuit lactée et violette,

    Comme un vase d’argent parmi des diamants

    Dort, la tête sous l’aile, entre deux firmaments.


    LE VASE BRISÉ

    de Sully Prudhomme

    Le vase où meurt cette verveine

    D’ un coup d’ éventail fut brisé,

    Le coup dut e effleurer à peine

    Aucun bruit ne l’a révélé

    Mais la légère meurtrissure,

    Mordant le cristal chaque jour

    De sa marche invisible et sûre

    En a fait lentement le tour.

    Son eau fraîche a fui goutte à goutte,

    Le suc de fleurs s’ est épuisé,

    Personne encore ne s’ en doute,

    N’y touchez pas, il est brisé.

    Ainsi parfois la main qu’ on aime,

    Effleurant le coeur, le meurtrit,

    Puis le coeur se fend de lui-même,

    La fleur de son amour périt.

    Toujours intact aux yeux du monde

    Il sent croître et pleurer tout bas

    Sa blessure fine et profonde,

    Il est brisé, n’y touchez pas.

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΙΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    Η σφίγγα

    4 Φεβρουαρίου 2011 // 5.331 Σχόλια »

    Η σφίγγα

    του Heinrich Heine[1]

    Αυτό είναι το παλαιό δάσος των παραμυθιών!

    Ευωδιάζουν τα άνθη της φλαμουριάς,

    Η θαυμαστή λάμψη του πρωϊνού

    μαγεύει την διάθεσή μου.

    Ενώ προχωρούσα, ενώ εβάδιζα

    ακούστηκε στα υψηλά,

    το αηδόνι να τραγουδά

    για αγάπη και για της αγάπης τον πόνο.

    Τραγουδά για την αγάπη και της αγάπης τον πόνο,

    για δάκρυα και για χαρές,

    αλαλάζει τόσο λυπητερά, αναστενάζει τόσο χαρούμενα

    ξεχασμένα όνειρα ξυπνούν.

    Ενώ εβάδιζα, ενώ προχωρούσα,

    να είδα μπροστά μου,

    σ’ ανοικτό χώρο, ένα μεγάλο Κάστρο

    με τ’ αετώματά του ψηλά ν’ ανεβαίνουν.

    Κλειστά παράθυρα, παντού

    μια σιωπή και μια θλίψη

    φαινόταν σαν να κατοικούσε ο σιωπηρός θάνατος

    σ’ αυτούς τους έρημους τοίχους.

    Εκεί μπροστά στη θύρα ήταν μια σφίγγα

    ένα ερμαφρόδιτο πλάσμα τρόμου και λαγνείας,

    το σώμα και τα πόδια σαν ένα λιοντάρι

    μια γυναίκα στο κεφάλι και στο στήθος.

    Μια όμορφη γυναίκα! η λευκή ματιά,

    μιλούσε γι’ άγριους πόθους

    τα βουβά χείλη καμπυλώνονταν

    και χαμογελούσαν με μια σιωπηλή ικανοποίηση.

    Το αηδόνι τραγουδούσε τόσο γλυκά

    δεν μπορούσα να αντισταθώ

    κι ενώ φιλούσα την χαριτωμένη μορφή

    να τι συνέβη μέσα μου και γύρω μου.

    Ζωντάνεψε η μαρμάρινη εικόνα,

    η πέτρα άρχισε ν αναστενάζει

    ήπιε τα φιλιά μου παθιασμένης θέρμης

    με δίψα και λαχτάρα.

    Ήπιε σχεδόν μέχρι το τέλος της ωδής

    και τελικά γεμάτη λαγνεία,

    μ’ αγκάλισε, το φτωχό μου σώμα

    ξεσκίζοντας με τα λιονταρίσια νύχια.

    Γοητευτικό μαρτύριο και ηδονικός πόνος!

    ο πόνος και ο πόθος αμέτρητα!

    ενόσω το φίλημα στο στόμα μ’ ευχαριστεί

    με πληγώνουν τα νύχια φρικτά.

    Το αηδόνι τραγουδούσε: «Ω ωραία σφίγγα!

    Ω Έρωτα! τι σημαίνει άραγε,

    να αναμιγνύεις με θανάσιμο μαρτύριο

    όλες τις ευλογίες σου;

    Ω ωραία σφίγγα! Ω λύσε μου

    το αίνιγμα, το θαυμαστό!

    σκέφθηκα επάνω σ’ αυτό

    ήδη αρκετά χιλιάδες χρόνια»

    Σχόλια,

    Η σφίγγα ένα υβριδικό δημιούργημα με το σώμα ενός λέοντα και το κεφάλι ενός βασιλιά ή (σπανιότερα) μιας βασίλισσας, ένα πανάρχαιο σύμβολο ηγεμόνα. Στους Αιγυπτίους ως επί το πλείστον παρίστανε τον φαραώ ή τον υιό του ήλιου ως ακλόνητη δύναμη προστασίας. Στους Φοίνικες, Χεττίτες, Ασσυρίους παρίσταται ως πτερωτός λέων ή ταύρος με ανθρώπινο κεφάλι. Στους Έλληνες η σφίγγα είναι θηλυκιά με πτερά, αρχικά μια αινιγματική ή τρομερή ύπαρξη στην οποία αναφερόμαστε ακόμη σήμερα στην γλωσσική μας χρήση. Στην νεότερη εποχή, π.χ. στην συμβολική τέχνη στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα η σφίγγα εθεωρείτο σύμβολο της αινιγματικότητας της γυναίκας [1]. Η σφίγγα συνδυάζει τα 4 στοιχεία: πυρ: η κεφαλή ανδρός, ή γυναίκας αήρ: πτερά αετού, ύδωρ: πόδια ταύρου, γη: λέων από τα οποία αποτελείται ο άνθρωπος και το σύμπαν [2]

    Τα 4 αυτά σύμβολα συνοδεύουν τον θρόνο του Θεού στο όραμα του θρόνου (α΄κεφ. Ιεζεκιήλ 570 π.Χ. και δ΄κεφ. Αποκαλύψεως 90 μ.Χ.). Εκ των υστέρων έγιναν σύμβολα των 4 Ευαγγελιστών 4ος αιών μ.Χ. Ματθαίος: πυρ = άνθρωπος ή άγγελος, Μάρκος = λέων , Ματθαίος = ταύρος ή μόσχος, Ιωάννης = αετός. Η άποψη του υπογράφοντος είναι ότι συμβολίζουν 4 αστερισμούς που ο καθένας έχει ένα άστρο πρώτου μεγέθους: Ματθαίος = πυρ = αστερισμός Βοώτη, άστρο Αρκτούρος, Μάρκος = γη = αστερισμός Λέοντας, άστρο Βασιλίσκος, Λουκάς = ύδωρ = αστερισμός Ταύρου άστρο Αλντεμπαράν, Ιωάννης αήρ = αστερισμός Αετού, άστρο Αλτάιρ.

    Τα 4 αυτά άστρα αν τα συνδέσεις σ΄ένα χάρτη του ουρανού σχηματίζεται ένα τετράπλευρο με κέντρο τον πολιτικό αστέρα. Τα 4 ζώα (άνθρωπος, λέων, ταύρος, αετός) παρίστανται μαζί με τους 4 ευαγγελιστές τέσσερα σφαιρικά τρίγωνα, κάτω από τον τρούλο του βυζαντινού σταυροειδούς μετά τρούλου ναού. Παράσταση των 4 ζώων γίνεται σε ψηφιδωτό του οσίου Δαβίδ στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης (5ος αιών μ.Χ.) και σε πολλές μεταγενέστερες εκκλησίες [3].

    Η σφίγγα στον μύθο του Οιδίποδα είναι ένα υβριδικό σύνθετο ζώο με κεφάλι γυναίκας, πόδια λέοντος, πτερά αετού και ουρά όφεως. Σε αντίθεση με την αγαθή αιγυπτιακή σφίγγα η ελληνική είναι σκληρή και απάνθρωπη. Ήταν κυρίως το τέρας που γέννησαν ο Τυφών και η Έχιδνα και το οποίο έστειλε κάποια θεότητα (ίσως η Ήρα) για να εκδικηθεί τους Θηβαίους και τον βασιλιά τους Λάϊο.

    Στον Θηβαϊκό κύκλο και ειδικά στον μύθο του Οιδίποδος, παρουσιάζεται να κάθεται στο Φίκιον όρος της Βοιωτίας και να θέτει προς λύση σε όλους τους περαστικούς ένα αίνιγμα που είχε διδαχθεί από τις Μούσες.

    «Υπάρχει ένα ον πάνω στη γη με ένα όνομα, το οποίο έχει δύο και τέσσερα και τρία πόδια…»

    Κάθε περαστικό που δεν απαντούσε ή έδινε λάθος απάντηση τον καταβρόχθιζε. Τελικά, το αίνιγμα έλυσε ο Οιδίπους, απαντώντας ότι το ον αυτό είναι ο άνθρωπος και τότε η σφίγγα κατακρημνίστηκε από τον βράχο της. Από τον μύθο αυτόν προήλθε πιθανώς ο θρύλος ότι η σφίγγα ήταν πάνσοφη ακόμη και σήμερα η σοφία της σφίγγας είναι παροιμιώδης [4].

    Ετυμολογία: Σφίγγα, πιθανόν δάνειο από την Αρχαία Αιγυπτιακή, όπως προκύπτει και από το αιγυπτιακό τοπωνύμιο Φίκιον όρος σε τόπο βορείως των Θηβών. Το τοπωνύμιο συνδέθηκε παρετυμολογικά με το ρήμα σφίγγω. Οι λέξεις σφήκα και σφίγγα δεν έχουν ετυμολογική σχέση και δεν πρέπει να συγχέονται στην προσφορά, τη γραφή και τη σημασία. Η λέξη σφήκα(αρχ. σφηξ-ηκός) δηλώνει το έντομο, ενώ η λέξη Σφίγγα (αρχ. Σφίγξ-ιγγός) δηλώνει το μυθικό τέρας που έθετε αινίγματα [5].

    Μετάφραση – Σχόλια: Δρ. Πασχάλη Χριστοδούλου.

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    [1] UDO BECKER, Lexikon der Symbole, Herder Spektrum, Freiburg 200.

    [2] DAVID FONTANA, The Secret Language of Symbols, Pavillon books, London 1993.

    [3] ΠΑΣΧΑΛΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Η Ελληνική Αστρονομία στους Ορφικούς Ύμνους, Ουρανός, Απρίλιος 2005/077

    [4] ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITANNICA. Αθήνα 2007 λήμμα Σφίγξ, τόμος 48.

    [5] Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 2009.


    [1] Heinrich Heine. Γερμανός ποιητής, γεννήθηκε στο Düsseldorf (1797-1856). Συνθέτης ποιημάτων ρομαντικής έμπνευσης και ταξιδιωτικών αφηγήσεων Έπαιξε τον ρόλο ενός πολιτιστικού συνδέσμου μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας.

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΙΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΄΄ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ΄΄

    1 Φεβρουαρίου 2011 // 3.100 Σχόλια »

    ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ

    Ο τρόπος κατανόησης του άλλου προσδιορίζει την επικοινωνιακή δομή μιας κοινωνίας, διότι η ταυτότητα βρίσκεται στο επίκεντρο της διαλεκτικής του ενός και του πολλαπλού. Με άλλα λόγια, η ετερότητα αποτελεί την αναγκαία, συστατική αλλά ταυτόχρονα και την πιο προβληματική συνιστώσα της ταυτότητας.[1] Η ανθρώπινη ύπαρξη βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση ταλάντωσης (διακρινόμενη από ασταθή ισορροπία, ακρότατα σημεία, ένταση και χαλάρωση, κίνηση και ακινησία, παρεμβολή απρόβλεπτων παραγόντων, κλπ).[2] Το γεγονός αυτό διαφοροποιεί όλες τις θεωρήσεις σχετικά με την «ουσία», τον «τύπο», το «παράδειγμα», το «κανονικό» και το «μη κανονικό».

    Στο σύγχρονο κόσμο όλες οι κοινωνίες είναι ετερογενείς με τον τρόπο τους, ενώ μπορεί κανείς να διακρίνει σ’ αυτές ένα νέο ρατσισμό, μια νέα ξενοφοβία, μια νέα μισαλλοδοξία. Όλα αυτά φέρουν το προσωπείο της πολιτιστικής διαφοράς, η οποία προβάλλεται για να δημιουργηθεί η ετερότητα και να δικαιολογηθεί ο αποκλεισμός. Οι εικόνες του «άλλου», όπως δημιουργήθηκαν στο πέρασμα των αιώνων που προηγήθηκαν της γένεσης του σύγχρονου κόσμου, παραμένουν φορτισμένες με μια ισχυρή νοσηρότητα, διότι προβάλλουν μια πολιτιστική πραγματικότητα, η οποία μοιάζει να υπερισχύει της βιολογικής ή της κοινωνιολογικής αλήθειας, ενώ μπορούν αναμφίβολα να επανενεργοποιήσουν αντανακλαστικά φόβου και απόρριψης, κατατρύχοντας τη μνήμη μας και τροφοδοτώντας τις φαντασιώσεις μας.

    Στη δημιουργία τόσο των μυθολογιών του αποκλεισμού όσο και των θεωριών του ρατσισμού, η Ευρώπη διαδραμάτισε καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας ένα σπουδαιότατο, αν όχι πρωτεύοντα, ρόλο. Αξιοσημείωτο είναι μάλιστα το γεγονός ότι, παρόλο που οι μύθοι αυτοί προέρχονται από την Αρχαιότητα και φθάνουν ως την Αναγέννηση, με έμφαση στη μυθολογική κυρίως περίοδο, ριζώνονται, πολλαπλασιάζονται και ισχυροποιούνται, ενώ το άνοιγμα στον κόσμο και η ανακάλυψη νέων οριζόντων θα έπρεπε να τους αποδυναμώσει ή να τους ξεριζώσει. Ο φόβος για καθετί ξένο και άγνωστο ενυπάρχει, δηλαδή, ήδη στις αρχαϊκές, παραδοσιακές κοινωνίες για τις οποίες ο Mircea Eliade γράφει ότι «αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους σαν ένα μικροσκόπιο. Πέρα απ’ τα όρια αυτού του κλειστού κόσμου αρχίζει η περιοχή του αγνώστου, του άμορφου. Από τη μια μεριά το διάστημα, που έχει χαρακτήρα κόσμου, αφού είναι κατοικημένο και οργανωμένο. Κι απ’ την άλλη, έξω απ’ αυτό το οικείο διάστημα, η άγνωστη και τρομερή έκταση με τους δαίμονες, τα φαντάσματα, τους νεκρούς, τους απόκοσμους, με ένα λόγο, το χάος, ο θάνατος, η νύχτα».[3] Αλλά και κατά την πρώτη ιστορική περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας, ο ξένος προκαλούσε αισθήματα φόβου, μίσους, περιφρόνησης και λειτουργούσε ως το πλάσμα που ενσάρκωνε τις δυνάμεις του κακού, ενώ αποτελούσε παράγοντα αποσύνθεσης και διάλυσης των κοινωνιών.

    Ο ρατσισμός, ως ιδεολογική «κατασκευή», εμφανίζεται όμως για πρώτη φορά στην Ευρώπη ήδη από τα τέλη του 16ου αιώνα, όταν, με την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και την εγκατάσταση εκεί των πρώτων Ευρωπαίων, γεννιέται και το αποικιοκρατικό σύστημα. Μέχρι το 19ο αιώνα, οπότε και σημειώθηκε μια μεγάλης σημασίας αλλαγή, η αντίληψη του ΄΄άλλου΄΄ συνδεόταν – τουλάχιστον για τη δυτική σκέψη – με τη θρησκευτική διαφοροποίηση. Κατά το 19ο αιώνα, ο ΄΄άλλος΄΄ αρχίζει να συνδέεται με τη ΄΄φυλή΄΄. Στη σημερινή εποχή ο όρος ΄΄φυλή΄΄ έχει υποκατασταθεί από τον όρο ΄΄πολιτισμός΄΄, αντιστοίχως η ΄΄φυλετική καθαρότητα΄΄ από την ΄΄πολιτισμική ταυτότητα΄΄, ενώ η έννοια της ΄΄ανισότητας΄΄ από αυτήν της ΄΄διαφοράς΄΄. Η ΄΄ετερότητα΄΄ σήμερα μπορεί να σημαίνει είτε την εθνική διαφορετικότητα, την πολιτισμική ιδιαιτερότητα, είτε την κοινωνική έκφραση ή παρουσία που ξεφεύγει από αυτό που κάθε ομάδα θεωρεί ΄΄φυσιολογικό΄΄. Στις σύγχρονες μεταμοντέρνες κοινωνίες εμφανίζεται και μια τρίτη εκδοχή της διαφορετικότητας που αναφέρεται και χαρακτηρίζει όσους σκέφτονται ΄΄διαφορετικά΄΄, όσους, δηλαδή, αμφισβητούν την τεχνολογική πρόοδο ως τη μία και μοναδική ΄΄αλήθεια΄.

    Σύμφωνα με τον M. Parés I Maicas[4], ανάμεσα στους βασικότερους παράγοντες «κατασκευής» ταυτότητας συγκαταλέγονται η επικράτεια, η εθνική κυριαρχική ομάδα, οι κοινωνικές δομές, η ιστορία, η κουλτούρα, η γλώσσα, η θρησκεία, το πολιτικό-νομικό σύστημα, η οικονομική ανάπτυξη, η εκπαίδευση και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Από την πλευρά του σε μία μελέτη του ο E. Hobsbawm[5] αναγνωρίζει τέσσερα κριτήρια που διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο κατά τη συγκρότηση της ταυτότητας του ατόμου: ι) την ιδεολογία, ιι) την ιστοριογραφία που σχετίζεται με την εθνική αναφορά, ιιι) τη λογοτεχνία, που επεξεργάζεται, αναπλάθει, δραματοποιεί και αφηγείται την καθημερινή ζωή και ιv) τη γλώσσα, που αποτελεί το βασικότερο εργαλείο κοινωνικοποίησης.

    Το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι εάν, στα πλαίσια μιας οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης σε παγκόσμιο επίπεδο, θα κατορθώσουν οι άνθρωποι να ζήσουν μαζί με τους ΄΄άλλους΄΄, να είναι ΄΄άλλοι΄΄ χωρίς αποκλεισμούς και χωρίς ισοπέδωση. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται στον πρόλογο του βιβλίου του, Ταυτότητες υπό διαπραγμάτευση. Εκπαίδευση με σκοπό την Ενδυνάμωση σε μια Κοινωνία της Ετερότητας, ο Jim Cummins, παραθέτοντας τα λόγια του Σκωτσέζου ψυχολόγου R.D. Laing: «Κανένας δεν ενεργεί ή δε βιώνει μέσα σε κενό … κάθε ταυτότητα απαιτεί ένα ΄΄άλλο΄΄.[6] Άλλωστε, αυτό που χρειάζεται να αντιληφθούμε είναι αυτό που σημειώνει ο Κάρλος Φουέντες: «Είμαστε υποταγμένοι στην κριτική του άλλου. Όσο βλέπουμε, άλλο τόσο μας βλέπουν. […] Ανακαλύπτουμε πως μόνο μια νεκρή ταυτότητα είναι μια σταθερή ταυτότητα».[7]

    Η εξισορρόπηση της δυσχερούς θέσης του ΄΄άλλου΄΄, του ΄΄διαφορετικού΄΄ στην κοινωνία υποδοχής επιτυγχάνεται σε αρκετές περιπτώσεις με τη λογοτεχνική αποτύπωση αντίστοιχης μειονεκτούσας θέσης γηγενούς ήρωα (ορφάνια, αναπηρία, ατεκνία, κ.ά.) εν αντιθέσει προς τους ΄΄ομοίους΄΄ του. Η ειδική κατάσταση στην οποία υπεισέρχεται ακούσια ο τελευταίος, διευρύνει τον ορίζοντα των συναισθημάτων του για τον κόσμο, καθιστώντας τον ικανό να αντιμετωπίσει με βιωματικό τρόπο τα διαδραματιζόμενα στο περιβάλλον του, μεταξύ των οποίων την αποδοχή και αναγνώριση του άλλου. Βεβαίως, ο παιδαγωγικός ρόλος της λογοτεχνίας εκτείνεται και περαιτέρω: η μύηση του παιδιού στην ανίχνευση, στην αναγνώριση του άλλου και εν συνεχεία στην ανάπτυξη συμπεριφορών τέτοιων που θα εκμαιεύσουν από αυτόν τη διαφορετικότητά του ως πηγή γνώσης και απόλαυσης, δεν μπορεί να εδράζεται απλώς σε μια ηθικότροπη αποδοχή του ως συνανθρώπου προς τον οποίο οφείλεται ο σεβασμός. Έγκειται κατεξοχήν στην εκγύμναση της προσωπικότητας του παιδιού, ώστε να αντέχει και να εγκολπώνεται την πολυπλοκότητα του κόσμου και μάλιστα να τη διαχειρίζεται παραγωγικά, να την αναλύει, να την αποδομεί, να συμφύρεται με αυτήν διά της τελειούμενης αυτό-εικόνας και αυτό-συνείδησης. Η ύπαρξη πολυπολιτισμικών κοινωνιών κατέστησε αναγκαία τη συνύπαρξη ατόμων με ποικίλες και πολυεπίπεδες διαφορές, γεγονός που επέφερε σημαντικές αλλαγές στη στόχευση και της παιδικής και νεανικής λογοτεχνικής παραγωγής, αλλά και αυτής για ενηλίκους. «Μέσα από αυτή τη θεματική, η φιγούρα του εμιγκρέ, του Άλλου, αρχίζει να παίρνει τη θέση της στη […] λογοτεχνία, η οποία, πραγματευόμενη θέματα πολυπολιτισμικά και οικουμενικά, συνιστά έναν τόπο πολιτισμικών ανταλλαγών και αποδοχής της διαφορετικότητας, αλλά και προσφέρει πρότυπα συμπεριφοράς στους […] αναγνώστες της, εφόσον είναι καθολικά αποδεκτό ότι το λογοτεχνικό βιβλίο αποτελεί φορέα κοινωνικών και πολιτισμικών αναπαραστάσεων. Μέσω του λογοτεχνικού βιβλίου καλλιεργούνται στάσεις και μεταβιβάζονται αξίες και πρότυπα συμπεριφοράς που σχετίζονται με τη συναισθηματική σφαίρα της προσωπικότητας και συνεπώς επηρεάζουν τις απόψεις, τις πεποιθήσεις και τις επιλογές του ατόμου».[8] Γενικότερα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η επαφή με τον «Άλλο» – που είναι στην ουσία και μια επαφή με τον «Εαυτό», εφόσον η αναζήτηση της ετερότητας είναι αναγκαία προϋπόθεση διαμόρφωσης της ταυτότητας – συναντάται σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά στα βιβλία, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη αυτού που ονομάζουμε πολυπολιτισμική λογοτεχνία.[9]

    Όχι μόνο, όμως, οι συγγραφείς βιβλίων για ενηλίκους, αλλά και όσοι γράφουν παιδικά βιβλία επηρεάζονται αναπόφευκτα από τις προσωπικές τους απόψεις και αντιλήψεις, όταν πρόκειται να επιλέξουν τι θα συμπεριλάβουν και τι όχι στα κείμενά τους, όταν πλάθουν ιστορίες και χαρακτήρες, όταν καθορίζουν τη φύση των συγκρούσεων, όταν επιδιώκουν να βρουν τρόπους, για να απεικονίσουν τα θέματά τους και να εκφράσουν τις αξίες τους. Επομένως, τα βιβλία εκφράζουν την προσωπική ιδεολογία των συγγραφέων τους, άμεσα ή έμμεσα, συνειδητά ή ασυνείδητα, γίνονται φορείς ιδεών και θέσεων, με το ενδεχόμενο να πείθουν τους μικρούς αναγνώστες.

    Η Παιδική Λογοτεχνία παρακολουθεί τις εξελίξεις στη Λογοτεχνία για ενηλίκους και επηρεάζεται από αυτές. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα δέχεται πολλές ξένες επιδράσεις, καθώς μεταφράζονται τα έργα αλλόγλωσσων συγγραφέων, π.χ. του Ντίκενς, του Άντερσεν και του Ντεφόου. Λιγοστά είναι τα πρωτότυπα έργα, με σημαντικότερο το Γεροστάθη (1858) του Λ. Μελά, έργο που επεδίωξε να καλλιεργήσει το εθνικό φρόνημα και το ήθος της ελληνικής νεολαίας, παραμένοντας στο προσκήνιο για ένα περίπου αιώνα. Το 1879 εκδίδεται Η Διάπλασις των παίδων, ένα περιοδικό που απευθύνεται αποκλειστικά σε παιδιά και κυριάρχησε στο χώρο της Παιδικής λογοτεχνίας επί επτά περίπου δεκαετίες, ξεπερνώντας σε διάρκεια κυκλοφορίας κάθε άλλο σύγχρονό της ελληνικό παιδικό περιοδικό, ενώ παράλληλα γαλούχησε πνευματικά και διαπαιδαγώγησε πολλές γενιές νέων ανθρώπων. Αξίζει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι, στο 19ο αιώνα, η ελληνική λογοτεχνία που χαρακτηρίζεται από θρησκευτικότητα, πατριωτική έξαρση και διδακτισμό, λειτούργησε ως ΄΄παιδική λογοτεχνία΄΄[10].

    Στις αρχές του 20ού αιώνα, με την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του 1917, γράφεται από την Π. Στ. Δέλτα το πρώτο της βιβλίο, το Για την πατρίδα (1909) και από το Ζ. Παπαντωνίου Τα ψηλά βουνά (1918), ενώ κυρίαρχη είναι και η φυσιογνωμία του Γρ. Ξενόπουλου μέσα από τις στήλες της Διάπλασις των Παίδων. Η νοησιαρχία, ο ηθικοδιδακτισμός και η προβολή του τρίπτυχου «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» εξακολουθούν βέβαια να κυριαρχούν.

    Συνάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι και στα ελληνικά βιβλία που γράφονται για παιδιά – εκείνη τη δεδομένη χρονική περίοδο – στις περιγραφές του ΄΄Άλλου΄΄ κυριαρχεί η χρήση στερεότυπων αντίστοιχων με αυτά που εμφανίζονται στη λογοτεχνία των ενηλίκων. Η Διάπλασις των Παίδων, που αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα κύρια αναγνώσματα των ελληνόπουλων, ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την ιστορία, η οποία «γίνεται παιδαγωγικό μέσο, παρελθόν, παρόν, επικαιρότητα· διαμορφώνει την εθνική συνείδηση και το εθνικό φρόνημα, εμπνέει και καθοδηγεί»[11]. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι συντάκτες του περιοδικού οδηγούνται ακόμη και σε χαρακτηρισμούς για συγκεκριμένους λαούς. Έτσι, οι Τούρκοι ονομάζονται «βάρβαροι και άτιμοι», ενώ οι Βούλγαροι «εχθροί».

    Αναφορικά δε με τη σημασία των διαφόρων φυλών, αν και δεν υπάρχει, σύμφωνα με τη μελετήτρια του περιοδικού κα Β. Πάτσιου, πουθενά ξεκάθαρα διατυπωμένη άποψη περί υπεροχής της λευκής φυλής, τα διάφορα μεμονωμένα διδακτικά –όπως λέγονται- αφηγήματα επιδιώκουν να περάσουν συγκεκριμένες ιδέες για τη μαύρη φυλή. Χαρακτηριστικό είναι το αφήγημα Μαύρα χέρια, το οποίο έχει ως θέμα του την καθαριότητα. Σ’ αυτό, το μαύρο χρώμα «…ταυτίζεται έμμεσα με το βρώμικο και προκαλεί φόβο. Όταν η ηρωίδα λερώνει τα χέρια της,[12] “κλαίει, κλαίει πολύ, διότι της ήλθε μία ιδέα πως ημπορεί τα χέρια της να μείνουν πάντα μαύρα, αράπικα!”[13]»[14].

    Αντίστοιχο παράδειγμα εντοπίζεται και στο Μάγκα της Π.Σ. Δέλτα, όπου διάχυτος είναι ο υποβιβασμός των ντόπιων Αιγυπτίων σε αντιπαραβολή με την τάξη των λευκών αποικιοκρατών. Οι Αιγύπτιοι κάτοικοι της Αλεξάνδρειας χαρακτηρίζονται περιφρονητικά “μαύροι” και “αράπηδες”, που μυρίζουν άσχημα και γυρνούν ξυπόλυτοι, είναι κλέφτες και παλιάνθρωποι, απολίτιστοι εν γένει: «Σιχαινόμουν τον Αράπη που μύριζε αραπίλα σαν όλους τους μαύρους, που έχουν ιδιαίτερη, βαριά μυρωδιά. Σιχαινόμουν τα γυμνά τους πόδια, τα βρώμικα σπίτια, που κάθε λίγο έβγαζαν τσίκνα από καμένο λάδι, και που απ’ όλα ξεθύμαινε μια βόχα από κλεισούρα και ανθρωπίλα. […] Έξαφνα ο μαύρος μού ξέφυγε, αφήνοντας ένα κομμάτι πανί στα δόντια μου, κι έτρεξα κατά τη σκάλα. Όρμησα πίσω του. Γύρευα τα γυμνά του πόδια. […] –Αηδία, αηδία είναι τούτος ο τόπος! Φώναξα. Κάθε Αράπης είναι και ένας κλέφτης, και ένας παλιάνθρωπος. Όλοι βρωμούν και όλοι μ’ επιβουλεύονται!»[15].

    Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου εγκαινιάζεται μία νέα περίοδος στην ιστορία της Ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας, η οποία θα ανθίσει ιδίως μετά το 1974[16]. Οι σημαντικές πολιτικές, κοινωνικές, εκπαιδευτικές και οικονομικές αλλαγές στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, προετοιμάζουν ένα έδαφος εύφορο για την πλούσια – εκρηκτική όπως συχνά χαρακτηρίζεται – παραγωγή παιδικών λογοτεχνημάτων με διευρυμένη θεματολογία. Πρωτοπόροι στις νέες αντιλήψεις εμφανίζονται η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρή.

    Στη σημερινή εποχή εισήλθαν στην Ελλάδα πολλοί ξένοι, οικονομικοί ή πολιτικοί μετανάστες, κυρίως από γειτονικές βαλκανικές χώρες, καθώς και από ορισμένες αραβικές. Το τεράστιο αυτό ρεύμα μετακίνησης πληθυσμών είχε ως αποτέλεσμα το άνοιγμα και την ετερογένεια των σύγχρονων κοινωνιών, την αποδυνάμωση των παραδοσιακών θεσμών και παράλληλα την εμφάνιση φαινομένων ξενοφοβίας, ρατσισμού και πολλών μορφών αποκλεισμού του ΄΄Άλλου΄΄. Αυτή η νέα διαμόρφωση της ελληνικής αλλά και παγκόσμιας κοινωνίας έφερε στο προσκήνιο τις έννοιες της ΄΄ταυτότητας΄΄ και της ΄΄ετερότητας΄΄, οι οποίες έγιναν αντικείμενο έντονου προβληματισμού και αντιπαραθέσεων που καταγράφονται σε συζητήσεις στα Μ.Μ.Ε., σε επιστημονικά άρθρα, καθώς και στη Λογοτεχνία.

    Πράγματι, η Λογοτεχνία και ειδικότερα η Λογοτεχνία για παιδιά εστιάζεται σε μεγάλο βαθμό σε θέματα που αφορούν την ατομική ή συλλογική ταυτότητα[17], τη συνύπαρξη, την επικοινωνία και εν τέλει την αποδοχή των “διαφορετικών” ανθρώπων. Στόχος των συγγραφέων είναι να προσεγγίσουν θέματα που απασχολούν σήμερα τις κοινωνίες και να ευαισθητοποιήσουν το σύγχρονο άνθρωπο, και εν προκειμένω το μικρό παιδί, για την ύπαρξη προκαταλήψεων, πολιτισμικών, κοινωνικών ή άλλων διαφορών. Η λογοτεχνία ευαισθητοποιεί και συγκινεί τους αναγνώστες κάθε ηλικίας, αλλά συνάμα πληροφορεί, προβληματίζει και διαμορφώνει αξίες και στάσεις ζωής, ιδεολογία εν γένει. Η ΄΄πολυπολιτισμική λογοτεχνία΄΄, λοιπόν, υπακούοντας στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής, θίγει το θέμα της ΄΄ετερότητας΄΄ και, μέσω της διαδικασίας της ταύτισης του παιδιού – αναγνώστη με κάποιον εκ των ηρώων, συμβάλλει στην αποδοχή του ΄΄Άλλου΄΄. «Η τέχνη με τη φαντασία θα αποσπάσει το Εγώ από το φυσικό εαυτό του και την ιδιοτέλεια της ταυτότητάς του και θα το μεταφέρει στη θέση του Άλλου»[18].

    Με τα παραπάνω σχετίζεται και το κίνημα της πολιτικής ορθότητας, το οποίο αναπτύχθηκε στις Η.Π.Α. στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ως αποτέλεσμα των πιέσεων που άσκησαν συγκεκριμένες ομάδες, π.χ. οι αλλοεθνείς, οι έγχρωμοι, οι φεμινίστριες, οι φονταμεταλιστές, οι ομοφυλόφιλοι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι περιβαλλοντολόγοι, ακόμη και οι διατροφολόγοι. Όλες αυτές οι ομάδες προέβαλαν τις απαιτήσεις τους, μεταξύ άλλων, και στους εκδότες παιδικών βιβλίων και περιοδικών. Η λογοτεχνία για παιδιά άρχισε να ενθαρρύνει πολυπολιτισμικές και πολυεθνικές αναφορές στα παιδικά βιβλία, στα σχολικά βιβλία και στα περιοδικά.

    Είναι αναμφίβολα ιδιαιτέρως θετικό το γεγονός ότι τα παιδιά αυτών των ομάδων μπορούν ανάμεσα στα διάφορα βιβλία να διαβάσουν ιστορίες για τις ρίζες τους, την ιστορία τους, τη φυλή τους, καθώς και να ταυτιστούν με ήρωες που αντιμετωπίζουν αντίστοιχες καταστάσεις ή ενδεχόμενες σωματικές ή άλλες αναπηρίες με τις δικές τους. Επιπλέον, στα παιδιά της κυρίαρχης ομάδας δίδεται η δυνατότητα να έλθουν σε επαφή με άλλες χώρες και πολιτισμούς και να αναπτύξουν σεβασμό για κάθε μορφής διαφορετικότητα.

    Η παγκοσμιοποίηση, είτε το θέλουμε είτε όχι, αποτελεί μια πραγματικότητα που διαμορφώνει τις κοινωνικές συνθήκες σε παγκόσμιο επίπεδο. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν «θα μπούμε όλοι σε ένα παγκόσμιο χωνευτήρι που θα ανακατέψει και θα ισοπεδώσει τις πολιτισμικές διαφορετικότητες ή μήπως η πολιτισμική διαφορετικότητα, η πολιτιστική ταυτότητα πρέπει –και εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να γίνει αλλιώς- να διατηρηθεί; Η πολιτισμική διαφορετικότητα μήπως είναι αυτή που, σε έναν παγκόσμιο χάρτη που θα ήθελε να προβάλλει την ομοιομορφία, αντιτείνει επίμονα την πρωτοτυπία, το ξεχωριστό, το μοναδικό;»[19]. Πολύ συχνά θα διαπιστώσει κανείς ότι η δική μας ΄΄ετερότητα΄΄ μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα την ετερότητα των ΄΄άλλων΄΄. Η γνωριμία δηλαδή με το ΄΄διαφορετικό΄΄ αποτελεί το καλύτερο μέσο σύγκλισης ανάμεσα σε ποικίλες ετερότητες.

    Σε διεθνές επίπεδο, λοιπόν, παρατηρείται σήμερα μεγάλη κινητικότητα στη συγγραφή και στη μελέτη παιδικών βιβλίων με κυρίαρχο θέμα τους την ύπαρξη του ΄΄Άλλου΄΄ και τη συμβίωση του με τα μέλη της κυρίαρχης ομάδας. Ιδίως σε χώρες όπως είναι οι Η.Π.Α. και κάποιες ευρωπαϊκές, όπου η κοινωνία προσιδιάζει σε ένα μωσαϊκό ομάδων ποικίλης προέλευσης, η προβολή και η κατανόηση της διαφορετικότητας αποτελεί θέμα μείζονος σημασίας. Η ελληνική κοινωνία είναι γεγονός ότι ακόμη χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ομοιογένεια σε σύγκριση με άλλα κράτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σταδιακά δεν εμφανίζει μια αυξανόμενη ανομοιογένεια του πληθυσμού.

    Τα παραπάνω στοιχεία προβάλλουν επιτακτική την ανάγκη ανάπτυξης – κυρίως στη νέα γενιά – αισθήματος σεβασμού για καθετί διαφορετικό. «[…] Το θέμα της πολιτιστικής ταυτότητας υπό το πρίσμα μιας παγκόσμιας κοινότητας, η οποία μάλιστα οραματίζεται να συνδέσει τους διαφορετικούς πολιτισμούς, η έμφαση στην πολιτισμική διαφορετικότητα, όπως αναφύεται μέσα από την πολιτισμική συνύπαρξη των κρατών, γίνεται το ζητούμενο από διεθνείς – διακρατικούς οργανισμούς»[20]. Άλλωστε, εκείνη η λογοτεχνία που καταγράφει τα κοινωνικά φαινόμενα «αποτελεί έναν από τους κυριότερους τόπους εγγραφής της ετερότητας και ένα από τα κυριότερα μέσα κοινωνικής ευαισθητοποίησης σε θέματα ρατσισμού και κοινωνικού αποκλεισμού»[21].


    [1] Χρ. Κωνσταντοπούλου κ.α. (επιμ.), «Εμείς και οι Άλλοι»: αναφορά στις τάσεις και τα σύμβολα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα, Τυπωθήτω-Δαρδανός, 2000, σ.11.

    [2] Στο ίδιο θέμα της δυνατότητας κατακερματισμού της ψευδαισθητικής παγίωσης του εαυτού και της επίγνωσης για την πιθανή ευθραυστότητά του αναφέρεται η Marianna Papastephanou, «Estranged but not Alienated: A Precondition of Critical Educational Theory», Journal of Philosophy of Education, vol. 35, no.1, 2001

    [3] Mircea Eliade, Εικόνες και σύμβολα, μτφρ. Άγγελος Νίκας, Αθήνα, εκδ. Αρσενίδης, 1994, σ. 50.

    [4] Βλ. M. Parés I Maicas, Η κατασκευή της πραγματικότητας από τα Μ.Μ.Ε., Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1997, σ. 50.

    [5] Βλ. σχετικά E. Hobsbawm, Έθνη και εθνικισμός από το 1870 μέχρι σήμερα, μτφρ. Χρυσ. Νάντις, Αθήνα, εκδ. Καρδαμίτσα, 1994, επ.

    [6] Jim Cummins, Ταυτότητες υπό διαπραγμάτευση. Εκπαίδευση με σκοπό την Ενδυνάμωση σε μια Κοινωνία της Ετερότητας, εισαγωγή – επιμέλεια Ελένη Σκούρτου, μτφρ. Σουζάνα Αργύρη, Αθήνα, εκδ. Gutenberg, 2002 (Διαπολιτισμική Παιδαγωγική / 5), σ. 10.

    [7] Κάρλος Φουέντες, «Ξενοφοβία», στο Σε αυτά πιστεύω. Αυτοβιογραφικά σημειώματα. μτφρ. Αμαλία Βασιλακάκη, Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σ. 225.

    [8] Βασιλική Λαλαγιάννη, «Αναπαραστάσεις του Αφρικανού στην Παιδική Λογοτεχνία», Διαδρομές, τχ. 9-10, Άνοιξη – Καλοκαίρι 2003, σ.σ. 10-11.

    [9] Βλ. Μ. Κανατσούλη, Αμφίσημα της παιδικής λογοτεχνίας, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2002, σ.σ. 28-32.

    [10] Βλ. Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου, Το θαυμαστό ταξίδι. Μελέτες για την Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, εκδ.

    Πατάκη, 1995, σ. 17. Αντίστοιχο φαινόμενο παρατηρείται, βέβαια, και στην Ευρώπη.

    [11] Βίκυ Πάτσιου, «Η Διάπλασις των Παίδων» (1879-1922) Το πρότυπο και η συγκρότησή του, Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη, 1995, σ. 131.

    [12] Βίκυ Πάτσιου, ό.π., σ. 140.

    [13] Η Διάπλασις των Παίδων, τόμ. 14, τχ. 23, 15 Δεκεμβρίου 1888, σ. 167.

    [14] Αναφορικά με το ίδιο θέμα είναι χαρακτηριστικό ότι εν γένει το παιδικό αυτό περιοδικό επιδιώκει με κάθε αφορμή να ενισχύει το εθνικό φρόνημα και να τονίζει την υπεροχή των Ελλήνων έναντι των υπολοίπων λαών. Έτσι, σε ερώτηση που θέτει προς τους συνδρομητές του «Ποίον ξένον έθνος αγαπάτε περισσότερον;» αυτοί απαντούν «Δεν αγαπώ κανέν, εκτός της Ελλάδος!» ή «Πας μη Έλλην βάρβαρος». Βλ. σχετικά Η Διάπλασις των Παίδων, τόμ. 4, αρ. 7, 15 Φεβρουαρίου 1897, σ. 51. Ίδια λογική διαπνέει και το ποίημα του Δ. Γρ. Καμπούρογλου Ο κισσός, το οποίο δημοσιεύεται στο τόμ. 4, αρ. 21, 17 Μαΐου 1897, στη σ. 163. «Σ’ ένα πλούσιο περιβόλι/ όπου το θαυμάζουν όλοι,/ τι δεν είχε φυτεμένο/ ακριβό, ξενοφερμένο!/ […] Ήρθε βαρυχειμωνιά,/ παγωνιά μεγάλη/ και τον κήπο μ’ απονιά/ κάνει σε μεγάλο χάλι./ Ένα μόνο ζωντανό,/ καταπράσινο, τρανό,/ θάβρης μέσα ’ς τα καϊμένα,/ τα κιτρινομαυρισμένα/ φραγκοσέλινα: τον κισσό τον Έλληνα!».

    [15] Π.Σ. Δέλτα, Ο Μάγκας, Αθήνα, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1960, σ. 200.

    [16] Ακόμη όμως και ως το 1955, οπότε και εκδίδεται το βιβλίο για παιδιά της Γ. Ταρσούλη Τη Υπερμάχω Στρατηγώ, κυριαρχούν στερεοτυπικές αντιλήψεις για τους ΄΄Άλλους΄΄. Στο εν λόγω βιβλίο, οι ΄΄Άλλοι΄΄ ενοποιούνται και εξομοιώνονται, εμφανίζονται ως «…μία ομοιογενής μάζα με κοινούς τρόπους ζωής και νοοτροπίας, που συνίστανται στην πολεμική τους ικανότητα, στην έλλειψη κοινωνικής οργάνωσης, απλώς στη σύνθεσή τους σε φύλα, στο νομαδικό βίο, στην αγωνιώδη προσπάθειά τους να κατακτήσουν νέα εδάφη, […] ενώ δεν τους αναγνωρίζεται καμιά συμβολή στην κουλτούρα της ανθρωπότητας». Βλ. σχετικά Μένη Κανατσούλη «Ο ρατσισμός στο ελληνικό παιδικό βιβλίο» στο δίτομο έργο Παιδική Λογοτεχνία. Θεωρία και πράξη, επιμ. Άντα Κατσίκη- Γκίβαλου, Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη, 1994, τόμ. 2, σ.σ. 200-201.

    [17]Βλ. Β. Λαμπρόπουλος, «Μεθοριακή λογοτεχνία και κριτική» στο βιβλίο Α. Σπυροπούλου και Θ. Τσιμπούκη (επιμ.), Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2002, σ.σ. 57-58.

    [18] Τασούλα Τσιλιμένη, «Η έννοια της διαφορετικότητας στις μικρές ιστορίες», διαδρομές, τχ. 9-10, Άνοιξη – Καλοκαίρι 2003, σ. 25.

    [19] Μένη Κανατσούλη, Αμφίσημα της Παιδικής Λογοτεχνίας. (Ανάμεσα στην ελληνικότητα και την πολυπολιτισμικότητα), Αθήνα, εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2002, σ.σ. 17-18.

    [20] Μένη Κανατσούλη, Αμφίσημα της Παιδικής λογοτεχνίας…, ό.π., σ. 24.

    [21] Βασιλική Λαλαγιάννη, «Αναπαραστάσεις του Αφρικανού στην Παιδική Λογοτεχνία», διαδρομές, τχ. 9-10, Άνοιξη – Καλοκαίρι 2003, σ.14.

    Ελένη Β. Σεμερτζιδου

    Αρχειονόμος Βιβλιοθηκονόμος

    Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    http://www.seeleni.blogspot.com/

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    Η Ποίηση ζει ή πέθανε;

    24 Ιανουαρίου 2011 // 5.829 Σχόλια »

    Η Ποίηση ζει ή πέθανε;

    .

    «Μας λείπουνε οι λέξεις! Μας λείπουνε οι λέξεις!
    Πίσω απ’ τα μάτια. Όχι στα χείλη.
    Αυτό είν’ όλο.

    Όταν έγραφα αυτές τις αράδες, αναρωτιόμουν αν ακόμη είναι εφικτή η άσκηση της ποιητικής τέχνης σε μια εποχή νεωτερικότητας, μοντερνισμού και σύγχρονης ΄΄αντίληψης΄΄ των πραγμάτων, όπου τα χείλη κυριαρχούν των οφθαλμών!

    « … Μα, τι είναι πιο ανώτερο σε τούτη τη ζωή;

    Να ζει κανείς ή να μη ζει;
    Ιδού η απορία» …

    Έτσι, μου γεννήθηκε και η δεύτερη στροφή, σε μια στιγμή απορίας που αγγίζει ένα μεταφυσικό ερώτημα, ΄΄να ζει κανείς ή να μη ζει΄΄. Αφήνω, λοιπόν, το ερώτημα να πάρει σάρκα και οστά, να γίνει ποίημα, διαρρηγνύοντας το ίδιο το ιδιολατρικό κέλυφος της ποίησής του. Και …

    «Και … Σκέψεις δίχως λέξεις; …
    Μη μου πεις! Αυτό με ξεπερνάει!
    Σαν στον ορίζοντα σβηστείς και, σφόδρα, λησμονήσεις …
    Εκείνα που δεν έμαθες ανάμεσα στα φύλλα … »

    Τι να ‘ναι αυτό, λοιπόν, που πρέπει να λησμονήσει ένας Ποιητής, σαν θέλει να γράψει Ποίηση και όχι ΄΄σκέψεις δίχως λέξεις΄΄; Τα εσώψυχά του μάλλον; Τον εαυτό του μήπως; Τα εσωτερικά τοπία του μυαλού του, όπου μονάχος του, σ’ ένα δωμάτιο, τη νύχτα, με τα παντζούρια κλειστά, ενδιαφέρεται μονάχα γι’ αυτά που τον διαφοροποιούν από τους άλλους, αρνούμενος να κοιτάξει έξω από το παραθύρι του και να γράψει γι’ αυτούς τους ΄΄άλλους΄΄, για την ίδια τη ζωή;

    «Εκείνα που δεν έμαθες ανάμεσα στα φύλλα … »

    Μένω ξανά και ξανά σ’ αυτόν τον στίχο μου. Τον κλωθογυρίζω στο μυαλό μου. Καταγράφω, απλώς, το γεγονός (και σας το εκμυστηρεύομαι φίλοι μου) ότι υπάρχει μέσα μου κάτι σαν ΄΄παράπονο΄΄ για μια απειροκαλία στη σύγχρονη ποίηση, ίσως οφειλόμενη σε έναν εγκλεισμό του ποιητή στον αυτιστικό κόσμο των ΄΄φύλλων΄΄ του, του μονόφυλου σώματός του, που το έχει ταΐσει μόνο με βιβλία, στείρο ακαδημαϊσμό και δίχως ΄΄ομορφιά΄΄. Γιατί, όταν φτάνω στο σημείο να θεωρώ ότι ο Ποιητής πρέπει να είναι ΄΄ερμαφρόδιτος΄΄, τότε το μάτι και το αυτί αντιμετωπίζουν πρόβλημα ως προς τα δικαιώματά τους!

    «Ιδού η απόδειξη, η τρανή! Τον άσσο, πριν τραβήξεις!
    Ο φθόνος … Η φθορά … Κι η φασαρία …
    Μας λείπουνε οι λέξεις! Μας λείπουνε οι λέξεις!»

    Και … Να σου! Έρχεται και η τρίτη η στροφή!

    «Ιδού η απόδειξη η τρανή!»

    Μάλλον δεν ευθύνομαι, λοιπόν, εγώ για όσα μου λένε οι αισθήσεις μου, όταν διαβάζω σύγχρονη ποίηση …

    «Τον άσσο, πριν τραβήξεις!»

    Ένας ποιητής που αρπάζεται από τη μία του λέξη, τη μόνη του λέξη, σαν να ήταν άσσος στο μανίκι του, όπως ο ναυαγός κρατιέται απεγνωσμένα από ένα ξύλο ριγμένο στο πέλαγος..

    Ε! Και λοιπόν! Τη Τέχνη του Λόγου, την τέχνη του να αξιοποιείς κάθε λέξη της γλώσσας, να γνωρίζεις το βάρος, το χρώμα, τον ήχο, τους συνδυασμούς και να τις ξεπερνάς, κάνοντάς τες να υποδηλώνουν περισσότερα από όσα δηλώνουν, να την απαρνηθούμε, τέλος πάντων; Και στο τέλος, τι θα απομείνει;

    «Ο φθόνος … Η φθορά … Κι η φασαρία …»

    Τόση φασαρία για το τίποτα δηλαδή! Όχι! Όχι! Δεν συμφωνώ! (επιτρέψτε μου το ξέσπασμά μου. Γίνομαι, μερικές φορές, ιδιαιτέρως απότομη!).

    Είναι και αυτή η ελληνική γλώσσα! – γλώσσα θεϊκή – που μπορεί να τη μάθει κανείς, μέχρι ενός σημείου, με το διάβασμα (το διάβασμα δεν τελειώνει ποτέ), αλλά ακόμη πιο αποτελεσματικά με το να φαντάζεται ότι δεν είναι ΄΄αυτός΄΄, μα κάποιος ΄΄άλλος΄΄.

    Αν θέλει, επομένως, ο Ποιητής να ικανοποιήσει όλες εκείνες τις αισθήσεις, γράφοντας ένα ποίημα, όπου μαζεύονται σαν σμάρι η λογική, η φαντασία, τα μάτια, τα αυτιά και όχι μόνο …, καλά θα κάνει, επιτέλους, να βγει από το αφόρητο ΄΄εγώ΄΄ του, να αφήσει κατά μέρος ΄΄μοντερνισμούς΄΄ και ΄΄νεωτερισμούς΄΄, ως άλλοθι, και να μιλήσει για την ΄΄ομορφιά΄΄.

    Για ποια ομορφιά;

    «Τη γόπα του τσιγάρου σου, σε τάφο να τη θάψεις
    Κλωστή … Κλωστή … Αόρατη κλωστή …

    Ο ήλιος ανατέλλει …»
    Την ομορφιά που κρύβεται στη γόπα ενός τσιγάρου … σε μια αόρατη κλωστή … στον ήλιο που ανατέλλει … Αρκεί …

    «Κοίταξε, πριν σε καταπιεί …
    Προτού κι εκείνος … λιώσει …»[1]

    .

    Της Ελένης Σεμερτζίδου

    Διδάκτωρος Λογοτεχνίας-Συγγραφέας

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    .

    http://www.seeleni.blogspot.com/


    [1] Οι στίχοι που παραθέτονται είναι από το ποίημα της συγγραφέως, ΄΄Μας λείπουνε οι λέξεις!΄΄, της ποιητικής της συλλογής ΄΄Η αλήθεια της ψυχής …΄΄

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΙΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟΝ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

    17 Ιανουαρίου 2011 // 4.746 Σχόλια »

    Αν ένας μεγάλος λαός δεν πιστεύει ότι μόνο σ’ αυτόν βρίσκεται η αλήθεια (μόνο σ’ αυτόν και αποκλειστικά σ’ αυτόν), αν δεν πιστεύει ότι μόνον αυτός είναι ικανός και προορισμένος να τους αναστήσει όλους και να τους σώσει όλους με την αλήθεια του, αυτός αμέσως μετατρέπεται σε εθνογραφικό υλικό, και όχι σε μεγάλο λαό.

    (Φιόντορ Ντοστογιέφσκι)

    ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

    Οι πρώτοι πιο συστηματικοί, αλλά και πιο αποτελεσματικοί, προπαγανδιστές ήταν από καταβολής κόσμου, οι ιδρυτές, ιερείς και απολογητές των θρησκειών. Η δουλειά τους ήταν δυσχερής και πολυσύνθετη. Απαιτούσε ευρηματικότητα, ευστροφία – σχεδόν σοφιστική – φαντασία και ατελείωτη πειθώ. Διότι είναι πολύ πιο εύκολο να διαδώσεις και να εξαπλώσεις μια ιδεολογία, παρά μία αρκετά περίπλοκη – και σε πολλά σημεία «απάνθρωπα σκληρή» θρησκευτική πίστη. Είναι πιο εύκολο να προβάλλεις μια ευνοϊκή εικόνα για έναν ηγεμόνα ή πολιτικό αρχηγό, παρά να πείσεις δισεκατομμύρια ανθρώπους για την ύπαρξη ενός αόρατου (αλλά παντοδύναμου και πανάγαθου) Πατέρα. Είναι πολύ πιο ευχερές να δικαιολογήσεις ή να συγκαλύψεις τις ατέλειες και τα εγκλήματα μιας διακυβέρνησης (όπως εκείνη του Χίτλερ ή του Στάλιν), παρά να καταφέρεις να κάνεις το γένος των ανθρώπων να ξεχάσει τον πόνο, την αρρώστια, την φθορά, τον θάνατο και όλα τα βάσανα που περιέχει η ύπαρξή του – και επιπλέον να δοξολογεί τον Ύψιστο, επειδή «τα πάντα εν σοφία εποίησεν»! Η «σιωπή του Θεού» αποτέλεσε το βασικό μοτίβο όλης της υπαρξιακής φιλοσοφίας και θεολογίας του περασμένου αιώνα. Πράγματι, ο Θεός σώπασε στο Άουσβιτς, στην Ρουάντα, στην Καμπότζη και σε τόσα άλλα μέρη του πλανήτη μας και άφησε να εκτυλιχθούν απύθμενες βαρβαρότητες, χωρίς ποτέ να δώσει «ένα σημείο». Ο Θεός σωπαίνει όχι μόνο στις μεγάλες δημόσιες τραγωδίες αλλά και στις μικρές ιδιωτικές. Η μάνα που σπαράζει για τον χαμό του παιδιού της δεν παίρνει απάντηση. Αντίθετα, όμως, με το Θεό που «σιωπά», οι προπαγανδιστές και απολογητές του υπήρξαν ανέκαθεν λαλίστατοι. Ιδρυτές θρησκειών, απόστολοι, προφήτες, ιερείς και αρχιερείς, μοναχοί και θεολόγοι, μας έχουν φιλοδωρήσει με χιλιάδες – ίσως και εκατομμύρια σελίδες κειμένων. Κοινό στοιχείο όλων αυτών των λόγων είναι η προσπάθεια «να δικαιολογήσουν τους τρόπους του Θεού στους ανθρώπους», για να χρησιμοποιήσουμε τον περίφημο στίχο του Μίλτωνα: «to justify the ways of God to Men». Διαπρεπής Γάλλος θεολόγος, ο καθηγητής Bernard Sesboue, σε μελέτη του για την σιωπή του Θεού, αφού αναλύσει διεξοδικά όλες τις περιπτώσεις όπου ο Θεός παρέμεινε «απών», καταλήγει στο ότι είναι πλάνη να θεωρούμε ότι ο Θεός σιωπά, διότι ο Θεός μίλησε, άπαξ και δια παντός, όταν έστειλε τον γιο του να σταυρωθεί και να υποφέρει για μας. Μέσα από την Σταύρωση συμμετέχει στα πάθη μας – και άρα είναι παρών.

    Τα πάντα εν σοφία λοιπόν … Αλλά στ’ αλήθεια για ποιά σοφία μιλάμε; Για την ατέρμονη σοφία του Θεού, για την επουράνια εκείνη οπτική γωνία, που κάνει να φαίνονται όλα στον κόσμο τέλεια. Ακόμη και αν δεν είναι; Το σίγουρο είναι ότι, με μια πρώτη ματιά, η σοφία – στην οποία αναφερόμαστε – δεν φαίνεται να είναι διαποτισμένη με παναγαθότητα. Τίποτα μέσα στην φύση δεν δείχνει καλοσύνη ή ηθική βούληση. Αντίθετα κυριαρχεί ο πόλεμος πάντων εναντίον πάντων. «Ο κάθε άνθρωπος φταίει για όλους και για όλα, χώρια από τις δικές του αμαρτίες», θα είναι η απάντηση του Ρώσου συγγραφέα Ντοστογιέφσκι, δια στόματος του ήρωά του στάρετς Ζωσιμά, στο έργο ΄΄Αδελφοί Καραμάζωφ΄΄. Ολόκληρη η κτίση «συστενάζει και συνωδίνει» εξαιτίας της πρώτης αμαρτίας και της ενοχής του ανθρώπου «για όλους και για όλα». Η διαφωνία των σοβιετικών με τον Ντοστογιέφσκι πάνω στη βασική του αρχή δεν θα αργήσει να έρθει, και αυτό γιατί ο διάσημος συγγραφέας εντοπίζει το κακό στην ανθρώπινη φύση, σε αντίθεση με τους σοσιαλιστές που το μετατοπίζουν στην κακή δομή της κοινωνίας. Το κακό, όμως, υπάρχει έξω από μας. Εξαρτάται από την κοινή μας φύση και από την ελευθερία μας που σημαίνει ευθύνη. «Ελευθερία – λέει ο Ντοστογιέφσκι – σημαίνει προσωπική στάση του ανθρώπου απέναντι στο Θεό, τον εαυτό του, το περιβάλλον, την κοινωνία και τα πάντα». Η Θεοδικία (δικαιολόγηση του Θεού), όμως, αυτή δεν είναι μια από τις πιο σύνθετες νοητικές ασκήσεις που συνέλαβε ο άνθρωπος; Κάθε Θεοδικία δεν απαιτεί απέραντη στρεψοδικία; Για να καλύψεις π.χ. τον καθημερινό θάνατο χιλιάδων αθώων παιδιών, δεν θα έπρεπε να «εφευρεθεί» μέλλουσα ζωή, δεύτερη παρουσία, το επιχείρημα της «δοκιμασίας», το Προπατορικό Αμάρτημα, για να οδηγηθεί κανείς στο τέλος στην παράθεση δύο εντελώς αντιφατικών φράσεων: «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν» και «Ανεξερεύνητοι αι βουλαί του Υψίστου»; Ο Ντοστογιέφσκι μένει πιστός στην αρχική του θέση για να σωθεί ο άνθρωπος και ως πρόσωπο και ως κοινωνία. Για τον Ρώσο συγγραφέα, ο άνθρωπος πρέπει να μείνει άνθρωπος, και στο Χριστό έμεινε άνθρωπος. Γιατί το κάθε σύστημα, που πάει να σώσει τον άνθρωπο δημιουργώντας ένα γενικό άνθρωπο, έναν άνθρωπο που το πρόσωπό του έχει χαθεί, είναι απάνθρωπο. Για τον Ντοστογιέφσκι, η απόλυτη υποταγή στην εντολή του Θεού εμπεριέχει την πεποίθηση πως μέσα στην εντολή του Θεού κρύβεται η προεικόνιση του θαύματος. Έτσι, στην κορυφή της ζωής, ζωή και θυσία δεν είναι ποτέ αντίθετα, γιατί θυσία είναι η ανώτατη μορφή ζωής και ζωή η ανώτατη μορφή θυσίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο εδραιώνεται η άρση της αντίθεσης ανάμεσα στην έκφραση του Θεού και στην πραγματικότητα. Δεν υπάρχει καμιά ιδεαλιστική, κοσμολογική ή ιστορική ερμηνεία για την ύπαρξη του Θεού. Όσο περισσότερο προοδεύει κανείς στην έμπρακτη αγάπη και στην αναπαράσταση της θυσίας, τόσο περισσότερο μέσα του υψώνεται η βεβαιότητα για την ύπαρξη του Θεού.

    Η διαφοροποίηση της αγάπης στην Ντοστογιεφσκική κοσμοθεώρηση δεν είναι μια ονειροπόληση γενικής ιδεαλιστικής αγάπης προς την ανθρωπότητα, αλλά η ενεργός αγάπη (που πολλές φορές δέχεται το χτύπημα και την αγνωμοσύνη) σε αντίθεση με την ιδεαλιστική ονειροπόλα αγάπη που ποθεί την γρήγορη επιβράβευση και τον γενικό θαυμασμό. Είναι η εν Χριστώ μετοχή στην νέα ελευθερία. Εδώ βρίσκεται και το κεντρικό μυστικό της υπέρβασης της ανθρώπινης απελπισίας. Αντί για την αποστασιοποίηση από τον κόσμο και την υπέρβαση της αμαρτωλότητας, της αρρώστιας, του πόνου, του κακού, ο Ντοστογιέφσκι πιστεύει στον ενσαρκωμένο εξαγιασμό του κόσμου και την μεταλλαγή του σε κοινωνία αγάπης. Ο δυαλισμός δεν χωράει στην καρδιά του συγγραφέα. Ο Αβραάμ ανεβαίνει στο όρος, όχι με την ακράδαντη πεποίθηση πως πρέπει να πραγματώσει τη θυσία του γιου του, του Ισαάκ, ως εναντίωση στην λογική, αλλά για να «συντελεστεί η επαναδώριση» του γιου του, ως επαναδώριση της Ανάστασης μετά τη θυσία. Αντίθετα με τον Δανό φιλόσοφο και θεολόγο Κίρκεγκωρ που πιστεύει ακράδαντα πως ή ο Ισαάκ θα ζήσει ή η θυσία θα πραγματωθεί, ο Ντοστογιέφσκι δεν θεωρεί την αντίθεση αυτή υποχρεωτική, παρά μονάχα στην διαλεκτική της Λογικής. Στην περιοχή του θαύματος, το μεγαλείο του Θεού είναι τέτοιο που και η θυσία υπάρχει και ο Ισαάκ στο τέλος σώζεται. ‘Έτσι το είτε-είτε του Κίρκεγκωρ μεταβάλλεται σε και-και του Ντοστογιέφσκι, γιατί για τον δεύτερο η απόλυτη θυσία της αγάπης προσφέρει τα πάντα στο διπλάσιο. Η πίστη του Αλιόσα (ήρωας του Ντοστογιέφσκι στους ΄΄Αδελφούς Καραμάζωφ΄΄) στην ανάσταση, μια πίστη που του εδραίωσε πεθαίνοντας ο στάρετς Ζωσιμάς είναι και πίστη του ίδιου του Ντοστογιέφσκι που γι’ αυτό επέλεξε ως motto του τελευταίου έργου του τα λόγια του Χριστού: «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθανη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει» (Ιωάν. ιβ΄ 24). Τα λόγια που βάζει και στο στόμα του στάρετς Ζωσιμά να τα λέει τόσο στον Αλιόσα όσο και στον μεγάλο αμαρτωλό Μιχαήλ. Τα ίδια αυτά λόγια που είναι χαραγμένα σε σλαβική γραφή κάτω από τους δύο τόμους των ΄΄Αδελφών Καραμάζωφ΄΄, όπου ακουμπά η μπρούτζινη προτομή του διάσημου συγγραφέα στον τάφο του, στην Αλεξάντροφσκαγια Λαύρα, στην Αγία Πετρούπολη.

    Ελένη Β. Σεμερτζίδου

    Αρχειονόμος-Βιβλιοθηκονόμος

    Διδάκτωρ του Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    http://www.seeleni.blogspot.com/

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    Η ΜΑΜΑ ΜΑΣ ΤΟ ΘΗΛΥΚΟ!! – Η νέα κωμωδία της ΕΛΕΝΗΣ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΟΥ

    13 Ιανουαρίου 2011 // 5.556 Σχόλια »

    H ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ

    Στην οικογένεια Δεληβοριά, οι δύο κόρες, Θάλεια και Αλεξάνδρα, αποφασίζουν να κάνουν την επανάστασή τους, αποχωρώντας από την πατρική στέγη, κάτω και από την πίεση της εκκεντρικής, ιδιόμορφης και άκρως γοητευτικής μητέρας τους.

    Ο γάμος των δύο κοριτσιών, κατά τα χρηστά ήθη, αποτελεί τον βασικό λόγο διαφιλονικίας και εντάσεων ανάμεσα στις τρεις θηλυκές υπάρξεις του σπιτιού, ενώ ο «περιθωριοποιημένος», από την άλλη πλευρά, σύζυγος και πατέρας προσπαθεί να κρατήσει τις χρυσές ισορροπίες, που κινδυνεύουν αφενός από την αμετροέπεια της συζύγου του και αφετέρου από την νεανική – ιδιαίτερα της Θάλειας – ορμή, ευαισθησία και επαναστατικότητα.

    Στη ζωή τους θα εμφανιστεί, ένα πρωινό, ο Μάριος, ένας όμορφος νέος, με ποιητικές ευαισθησίες, χειροπράκτης στο επάγγελμα, που θα ερωτευτεί αμέσως τη Θάλεια, συμπαρασύροντας στο παιχνίδι του έρωτα και των ψευδαισθήσεων, ως επίδοξος εραστής, όλα τα μέλη της οικογένειας και, κυρίως, την μητέρα, της οποίας η «ωραιοπάθεια» θα τονωθεί, παίρνοντας ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

    Τα «χρυσά» χέρια του Μάριου, κουράροντας την κυρία, θα γίνουν, τελικά, η αιτία που θα φέρει πιο κοντά τη Θάλεια με τον γοητευτικό νέο, αλλά και την κυρία πιο κοντά στον ρόλο της «γιαγιάς», ένα ρόλο «ταμπού» για κάθε «πρώην καλλονή», που στηρίζει επάξια τον χαρακτηρισμό του αιώνιου «θηλυκού».

    Το πλήρες κείμενο έχει αναρτηθεί στην σελίδα θεάτρου: www.etp.gr (www.etp.gr)

    http://www.seeleni.blogspot.com/

    Posted in ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    Το παράλογο πεπρωμένο του Καλλιτέχνη

    9 Ιανουαρίου 2011 // 1.174 Σχόλια »

    Πόσο ελεύθερος είναι, άραγε, ένας καλλιτέχνης, με τη θεμελιακή και ηθική έννοια της ελευθερίας; Μήπως, όπως έλεγε ο Ρώσος μυθιστοριογράφος, Μπόρις Πάστερνακ είναι όμηρος της αιωνιότητας και δεσμώτης του χρόνου; Και αν, ναι, ποιοι είναι, στ’ αλήθεια, όλοι εκείνοι οι παράγοντες που ο κερδισμένος, ο ωφελημένος είναι, πάντα, το κοινό, ενώ ο καλλιτέχνης χάνει και πρέπει να πληρώσει; Είναι, τελικά, τόσο παράλογο το πεπρωμένο του καλλιτέχνη, που δεν υπόκειται στους νόμους της συμβατικής, κοινής λογικής, αλλά βαδίζει σε παράδοξες ατραπούς;

    Ο Βάν Γκόγκ, ο καλλιτέχνης που δήλωνε ότι «το καθήκον είναι κάτι απόλυτο» και παραδεχόταν ότι το καθήκον του προς το καλό το είδε σαν φορτίο και προνόμιο, στο προσωπικό του ημερολόγιο γράφει: «Όταν ένας άνθρωπος εκφράζει καθαρά αυτό που θέλει να πει, πιστεύω ότι δεν χρειάζεται τίποτ’ άλλο. Δεν αντιλέγω, είναι πιο ευχάριστο να τον ακούς όταν μπορεί να εκφράζει όμορφα τις σκέψεις του. Ωστόσο δεν προσθέτει και πολλά στην ομορφιά της αλήθειας, που είναι όμορφη από μόνη της …».

    ΄΄Στην ομορφιά της αλήθειας, που είναι όμορφη από μόνη της …΄΄ Ποια είναι, λοιπόν, αυτή η αλήθεια, για την οποία μιλούσε ο Βάν Γκόγκ και θεωρούσε καλλιτεχνικό του έργο να αγωνιστεί, μ’ όλες του τις δυνάμεις, με το υλικό της ζωής, για να αντλήσει την ιδανική αλήθεια και την ομορφιά που κρύβεται μέσα της; Και, μήπως, αυτή η αλήθεια και η ομορφιά της να στοιχειοθετεί και το παράλογο πεπρωμένο του καλλιτέχνη, που σαν καθήκον και υπέρτατο ιδεώδες στοιχειώνει μέσα του, σε σημείο που να νιώθει ότι είναι ο πιο ανελεύθερος από όλους τους ανθρώπους που κατοικούν τον πλανήτη;

    Η Τέχνη, αναμφισβήτητα, εξευγενίζει τον άνθρωπο με την ύπαρξής της και μόνο. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να έχει καθαρά χρησιμοθηρικούς και πρακτικούς αντικειμενικούς στόχους. Αλλά και ένας καλλιτέχνης που βασίζεται σε τέτοιες «βρώμικες» προϋποθέσεις, είναι φυσικό να μην μπορεί να σταθεί σαν καλλιτεχνική οντότητα που θα δημιουργήσει τους άυλους εκείνους δεσμούς, ώστε η ανθρωπότητα να μεταβληθεί σε κοινότητα και η Τέχνη να μην εκφυλιστεί και γίνει «άγρια», σαν μηλιά σε παρατημένο περιβόλι. Πόσο «παράλογη», όμως, είναι αυτή η «διεργασία», στην οποία υποβάλλει ο καλλιτέχνης τον εαυτό του καθημερινά;

    Την απάντηση θα δώσει ο Ντοστογιέφσκι, λέγοντας: «Λένε πως η τέχνη πρέπει να καθρεφτίζει τη ζωή, και τα λοιπά. Είναι ανόητο όμως. Ο ίδιος ο συγγραφέας (ο ποιητής) δημιουργεί ζωή σχεδόν έτσι όπως δεν υπήρξε ποτέ πριν…». Και ο Τόμας Μαν θα συμπληρώσει: «Μόνο το αδιάφορο είναι ελεύθερο. Το ξεχωριστό δεν είναι ποτέ ελεύθερο. Φέρει τη δική του σφραγίδα, είναι οροθετημένο και αλυσοδεμένο». «Αλυσοδεμένος», λοιπόν, ο καλλιτέχνης δημιουργεί ζωή σχεδόν έτσι όπως δεν υπήρξε ποτέ πριν. Δημιουργεί, επομένως, μια πραγματικότητα, που απέχει πολύ απ’ την κοινή πραγματικότητα. Ζει το παράλογο πεπρωμένο του. Ίσως, θα ήταν πιο «σωστό» και πιο «δίκαιο» να πούμε ότι ο καλλιτέχνης δημιουργεί και αναμορφώνει, μέσα στα έργα του, την πραγματική πραγματικότητα. Την πραγματικότητα εκείνη που έχει τις απαρχές της στις παιδικές καταβολές του ανθρώπου, γίνεται κατανοητή από όλους, εφόσον η ψυχή θα διψά πάντα για αρμονία, άσχετα αν η ζωή, αντιθέτως, είναι γεμάτη παραφωνία. Σ’ αυτή τη διχοτόμηση κινείται το πεπρωμένο του καλλιτέχνη, αποτελώντας το ερέθισμα για να κινηθεί ο άνθρωπος, πηγή πόνου και ταυτόχρονα ελπίδας, επιβεβαίωση του πνευματικού δυναμικού και βάθους του. Φυσικά, αυτή η ανάταση, αυτό το πέταγμα στην καλοσύνη είναι μια χίμαιρα, ένα ολοφάνερο όνειρο για κάτι που δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, κάτι που το αναζητά το πνεύμα του καλλιτέχνη, το λαχταρά, κάτι που αναζητά και λαχταρά όλη η ανθρωπότητα, έστω και εν αγνοία της. Είναι η αλλόκοτη και παράλογη εκείνη στιγμή, που επιτρέπει στον καλλιτέχνη να ρίξει μια ματιά στη συμπαντική αρμονία, στο ιδεώδες. Αλλά ακόμα και αυτό το πλασματικό πέταγμα δίνει στο κοινό τη δυνατότητα της κάθαρσης, αυτού του πνευματικού εξαγνισμού και της απελευθέρωσης, που αποτελεί επίτευγμα της Τέχνης. «Και μόνον η έκφραση της σκέψης δια του λόγου είναι στον κόσμο ένα διαρκές σκάνδαλο. Και τί να πει κανείς για τον γραπτό λόγο;», γράφει ο Γάλλος συγγραφέας, Ζώρζ Μπερνανός, στο έργο του Τα μεγάλα κοιμητήρια κάτω από το φεγγάρι. Για τον Μπερνανός, το να μιλά κανείς, το να γράφει δεν σημαίνει μόνον ότι προκαλεί, έως θανάτου, ένα ψέμα που δεν ζει παρά από τη σιωπή, σημαίνει, κατ’ αρχήν, ότι παίρνει δύναμη να υπερνικήσει τους πειρασμούς της παραίτησης (που είναι, επίσης, και οι πειρασμοί της απελπισίας), θέτοντας σήματα που είναι σημάδια, πέτρες που δείχνουν το δρόμο προς το μέλλον.

    «Ό,τι δικό μας αφήνουμε στο μέλλον [θα γράψει ο Γάλλος συγγραφέας] δεν είναι παρά η τραγική και αιματηρή ιστορία των διαδοχικών μας απογοητεύσεων που υπερνικήσαμε υπομονετικά. Τι σημασία έχει; … Αν ολοκληρώσουμε την προσπάθειά μας, αυτοί, για τους οποίους γεννηθήκαμε και οι οποίοι δεν υπάρχουν ακόμα, θα αντλήσουν τις βεβαιότητές τους από τις αμφιβολίες μας, διότι απ’ αυτόν τον πειρασμό της απελπισίας, που αποτελεί το υφάδι της ζωής μας, θα αναβλύσει με τον καιρό μια νέα πηγή ελπίδας».

    Ελένη Σεμερτζίδου

    Αρχειονόμος – Βιβλιοθηκονόμος

    Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    Ο Βιβλιοσκώληκας

    2 Ιανουαρίου 2011 // 2.813 Σχόλια »

    Μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα τα ματογυάλια ήταν πολυτέλεια: ήταν πανάκριβα και σχετικά λίγοι άνθρωποι τα είχαν ανάγκη, αφού τα βιβλία ήταν περιουσία ελάχιστων εκλεκτών. Μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας και της σχετικής εκλαΐκευσης των βιβλίων, η ζήτηση γυαλιών αυξήθηκε. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, οι γυρολόγοι που ταξίδευαν από πόλη σε πόλη πουλούσαν «φτηνά ματογυάλια από την ηπειρωτική Ευρώπη». Στο Στρασβούργο έγιναν γνωστοί οι κατασκευαστές γυαλιών και μονόκλ το 1466, μόλις έντεκα χρόνια μετά την έκδοση της πρώτης Βίβλου του Γκούτενμπερκ στη Νυρεμβέργη το 1478 και στη Φρανκφούρτη το 1540. Είναι πιθανό ότι τα συνεχώς αυξανόμενα και συνεχώς βελτιωμένα γυαλιά επέτρεπαν σε όλο και περισσότερους ανθρώπους να γίνουν καλύτεροι αναγνώστες και να αγοράζουν περισσότερα βιβλία, και ως εκ τούτου αυτός είναι ο λόγος που τα γυαλιά συνδέθηκαν με τον διανοούμενο, το βιβλιοθηκάριο, τον λόγιο.

    Από το 14ο αιώνα και εξής, προστέθηκαν γυαλιά σε πολυάριθμους ζωγραφικούς πίνακες για να υποδηλώσουν την εργατικότητα και τη σοφία ενός προσώπου. Σε πολλές απεικονίσεις της Κοίμησης της Θεοτόκου, πολλοί από τους γιατρούς και τους σοφούς που την περιέβαλαν στο νεκροκρέβατό της, κατέληξαν να φορούν γυαλιά διαφόρων ειδών. Στην ανώνυμη Κοίμηση του 11ου αιώνα, που τώρα φυλάσσεται στη μονή Νόιμπεργκ της Βιέννης, ένα ζευγάρι ματογυάλια προστέθηκαν πολλούς αιώνες αργότερα σε ένα γενειοφόρο σοφό που διαβάζει ένα βαρύ τόμο που του δείχνει ένας θλιμμένος νεαρός άντρας. Αυτό που υπονοείται είναι ότι ακόμα και οι σοφότεροι λόγιοι δεν κατέχουν αρκετή σοφία για να θεραπεύσουν τη Θεοτόκο και να αποτρέψουν το πεπρωμένο της.

    Στην Ελλάδα, στη Ρώμη και στο Βυζάντιο, ο λόγιος – ποιητής, ο doctus poeta, απεικονιζόμενος να κρατά μία πινακίδα ή έναν κύλινδρο, θεωρούνταν πρότυπο προς μίμηση, αλλά ο ρόλος του περιοριζόταν στους κοινούς θνητούς. Οι Θεοί ποτέ δεν ασχολούνταν με τη λογοτεχνία. Οι ελληνικές και λατινικές θεότητες ποτέ δεν απεικονίζονταν να κρατούν βιβλία. Ο Χριστιανισμός ήταν η πρώτη θρησκεία που τοποθέτησε βιβλίο στα χέρια του Θεού της, και από τα μέσα του 14ου αιώνα και εξής, το εμβληματικό χριστιανικό βιβλίο συνοδευόταν από μια άλλη εικόνα, τα ματογυάλια. Η τελειότητα του Χριστού και του Θεού Πατρός δεν δικαιολογούσαν το να απεικονιστούν ως μύωπες, αλλά οι Πατέρες της Εκκλησίας – ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης, ο Άγιος Αυγουστίνος – και οι αρχαίοι συγγραφείς που έγιναν δεκτοί στον καθολικό κανόνα – ο Κικέρωνας, ο Αριστοτέλης – ορισμένες φορές απεικονίζονταν να κουβαλούν έναν ογκώδη τόμο και να φορούν τα σοφά δίοπτρα της γνώσης.

    Είναι δύσκολο να διανοηθούμε όλους εκείνους τους αμέτρητους αιώνες πριν από την εφεύρεση των διόπτρων, αιώνες κατά τους οποίους οι αναγνώστες αλληθώριζαν για να διαβάσουν τη νεφελώδη εικόνα ενός κειμένου. Και είναι συγκινητικό να φανταστούμε την απίστευτη ανακούφιση των αναγνωστών, όταν επιτέλους απέκτησαν γυαλιά και μπορούσαν αίφνης να δουν, σχεδόν δίχως προσπάθεια, τη σελίδα ενός γραπτού. Το ένα έκτο όλης της ανθρωπότητας είναι μύωπες. Μεταξύ των αναγνωστών, η αναλογία είναι πολύ υψηλότερη, σχεδόν είκοσι τέσσερα τοις εκατό. Σε πολλούς ανθρώπους η κατάσταση χειροτερεύει συν τω χρόνω και εξαιρετικά πολλοί διάσημοι συγγραφείς έχουν τυφλωθεί στα γεράματά τους, από τον Όμηρο και τον Μίλτον ως τον Τζέιμς Τζόις και τον Χόρχε Λούις Μπόρχες. Ο Μπόρχες, που άρχισε να χάνει την όρασή του στα τριάντα του και διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Μποένος Άιρες το 1955, όταν πλέον δεν μπορούσε να δει, σχολίασε τα περίεργο ριζικό του αναγνώστη που χάνει την όρασή του αλλά μια μέρα τού προσφέρεται το βασίλειο των βιβλίων.

    Ο Ισπανός συγγραφέας Χόρχε Μανρίκε, σύγχρονος του Γκάιλερ, διαίρεσε την ανθρωπότητα σε «αυτούς που ζουν από τον ιδρώτα των χεριών τους και στους πλούσιους». Γρήγορα αυτή η διαίρεση κατέληξε να νοείται ως διάκριση «μεταξύ αυτών που ζουν από την δουλειά των χεριών τους» και του «βιβλιοσκώληκα», του διοπτροφόρου αναγνώστη. Είναι περίεργο το ότι τα γυαλιά δεν έχασαν ποτέ αυτή την απόκοσμη έννοια. Λόγου χάρη, όσοι επιθυμούν να φανούν σοφοί (ή τουλάχιστον μελετηροί) χρησιμοποιούν και στην εποχή μας αυτό το σύμβολο. Ένα ζευγάρι γυαλιά, είτε μυωπίας είτε όχι, υποσκάπτει τον αισθησιασμό του προσώπου και υπονοεί αντί αυτού διανοητικές ενασχολήσεις. Συζητώντας περί του νοήματος της ευτυχίας, ο Σενέκας αναγνώρισε ότι η μειοψηφία κατέχει τα πρωτεία της σοφίας και περιφρόνησε τη γνώμη της πλειοψηφίας. Ποιός είναι αυτός λοιπόν που προηγείται; Η εφεύρεση της μάζας, που ο Τόμας Χάρντι περιέγραψε ως «το πλήθος ανθρώπων … που συμπεριλαμβάνει μια κάποια μειονότητα ευαίσθητων ψυχών, οι οποίες είναι οι μόνες, μαζί με τις ιδιότητές τους, που αξίζουν να διατηρηθούν», ή η εφεύρεση του διοπτροφόρου βιβλιοσκώληκα, που θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τον υπόλοιπο κόσμο και τον οποίο ο κόσμος προσπερνά γελώντας σε βάρος του; Η χρονολογική σειρά είναι μηδαμινής σημασίας. Και τα δύο στερεότυπα είναι αποκυήματα της φαντασίας και εξίσου επικίνδυνα, διότι ενδύονται ένα προσωπείο ηθικής ή κοινωνικής κριτικής και χρησιμοποιούνται για να ακρωτηριάσουν μια τέχνη που, στην ουσία της, δεν είναι ούτε περιορισμένη ούτε περιοριστική. Η πραγματικότητα της ανάγνωσης έγκειται αλλού.

    Μια φωτογραφία που πάρθηκε το 1940, κατά το βομβαρδισμό του Λονδίνου στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δείχνει τα απομεινάρια μιας καταστραμμένης βιβλιοθήκης. Μέσα από την γκρεμισμένη οροφή μπορούμε να διακρίνουμε τα κτίρια που πλανιούνται σαν φαντάσματα απέξω. Στο κέντρο του δωματίου υπάρχει ένας σωρός δοκαριών και σακατεμένων επίπλων. Όμως τα ράφια στους τοίχους κρατάνε γερά και τα βιβλία που τα κοσμούν φαίνονται σώα. Τρεις άντρες στέκονται καταμεσής στα ερείπια: ο ένας, σαν να διστάζει ποιο βιβλίο να διαλέξει, μοιάζει να διαβάζει σιωπηλά τους τίτλους στις ράχες. Ένας άλλος, φορώντας γυαλιά, πάει να βγάλει έναν τόμο. Ο τρίτος διαβάζει, κρατώντας το βιβλίο ανοιχτό στα χέρια του. Δεν στρέφουν τις πλάτες τους στον πόλεμο ούτε αγνοούν την καταστροφή. Δεν προτιμούν τα βιβλία από την ζωή έξω. Προσπαθούν να αντισταθούν στις εμφανέστατες συνθήκες. Διεκδικούν το κοινό δικαίωμα να ρωτούν. Επιχειρούν να βρουν άλλη μια φορά – ανάμεσα στα ερείπια, μέσα στην έκπληκτη αποδοχή που ενίοτε προσφέρει η ανάγνωση – λίγη κατανόηση

    Ελένη Β. Σεμερτζίδου

    Αρχειονόμος – Βιβλιοθηκονόμος

    Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    Τελειώνοντας κάτω από το μακιγιάζ …

    29 Δεκεμβρίου 2010 // 4.868 Σχόλια »

    «Ηθοποιός σημαίνει φως».

    Ποια να ‘ναι, στ’ αλήθεια, η μεγαλύτερη τιμωρία του ηθοποιού;

    Το ό,τι είναι φως; Το ό,τι είναι καημός πολύ πικρός και στεναγμός, που άλλοτε γίνεται πολύ μικρός και άλλοτε πολύ βαθύς;

    «Παρηγοριά στη λυγαριά, υπομονή! Αχ πώς πονεί!»,

    θα πει ο σπουδαίος δημιουργός μας, Μάνος Χατζιδάκις, με την αξέχαστη φωνή του Δημήτρη Χορν.

    Πράγματι, πόσο άραγε να πονεί ο ηθοποιός που βρίσκεται παντού, όπως το φως, αλλά η ζωή τον παρασύρει και τον πάει εκεί όπου αυτή θέλει;

    Ένας ηθοποιός δεν μπορεί να συγχωρήσει τίποτα, όταν, καθημερινά, αρνείται τον εαυτό του, μέσα από τους πάμπολλους ρόλους που γεννώνται και πεθαίνουν μαζί του …

    «Σαν καλαμιά θα σ’ αρνηθώ, θα σκεπαστώ, θα τυλιχτώ  μ’ άσπρο πανί κι ένα πουλί,

    άσπρο πουλί που θα καλεί τ’ άλλο πουλί, το μαύρο πουλί».

    Έτσι, ο ηθοποιός θα συναντήσει ένα άλλον ήρωα, ένα άλλο πουλί, τον ταξιδιώτη. Τον ταξιδιώτη του χρόνου, τον ταξιδιώτη της ψυχής, που κουβαλώντας τον στην πλάτη του, θα διασχίσουν μαζί τον χρόνο και τον χώρο όπου γεννήθηκαν …

    «Όλο γυρνάς, πες μου πού πας;

    Σ’ αναζητώ στο χώρο αυτό, γιατί είμ’ εγώ πολύ μικρός και θλιβερός ηθοποιός.

    Θα παίξεις μια, θα παίξω δυο. Θα κλάψεις μια, θα κλάψω δυο».

    Το κορμί θα βασιλεύσει τελικά! Θα θριαμβεύσει με το μίσος και τα πάθη μιας ολόκληρης ζωής. Τα πάθη του κορμιού θα οδηγήσουν τον χορό, θα εξηγήσουν τα πάντα. Αχαλίνωτα κορμιά, τρελά κορμιά και η τραγωδία να ξετυλίγεται, έχοντας την σφραγίδα της παραφροσύνης. Όλο το πεπρωμένο, αβίαστα, θα εκφραστεί μέσα από την τρέλα, για να σιωπήσει και πάλι

    «Κι ύστερα λες για δυο τρελές που μ’ αγαπούν γιατί σιωπούν, γιατί σιωπούν…»

    Ο ηθοποιός, όμως, θα συνεχίσει την πορεία του προς μια άγνωστη ελπίδα. Θα πάρει μέρος σ’ αυτό το παράλογο παιχνίδι, τόσων πεπρωμένων που του ανήκουν και, ωστόσο, δεν του ανήκουν. Θα καταφέρει, τελικά, να γοητεύσει και να προσελκύσει μια φωτεινή ψυχή. Θα κατέβει από την σκηνή, μετά από δυο ώρες περίπου εφήμερης δόξας, και θα γευματίσει στην πόλη.

    Ίσως αυτό και να σημαίνει πως η ζωή είναι ένα όνειρο … Που καρτερεί κάτι να δει …

    «Ηθοποιός, είτε μωρός, είτε σοφός είμαι κι εγώ,

    καθώς κι εσύ είσαι παιδί, που καρτερεί κάτι να δει.

    Πιες το κρασί, στάλα χρυσή απ’ τη ψυχή, ως την ψυχή».

    Ελένη Σεμερτζίδου

    Διδάκτωρ του Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ