• ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΟΥ ΄΄ΕΝΤΑΥΘΑ΄΄

    27 Μαρτίου 2019

    Posted in: ΔΙΑΝΟΗΣΗ

    αρχείο λήψης

    ΕΝΤΑΥΘΑ»

    ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

    Της Ελένης Σεμερτζίδου

    (ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ)

    1. Υπάλληλος στην Αμερικάνικη Πρεσβεία
    2. Πρώτος δημοσιογράφος (Θεόδωρος Βώκος)
    3. Δεύτερος Δημοσιογράφος (Βασίλης Εφραιμίδης)
    4. Χωροφύλακας
    5. Δημοσιογράφοι (πολλοί)
    6. Πρωθυπουργός (Θεμιστοκλής Σοφούλης)
    7. Αστυνομικός
    8. Πρώτος Αστυνομικός
    9. Δεύτερος Αστυνομικός
    10. Δημοσιογράφος της Αμερικάνικης Ένωσης Δημοσιογράφων
    11. Δικαστής
    12. Πρώτος Χωροφύλακας
    13. Δεύτερος Χωροφύλακας
    14. Γρηγόρης Στακτόπουλος (Δημοσιογράφος)
    15. Άννα Στακτοπούλου (Μητέρα του Γρηγόρη Στακτόπουλου)
    16. Νικόλαος Μουσχουντής (Διευθυντής στη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης)
    17. Παπαδόπουλος (Αστυνομικός στη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης)
    18. Υπουργός Δημόσιας Τάξης (Κωνσταντίνος Ρέντης)
    19. Πρώτος Δημοσιογράφος
    20. Δεύτερος Δημοσιογράφος
    27. Καθηγητής Δημοσιογραφίας
    28. Τζόρτζ Πολκ (Αμερικανός Δημοσιογράφος)
    29. Ρέα Κοκκώνη (Σύζυγος του Τζόρτζ Πολκ)
    30. Άντρας (Δολοφόνος του Πολκ)
    31. Υπουργός Δικαιοσύνης (Γεώργιος Μελάς)
    32. Θάνος (φοιτητής)
    33. Ισίδωρος (φοιτητής)
    34. Ράνια (φοιτήτρια)
    35. Θάλεια (φοιτήτρια)
    36. Πέτρος (φοιτητής)
    37. Αγγελική (φοιτήτρια)
    38. Ανώτατος Αξιωματούχος της Αμερικάνικης Πρεσβείας (Κρίστοφερ Γουόρνερ)
    39. Υφυπουργός Εξωτερικών (Παναγιώτης Πιπινέλης)
    40. Εισαγγελέας (Παναγιώτης Κωνσταντινίδης)
    41. Συνήγορος του Γρηγορίου Στακτόπουλου (Ιορδάνης Βαφειάδης)
    42. Αμερικανός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη (Ράλεϊ Γκίμπσον)
    43. Αλιέας (Λάμπρος Αντώναρος)
    44. Λιμενεργάτης (Νόντας Βλαχόπουλος)
    45. Αστυφύλακας
    46. Ιατροδικαστής (Κωνσταντίνος Ηλιάκης)
    47. Αμερικανός επικεφαλής του Γραφείου Στρατηγικών Υπηρεσιών – Εκπρόσωπος της Επιτροπής Λίπμαν (Γουίλ Ντόνοβαν)
    48. Βρετανός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη – Υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου του προξενείου (Ράνταλ Κόουτς)

    Υποσημειώσεις:

    1. Πολλά από τα παραπάνω πρόσωπα μπορούν να παιχτούν από τον/ους ίδιο/ους ηθοποιό/ούς.

    2. Οι σκηνές που ακολουθούν, στις τέσσερις πράξεις του έργου, δεν βασίζονται, πάντα, σε ιστορικώς αποδεδειγμένα συμπεράσματα/πορίσματα, αλλά αποτελούν και αποκυήματα της φαντασίας της συγγραφέως, πράγμα που τις καθιστά σχετικώς και εν μέρει μόνον φορείς αληθείας.

    3. Κάποιοι πυροβολισμοί, εν μέσω των σκηνών, είναι δυνατόν να προκαλέσουν ταραχή στο κοινό, γι’ αυτό θα ήταν καλό να αναγγελθούν από εξαρχής.

    4. Το σκηνικό είναι, γενικώς, λιτό και δεν απαιτεί μεγάλες σκηνικές παρεμβάσεις.

    ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ
    Σκηνή Ι

    (29 Μαρτίου 1948
    Σκοτεινός, έρημος δρόμος
    Ένας άντρας προχωράει
    Ακούμε off τα στοιχεία του: «Δημοσιογράφος, Θεόδωρος Βώκος»
    Δύο χωροφύλακες τον συλλαμβάνουν και τον οδηγούν σ’ ένα γυμνό γραφείο
    Δεξιά της σκηνής, σε μία ταμπέλα, αναγράφεται: «Αμερικανική πρεσβεία Αθηνών»
    Ο υπάλληλος που κάθεται στο γραφείο μιλάει στο τηλέφωνο …)

    ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑ: «Θεόδωρος Βώκος. 29 Μαρτίου. Βάδιζε την εσπέρα σε αθηναϊκό δρόμο. Δουλεύει στο ρωσικό πρακτορείο TASS. Συνεργάτης του Βελιτσάνσκι. Να αναφερθεί στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και στον υπουργό Μάρσαλ … Θα σας ενημερώνουμε για κάθε εξέλιξη περί της υποθέσεώς του»

    (Κατεβάζει το ακουστικό
    Οι χωροφύλακες παίρνουν τον δημοσιογράφο, ο οποίος προσπαθεί να αποδεσμεύσει τα χέρια του από τις χειροπέδες, και αποχωρούν από τη σκηνή
    Ο υπάλληλος της πρεσβείας σηκώνει, ξανά, το ακουστικό του τηλεφώνου …)

    ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑ: «Η πρεσβεία μας έχει έγκυρες πληροφορίες ότι η Ελληνική Ασφάλεια βρίσκεται στα ίχνη κατασκοπευτικού δικτύου που ενέχει τον ανταποκριτή του TASS, Βελιτσάνσκι. Ο δημοσιογράφος Βώκος θα δικαστεί με την κατηγορία παράνομης κατοχής στρατιωτικών πληροφοριών»

    (Κατεβάζει το ακουστικό
    Μπαίνουν ξανά δύο χωροφύλακες
    Αυτή τη φορά κρατούν με χειροπέδες έναν άλλο άντρα, δημοσιογράφος κι αυτός
    Ο ένας από τους δύο χωροφύλακες σπρώχνει τον κρατούμενο προς το γραφείο του υπαλλήλου της Αμερικανικής πρεσβείας)

    ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ: «Δημοσιογράφος Βασίλης Εφραιμίδης! Συνεργάτης της αριστερής εφημερίδας της Νέας Υόρκης, «Ελληνοαμερικανικό Βήμα». Ανακρίνεται για να αποκαλύψει πιθανές σχέσεις του με τον Βελιτσάνσκι, τον Χατζηαργύρη και … Τον Πολκ!»

    ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑ: «Πολκ; …»

    (Ο υπάλληλος στην Αμερικανική πρεσβεία σηκώνει διστακτικά το ακουστικό του τηλεφώνου
    Μετανιώνει αμέσως και το κατεβάζει
    Οι χωροφύλακες παίρνουν τον κρατούμενο δημοσιογράφο και αποχωρούν από τη σκηνή)

    ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑ: (Στοχαστικός) «Τζόρτζ Πολκ …»

    (Μια ομάδα δημοσιογράφων εισέρχονται ζωηρά στη σκηνή με μικρόφωνα στα χέρια
    Πάνω σε βάθρο, με μεγάλα γράμματα, φωτίζεται η επιγραφή: «Πρόεδρος, Θεμιστοκλής Σοφούλης»
    Ο πολιτικός άντρας ανεβαίνει στο βάθρο για δήλωση)

    ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ: (Με προτεταμένα τα μικρόφωνα) «Κύριε Πρωθυπουργέ! Μια δήλωση για τον Τζόρτζ Πολκ!»

    ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ (ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΣΟΦΟΥΛΗΣ): (Ξεροβήχει. Στητός) «Αποτελεί ζήτημα τιμής δια την Ελλάδα η ταχεία ανακάλυψις των δραστών και των αιτίων του αποτρόπαιου τούτου εγκλήματος, καθώς και η παραδειγματική τιμωρία των δολοφόνων του Τζόρτζ Πολκ!»

    (Οι δημοσιογράφοι και ο πολιτικός άντρας αποχωρούν από το μέσον της σκηνής
    Στα αριστερά της σκηνής, ένα μικρό γραφείο, στριμωγμένο, στο στυλ του πρώτου
    Καταλαβαίνουμε ότι είμαστε στο «Τρίτο Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης»
    Ένας νωθρός αστυνομικός φέρνει έναν κλειστό φάκελο και τον πετάει, βαριεστημένα, πάνω στο έρημο γραφείο
    Φεύγει και τον ακούμε να φωνάζει …)

    ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Τρίτο Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης ενταύθα!»

    (Μπαίνουν δύο άλλοι αστυνομικοί
    Ο ένας παίρνει τον φάκελο στα χέρια του και τον περιεργάζεται)

    ΠΡΩΤΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Τι είναι, πάλι, αυτό, ρε;»

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Άνοιξέ το! Πού θέλεις να ξέρω! … Τι γράφει απέξω;»

    ΠΡΩΤΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Τρίτο Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης ενταύθα … »

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Ε, άντε! Σκίσε να δούμε τι έχει τέλος πάντων!»

    (Ο πρώτος αστυνομικός σκίζει τον φάκελο και βγάζει μια ταυτότητα)

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Τι είναι;»

    ΠΡΩΤΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Δεν βλέπεις; … »

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Μια ταυτότητα … »

    ΠΡΩΤΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Τζόρτζ Πολκ …»

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Αυτός δεν είναι, ρε, ο Αμερικανός απεσταλμένος του CBS;»

    ΠΡΩΤΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Τι να συμβαίνει άραγε; … Και αυτά τα γράμματα στον φάκελο; … Ποιος να τον έστειλε; … Δεν έχει όνομα αποστολέα …»

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Θα χρειαστεί, σίγουρα, γραφολογική εξέταση ο φάκελος»

    ΠΡΩΤΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: (Με θυμό) «Χωρίς εντολή δεν κάνουμε τίποτα! Κατάλαβες;»

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Μάλλον έχασε την ταυτότητά του ο Κύριος Πολκ. Κάποιος τη βρήκε και …»

    ΠΡΩΤΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Δεν νομίζω. Κάτι πιο σοβαρό συμβαίνει»

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: «Ενημέρωσε τον προϊστάμενο!»

    (Στα δεξιά της σκηνής, στο γραφείο της Αμερικανικής πρεσβείας Αθηνών πάλι
    Ο υπάλληλος σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου
    Ακούμε τη φωνή του … )

    ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑ: «..Ο Πολκ έφτασε στη Θεσσαλονίκη στις 7 Μαΐου. Έμεινε στο ξενοδοχείο «Αστόρια» και όχι στο «Κοσμοπολίτ», όπου σκόπευε, αρχικά, να διανυκτερεύσει μαζί και με άλλους ανταποκριτές. Στο δωμάτιό του βρέθηκε ένα γράμμα που δείχνει ότι ήθελε να συναντηθεί με τον Μάρκο Βαφειάδη, για να του πάρει συνέντευξη. Ποιος; … Ο Γιάννης Ιωαννίδης; … Α! Αυτός ισχυρίζεται ότι τον Πολκ τον δολοφόνησαν οι άντρες της Ειδικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης. Ναι! … Ναι! … Τα γνωστά! … Θέλουν οι συμμορίτες του Μάρκου να δυσφημήσουν στα μάτια της Αμερικανικής κοινής γνώμης την Ελληνική κυβέρνηση! Θα είμαστε σε επικοινωνία, όπως και να ‘χει. Τα σέβη μου!»

    (Κατεβάζει το ακουστικό του τηλεφώνου
    Στη σκηνή εισέρχονται αρκετοί δημοσιογράφοι
    Στο μέσον της σκηνής, πάνω στο βάθρο, φωτίζεται, αυτή τη φορά, η επιγραφή: «Αμερικανική Ένωση Δημοσιογράφων»
    Ένας άντρας, δημοσιογράφος της Αμερικανικής Ένωσης, ανεβαίνει και μιλάει με ξενική προφορά στους συναδέλφους του …)

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ: «Είναι απαράδεκτο, συνάδελφοι, καθ’ον χρόνον η Αμερικανική Κυβέρνηση ενισχύει οικονομικώς την Ελλάδα, εις βάρος των Αμερικανών φορολογουμένων, οι Έλληνες να δολοφονούν συναδέλφους μας δημοσιογράφους! Πρέπει να σταματήσει αυτό! Ζητούμε από την Ελληνική Κυβέρνηση να επιληφθεί του θέματος το συντομότερο δυνατόν!»

    (Ένα στασίδι και μια έδρα
    Ένας ωραίος, καλοντυμένος άντρας, γύρω στα τριάντα πέντε, και μια μαυροφορεμένη ηλικιωμένη γυναίκα κάθονται δίπλα-δίπλα στο στασίδι και περιμένουνε
    Μπαίνει ένας κοντόχοντρος, σοβαρός κύριος, φορώντας την τήβεννο του δικαστή και με έναν φάκελο στο χέρι. Η μαυροφορεμένη γυναίκα και ο άντρας δίπλα της σηκώνονται όρθιοι. Ο δικαστής τούς κάνει νόημα να καθίσουν. Ανοίγει τον φάκελο, διαβάζοντας ψυχρά και κοφτά … )

    ΔΙΚΑΣΤΗΣ: «Σήμερα, στις 12 Απριλίου του 1949, το Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης καταδικάζει τον Γρηγόριο Στακτόπουλο σε ισόβιο κάθειρξη για συνέργεια σε ανθρωποκτονία και τους Μουζενίδη και Βασβανά στην ποινή του θανάτου ως φυσικούς αυτουργούς στη δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου, Τζόρτζ Πολκ! Η μητέρα του Γρηγορίου Στακτόπουλου, Άννα Στακτοπούλου, κρίνεται αθώα και θα αφεθεί ελεύθερη!»

    (Ο δικαστής σηκώνεται από την έδρα και αποχωρεί
    Ο άντρας, συντετριμμένος, πέφτει στην αγκαλιά της μητέρας του
    Δυο χωροφύλακες τον αναγκάζουν να σηκωθεί και του βάζουν χειροπέδες)

    ΠΡΩΤΟΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ: «Ο Μουσχουντής θα σε στρώσει καλά εσένα! Σε περιμένει στη Γενική Ασφάλεια για μια κουβεντούλα τετ-α-τετ, Γρηγόρη!»

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ: «Στακτόπουλε, σ’ αρέσει, ρε, το ρεμπέτικο τραγούδι;»

    ΠΡΩΤΟΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ: «Έχει πολλούς μπουζουξήδες εκεί κάτω στα μπουντρούμια! Θα κελαηδάς μαζί τους!»

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ: «Έλα! Πάμε!»

    (Σπαραχτικό κλάμα της μαυροφορεμένης γυναίκας για τον γιο της
    Η ηλικιωμένη γυναίκα αποχωρεί)

    Σκηνή II

    (Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης
    Σε μια καρέκλα καθισμένος ο Στακτόπουλος
    Γύρω του άντρες της Ασφάλειας, φορώντας σκούρα
    κοστούμια και καπέλα με γείσο
    Πρωτοστατεί ο Μουσχουντής, διευθυντής της Ασφάλειας,
    γύρω στα πενήντα, κοντόχοντρος, βλέμμα μοχθηρό
    Ο Στακτόπουλος εξαντλημένος από τα βασανιστήρια)

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: (Βλέμμα απλανές) «Αποκαλύπτω … τους ενόχους του Πολκ … Η πατρίς μου, η Ελλάς … είναι αθώα του εγκλήματος … »

    (Ο Μουσχουντής, ενθουσιασμένος,
    πέφτει στα γόνατα του Στακτόπουλου)

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Γρηγόρη, άκουσέ με! Θα σε συντρίψω τώρα και, ύστερα, η πατρίδα θα σε δοξάσει!»

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: (ξεψυχισμένα) «Η πατρίς μου, η Ελλάς … είναι αθώα του εγκλήματος … »

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (φιλικό χτύπημα στον ώμο του Στακτόπουλου. Του φέρνει να υπογράψει δακτυλογραφημένη την κατάθεσή του) «Μπράβο, αγόρι μου! (Ο Στακτόπουλος υπογράφει με κόπο) Έτσι! Θα δεις! Όλα θα πάνε καλά! (νεύμα προς τους άντρες της Ασφάλειας για να πάρουν τον Στακτόπουλο)

    (Αποχωρούν όλοι από τη σκηνή
    Μένει ο Μουσχουντής
    Κάθεται στο γραφείο του)

    (Στην Αμερικανική πρεσβεία
    Ο υπάλληλος καθισμένος, πάντα, στο γραφείο του
    Σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου
    Τον ακούμε να λέει …)

    ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑ: «..Εκείνο το βράδυ, ο Πολκ δείπνησε μαζί με την Έλεν Μάμας και τον Γρηγόρη Στακτόπουλο στο ρεστοράν «Λουξεμβούργο». Το δείπνο περιλάμβανε αστακό με μπιζέλια. Στην ιατροδικαστική εξέταση που έγινε, αργότερα, βρέθηκαν στο στομάχι του Πολκ δείγματα αυτού του γεύματος, μαζί και με μικρή ποσότητα αλκοόλ … Τέλος πάντων. Μετά το γεύμα, σε μια βάρκα, τον περίμεναν ο Μουζενίδης με τον Βασβανά. Ο Στακτόπουλος θα οδηγούσε τον Πολκ στους δύο αυτούς άντρες του Δημοκρατικού Στρατού για να τον φέρουν σε επαφή με τον αρχηγό τους, τον Μάρκο Βαφειάδη … Ο Στακτόπουλος, επομένως, δεν είναι αθώος του εγκλήματος, αλλά ένοχος!» (κατεβάζει το ακουστικό του τηλεφώνου)

    (Ακούμε δυνατό χτύπημα σε πόρτα
    Ένας άντρας της Ασφάλειας εισέρχεται στη σκηνή)

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (σηκώνει τα μάτια του από τα χαρτιά του) «Τι τρέχει, Παπαδόπουλε;»

    ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: «Κύριε Διευθυντά, έχουμε μια σημαντική ανακάλυψη για τη δολοφονία του Πολκ!»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Μμμμ .. Του Πολκ, ε; … Του Τζόρτζ Πολκ! … (σηκώνεται από το γραφείου του. Προχωράει στη σκηνή) Αμερόληπτος δημοσιογράφος … Αντικειμενικός … Ρομαντικός της ειδησεογραφίας … Γι’ αυτό το έφαγε το κεφάλι του, ο ανόητος! Έκανε τον παλικαρά! … Λοιπόν! Λέγε, Παπαδόπουλε! Τι νέο υπάρχει για την υπόθεση αυτή;»

    ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: « …Στο ρεστοράν Λουξεμβούργο … δεν σερβίρουν αστακό με μπιζέλια. Ούτε εκείνο το βράδυ ούτε ποτέ. Ελέγξαμε και όλη την εγχώρια κυκλοφορία. Επιπλέον … »

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Λέγε! Που να σε πάρει ο διάολος, Παπαδόπουλε!»

    ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: «Ο Βασβανάς … Δεν μπορεί να ήταν μέσα στη βάρκα εκείνο το βράδυ … »

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Γιατί;(!)»

    ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: «Είχε σκοτωθεί πάνω στα βουνά με άλλους αντάρτες, ένα μήνα πριν τη δολοφονία του Πολκ»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (χτυπώντας το χέρι του δυνατά πάνω στο τραπέζι) «Που να πάρει ο διάολος! … (ήρεμα) Άκου, Παπαδόπουλε. Άκουσέ με προσεχτικά. Ο Στακτόπουλος είναι ένοχος, ή έτσι ή αλλιώς. Το ομολόγησε ο ίδιος. Τη γριά μάνα του τη στείλαμε στο σπιτάκι της, ενώ θα μπορούσαμε να την μπουντρουμιάσουμε και εκείνη. Ο γραφικός χαρακτήρας πάνω στον φάκελο με την ταυτότητα του Πολκ είναι δικός της. Όσο για τον Στακτόπουλο, θα μείνει για κάμποσα χρονάκια στην Ασφάλεια. Θα σιτίζεται σαν απλός χωροφύλαξ. Ούτε φυλακή ούτε βασανιστήρια. Εδώ, δίπλα μου, θα τον έχω. Τι άλλο θέλουν, τα παλιόσκυλα, από μένα!»

    ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: «Για τον Βασβανά και τον Μουζενίδη; …»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Κλείσε το στόμα σου, Παπαδόπουλε! Κλείσε το στόμα σου! Μην σου κόψω τη γλώσσα σου και στη δώσω να την φας με αλάτι και πιπέρι!»

    ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: «Μάλιστα, Κύριε Διευθυντά!» (αποχωρεί από το γραφείο)

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου. Νευρικός και ταραγμένος …) Συνδέστε με αμέσως με τον Υπουργό! Τώρα! (περιμένοντας λίγα λεπτά) Ναι … Ναι, υπουργέ μου. Τα σέβη μου! Μουσχουντής, εδώ … Από τη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης … Έχουμε εξελίξεις, υπουργέ … Ο Στακτόπουλος ομολόγησε … Ναι … Ναι … Μας παίδεψε λιγάκι, αλλά, εν τέλει, ομολόγησε την ενοχή του … Φυσικά. Φυσικά. Θα είμαστε σε επικοινωνία, υπουργέ μου. Ασφαλώς και μπορείτε να τον δείτε. Θα τον κρατήσουμε στη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Εδώ … Κοντά μου … Αν δεν έχετε κάποια αντίρρηση, βέβαια … Μμμμ … Μάλιστα … Μάλιστα … Καταλαβαίνω πολύ καλά τι εννοείτε. Τα σέβη μου, υπουργέ»

    (Στη σκηνή εισέρχονται πολλοί δημοσιογράφοι
    Περικυκλώνουν τον πολιτικό άντρα που στέκεται πάνω στο βάθρο
    Η φωτεινή επιγραφή αναγράφει: «Υπουργός Δημόσιας Τάξης, Κωνσταντίνος Ρέντης»

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (ξεροβήχει) «..Συνελήφθησαν οι δολοφόνοι του Πολκ! Όλοι είναι σημαίνοντες κομμουνισταί! Ο ρόλος του ανταποκριτού του Ρόιτερ, Γρηγόρη Στακτόπουλου και οι ομολογίαι της μητρός αυτού αποδεικνύουν περίτρανα την ενοχή του, καθώς εις την οικία των ο δολοφονηθείς, Τζόρτζ Πολκ συνηντήθη με δύο άλλα άτομα. Ο διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, Ταγματάρχης, Κύριος Νικόλαος Μουσχουντής, εξετάζων αλληλοδιαδόχως και άνευ διακοπής ημέραν και νύκτα, κατά τα τρία τελευταία ημερονύκτια, τους κρατουμένους προς ανάκρισιν, οκτώ τον αριθμό, επέτυχε να αποσπάσει παρ’ άλλων μεν ομολογίας και παρ’ άλλων αποκαλύψεις βάσει των οποίων η υπόθεσις Πολκ διηκριβώθη επιτυχώς! … (χαμογελώντας αυτάρεσκα) Θα φέρω, μου φαίνεται, τον Μουσχουντήν εις τας Αθήνας και θα ειδοποιήσω όλους τους αστυνομικούς του κόσμου να περάσουν ανεξαιρέτως από την σχολήν Μουσχουντή, δια να λάβουν μαθήματα ήθους και εντιμότητος!»

    ΠΡΩΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: «Κύριε υπουργέ, είναι αλήθεια ότι ο Στακτόπουλος απήντησε πως επίστευε ότι ο Πολκ θα μετέβαινε προς συνάντησιν του Μάρκου Βαφειάδη και δεν ήθελε να κάμει διαφήμισιν αυτού και της Κολούμπια;»

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Αι σημεριναί πληροφορίαι μου, εξ όλων των πηγών, συμπίπτουν εις το ότι και οι οργανωταί και οι δράσται της δολοφονίας του Πολκ είναι κομμουνισταί και, ως εκ τούτου, η υπόθεσις Πολκ έληξεν!» (παραμερίζοντας τους δημοσιογράφους) Ευχαριστώ πολύ. Καλή σας μέρα»

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: (τρέχοντας πίσω από τον υπουργό με ένα μικρόφωνο) «Κύριε υπουργέ, ο Στακτόπουλος θα μεταφερθεί στις φυλακές ή θα παραμείνει στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, όπου και βρίσκεται μέχρι τώρα;»

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (Επιστρέφει. Εκνευρισμός και αμηχανία) «Ποιος σας μίλησε για τα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, Κύριε! Θα μεταβεί εις τας φυλακάς! Κρατούμενος είναι και όχι φιλοξενούμενος!»

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: «Μα … Ακούγεται ότι ο Κύριος Μουσχουντής … »

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (Απότομα) Ο Κύριος Μουσχουντής κάνει πολύ καλά τη δουλειά του! Να προσέχετε, λοιπόν, όταν αναφέρεστε εις αυτόν!»

    (Ο πολιτικός άντρας αποχωρεί μαζί και με τους δημοσιογράφους
    Επιστροφή στην Αμερικάνικη Πρεσβεία
    Ο υπάλληλος του γραφείου σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου
    Τον ακούμε να λέει …)

    ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑ: «..Στις 17 Οκτωβρίου, σε συνέντευξη Τύπου των υπουργών Δημοσίας Τάξεως και Δικαιοσύνης, παρουσία της ηγεσίας της Χωροφυλακής και πλήθους δημοσιογράφων, ανακοινώθηκε ότι το φόνο σχεδίασε η Κομινφόρμ, προκειμένου να εκθέσει την Ελλάδα στο εξωτερικό, να πλήξει τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις και να εμποδίσει τη βοήθεια που παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, εδώ και ένα χρόνο, αγόγγυστα, στην Ελλάδα, μετά την εξαγγελία του «δόγματος Τρούμαν» … Ο Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος βρίσκεται στην κρισιμότερη φάση του και η στρατιωτική αναμέτρηση δείχνει να είναι αμφίρροπη … Αναμένουμε εξελίξεις!» (κατεβάζει το ακουστικό του τηλεφώνου)

    (Χαμηλός φωτισμός στη σκηνή
    Βλέπουμε τον υπουργό Δημοσίας Τάξεως, κ. Ρέντη
    Όρθιος πίνει ένα ποτό σε κατάσταση αναμονής
    Ο Διευθυντής της Γενικής Ασφάλειας, Μουσχουντής,
    εισέρχεται, ξανά, μετά από λίγο, στη σκηνή)

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Υπουργέ μου (βαθιά υπόκλιση) Τα σέβη μου

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Ελάτε, Κύριε Μουσχουντή. Σας περίμενα, αν και είναι αργά … Ουίσκι;»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Έχουμε λίγο χρόνο στη διάθεσή μας;»

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (σε συνωμοτικό τόνο) «Πολύ λίγο, Κύριε Μουσχουντή! Πολύ λίγο!»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: Καταλαβαίνω. Θα είμαι σύντομος, υπουργέ»

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (χαμογελώντας) «Δεν σας αρέσει και πολύ το ποτό, απ’ ό,τι βλέπω, Κύριε Μουσχουντή»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Δεν πίνω, ποτέ, εν ώρα εργασίας»

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Δεν επιμένω λοιπόν»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (Αμήχανα) «…Έβαλα εκατό πράκτορες να ελέγξουν όλη την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης … Κοίταξαν τα μενού όλων των εστιατορίων, για να εντοπίσουν πού έφαγε ο Πολκ αστακό με μπιζέλια, εκείνο το βράδυ … »

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (ειρωνικά) «Και, λοιπόν, Κύριε Μουσχουντή; Τι βρήκατε; Σας ακούω»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Δεν υπάρχει τέτοιο μενού σε κανένα εστιατόριο της Θεσσαλονίκης, υπουργέ»

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Είστε σίγουρος, Κύριε Μουσχουντή;»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Μάλιστα, υπουργέ. Δυστυχώς»

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Το ΄΄δυστυχώς΄΄ και το ΄΄ευτυχώς΄΄ είναι πολύ σχετικές έννοιες, Κύριε Μουσχουντή. Συνεχίστε την έρευνά σας»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Μα … Δεν πρόκειται να βγει κάποιο άλλο πόρισμα, εξ όσων γνωρίζω … »

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Τότε, πείτε ότι το πόρισμα έχει βγει ήδη. Ο Τζορτζ Πολκ δείπνησε, το μοιραίο εκείνο βράδυ, στο ρεστοράν «Λουξεμβούργο» και έφαγε αστακό με μπιζέλια»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Τα σέβη μου, υπουργέ μου» (Φτάνει μέχρι την πόρτα, αλλά επιστρέφει)

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Κύριε Μουσχουντή … Είστε δαιμόνιος αστυνομικός. Πιστεύω ακράδαντα στις ικανότητές σας και στο υψηλό πατριωτικό σας φρόνημα. Οι ένοχοι θα λάβουν παραδειγματικής τιμωρίας. Ο Στακτόπουλος είναι ένας από αυτούς. Μην το λησμονείτε αυτό»

    (Βαθιά υπόκλιση του Διευθυντή της
    Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης
    Αποχωρεί από τη σκηνή
    Ο υπουργός, μόνος επί σκηνής)

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (μονολογεί, πίνοντας το ποτό του) «Πολκ … Πάντα ξεροκέφαλος ήσουν …»

    (Ο υπουργός αποχωρεί από τη σκηνή)

    (Αλλαγή κλίματος και εποχής
    Επιστροφή στο σήμερα
    Στη σκηνή εισέρχεται μια ομάδα φοιτητών
    του Τμήματος Δημοσιογραφίας
    Ανέμελοι ξεφυλλίζουν κάτι σημειώσεις
    που κρατάνε στα χέρια τους
    Κάθονται κάτω στη σκηνή σε κύκλο
    Ένας νεαρός άντρας, γύρω στα είκοσι πέντε,
    σηκώνεται όρθιος, στο κέντρο του κύκλου, και διαβάζει … )

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΘΑΝΟΣ): «Το πτώμα επαρουσίαζεν όψιν αποσυνθέσεως! … »

    ΟΜΑΔΑ ΦΟΙΤΗΤΩΝ: (Με μια φωνή) «Γιαααξξξξ!! …»

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΘΑΝΟΣ): (συνεχίζει να διαβάζει) « … Τα κάτω και τα άνω άκρα αυτού ήταν προσδεδεμένα αλλήλων δια σχοινιού … Το θύμα έφερεν τραύμα εις το οπίσθιον μέρος της κεφαλής επενεχθέντος δια πυροβόλου όπλου … Ένας βαρκάρης, ο Λάμπρος Αντώναρος, ήταν αυτός που είδε πρώτος το πτώμα του Τζόρτζ Πολκ, καθώς αυτό επέπλεε πεντακόσια μέτρα από την αποβάθρα του Λευκού Πύργου … »

    ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ (ΡΑΝΙΑ): «Θεέ μου! Πώς είχε γίνει, ο κακομοίρης! Δείτε αυτή τη φωτογραφία! Και ήταν τόσο ωραίος άντρας!»

    (Κοιτάζουν το φωτογραφικό υλικό και τις ιστορικές πηγές που έχουν)

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΙΣΙΔΩΡΟΣ): «Δείτε κι εδώ. Το ξενοδοχείο Αστόρια στη Θεσσαλονίκη. Εκείνη την περίοδο ήταν στρατηγείο Αμερικανών πρακτόρων και στρατιωτικών. Πιθανόν, εκεί να στήθηκε και η παγίδα»

    ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ (ΘΑΛΕΙΑ): «Οι πηγές λένε ότι ο Πολκ ήθελε να διανυκτερεύσει στο ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ, αλλά ένας Αμερικανός συνταγματάρχης, ειδικός του ΄΄ψυχολογικού πολέμου΄΄, τον οδήγησε στο Αστόρια και του έκλεισε εκεί δωμάτιο δίπλα στο δικό του. Από εκείνο το βράδυ χάθηκαν τα ίχνη του»

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΠΕΤΡΟΣ): «Ξέρουμε το όνομα αυτού του συνταγματάρχη;»

    ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ (ΘΑΛΕΙΑ): «Τζέιμς Σμιθ»

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΠΕΤΡΟΣ): «Συνταγματάρχης, Τζέιμς Σμιθ … Καλό μούτρο θα ήταν κι αυτός!»

    ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ (ΑΓΓΕΛΙΚΗ): «Παιδιά, κοιτάξτε αυτή τη φωτογραφία! Ο Πολκ με την Ελληνίδα γυναίκα του. Αεροσυνοδός στο επάγγελμα. Τη Ρέα Κοκκώνη. Είχαν παντρευτεί το 1946, όταν ο Πολκ μετακόμισε στην Αθήνα. Εδώ … (κοιτάζουν μια άλλη φωτογραφία) Τι τραγικό, Θεέ μου! Η Κοκκώνη, στο αεροδρόμιο, περιμένει το φέρετρο του συζύγου της …»

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΘΑΝΟΣ): «Ένα ακόμη τραγικό στοιχείο στην όλη ιστορία είναι ότι ο Πολκ και η Ρέα είχανε κλείσει εισιτήρια και πετούσαν στις 20 Μαΐου για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου περίμενε τον Πολκ μια ετήσια υποτροφία στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Λίγες μόνο μέρες, δηλαδή, αφότου δολοφονήθηκε»

    ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ (ΘΑΛΕΙΑ): «Πότε έφτασε στη Θεσσαλονίκη;»

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΘΑΝΟΣ): «Στις 7 Μαΐου του 1948. Ημέρα Παρασκευή. Αργά το βράδυ του Σαββάτου, στις 8 Μαΐου, ο θυρωρός τον είδε να μπαίνει στο ξενοδοχείο για τελευταία φορά. Μετά, τα ίχνη του χάθηκαν. Τη Δευτέρα, 10 Μαΐου, η διεύθυνση του ξενοδοχείου ειδοποίησε τις αστυνομικές αρχές για την εξαφάνιση, ενώ στις 12 Μαΐου, στη Θεσσαλονίκη, έφτασε η σύζυγός του Ρέα, ανησυχώντας, πλέον, για τη τύχη του άντρα της»

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΙΣΙΔΩΡΟΣ): «Εκεί, όμως, που πρέπει να σταθούμε περισσότερο είναι μετά την ανακάλυψη του πτώματος. Και αυτό γιατί στην Ελλάδα βρέθηκαν οι δημοσιογράφοι του CBS, Μπερνέτ και Σεκοντάρι, καθώς και ο στρατηγός Ντόνοβαν, πρώην διευθυντής της OSS, μιας μυστικής υπηρεσίας πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής που λειτουργούσε πριν από τη σύσταση της CIA»

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΠΕΤΡΟΣ): «Παιδιά, το πράγμα είναι πολύ απλό! Μην το κουράζουμε! Ο Μουζενίδης δεν ζούσε και ο Βασβανάς ήταν πολύ μακριά από τη Θεσσαλονίκη την εποχή της δολοφονίας. Επομένως; Πρόκειται περί πολιτικής σκευωρίας!»

    ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ (ΘΑΛΕΙΑ): «Κάπου διάβασα ότι ο Πολκ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, όταν υποτίθεται πως τον συνάντησε ο Στακτόπουλος στην Αθήνα. Ασφαλώς, λοιπόν, και πρόκειται περί πολιτικής σκευωρίας»

    ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ (ΑΓΓΕΛΙΚΗ): «Ύποπτο, επίσης, παραμένει και το γεγονός ότι, εκείνο το μοιραίο βράδυ, κανείς δεν είδε τον Στακτόπουλο να δειπνεί με τον Πολκ στο ρεστοράν Λουξεμβούργο»

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΙΣΙΔΩΡΟΣ): «Όλα είναι καλυμμένα με ένα πέπλο μυστηρίου, αφού και οι Μουζενίδης και Βασβανάς, ενώ απουσίαζαν από τη δίκη, ωστόσο καταδικάστηκαν σε θανατική ποινή. Άλλο περίεργο κι αυτό!»

    ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ (ΘΑΛΕΙΑ): «Η μόνη που, τελικά, αθωώθηκε, σε όλη αυτή την ιστορία, ήταν η μητέρα του Στακτόπουλου, η Άννα Στακτοπούλου. Αποδείχτηκε γραφολογικά ότι δεν έγραψε και, πολύ περισσότερο, δεν έστειλε αυτή τον επίμαχο φάκελο στο τρίτο Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης. Στην αρχή, ωστόσο, είχαν ισχυριστεί το αντίθετο και την είχαν κρατήσει κι εκείνη, για μέρες, στην απομόνωση»

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΠΕΤΡΟΣ): «Γνωρίζουμε πόσα χρόνια έμεινε παράνομα ο Στακτόπουλος στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας, προτού μεταφερθεί στις φυλακές;»

    ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ (ΑΓΓΕΛΙΚΗ): «Τέσσερα χρόνια. Το διάβασα σε μια από τις πηγές που βρήκα. Επίσης, το έτος 1956, η ποινή του μετριάστηκε από ισόβια σε είκοσι χρόνια και το 1960 αποφυλακίστηκε»

    ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ (ΡΑΝΙΑ): «Σας ακούω, εδώ και τόση ώρα, να αναφέρεστε στις πηγές και τα ντοκουμέντα που έχουμε στα χέρια μας … Εγώ, πάλι, έχω στα αυτιά μου τη φωνή του Στακτόπουλου όταν, σε μεγάλη ηλικία και αφότου αποφυλακίστηκε, λέει σε μια συνέντευξή του … (προσποιούμενη τη σπηλαιώδη φωνή του Στακτόπουλου) ΄΄Φαίνεται … ότι έφτασα στο σημείο … να σκεφθώ ότι έπρεπε να θυσιαστώ για την πατρίδα μου … Και το ’κανα αυτό. Πολύ αργότερα … μετά τη δίκη … μου έλεγαν ότι προσέφερες υψίστας υπηρεσίας στην πατρίδα. Αυτή δεν είναι πατρίδα … είναι Μήδεια που κατατρώει΄΄ …»

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΘΑΝΟΣ): «Πολύ ωραίο, Ράνια! Θα το συμπεριλάβουμε, οπωσδήποτε, στην εργασία μας. Λοιπόν, παιδιά! Τι λέτε; Ξεκινάμε δυναμικά;»

    ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: «Ναι!»
    Σκηνή III

    (Στην έδρα ανεβαίνει και κάθεται ένας κύριος,
    γύρω στα σαράντα πέντε, καθηγητής, απλά ντυμένος.
    Χαμογελαστό πρόσωπο
    Οι φοιτητές της Δημοσιογραφίας κάθονται στο στασίδι,
    ο ένας δίπλα στον άλλο, και τον παρακολουθούνε)

    ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ: « …Παιδιά, όπως σας έχω πει ήδη … (κοιτάζει τις σημειώσεις του) Η δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζόρτζ Πολκ στη Θεσσαλονίκη, τον Μάιο του 1948, μέσα στην ασπρόμαυρη ατμόσφαιρα του Ελληνικού εμφυλίου πολέμου, πυροδότησε μια πρωτοφανή κινητοποίηση των Ελληνικών αστυνομικών αρχών και έθεσε σε επιφυλακή τις διπλωματικές, στρατιωτικές και μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και της Μεγάλης Βρετανίας. Ήδη από το 1949, όλες οι εκδοχές για τους δράστες του πολιτικού αυτού εγκλήματος παραμένουν ανοιχτές … (χαμογελώντας) Είναι στο χέρι σας, επομένως, η διαλεύκανση αυτής της υπόθεσης …»

    ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΘΑΝΟΣ): (χαριτολογώντας) «Αν τη διαλευκάνουμε, Κύριε καθηγητά, θα μας δοθεί, μήπως, και το Βραβείο Δημοσιογραφίας, ΄΄Τζόρτζ Πολκ΄΄;»

    ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ: «Αν κάνετε καλή έρευνα! Γιατί όχι! Μια ανάκριση για τη δολοφονία του Πολκ, στην οποία αποδεικτικά στοιχεία όχι μόνο αγνοήθηκαν αλλά ΄΄μαγειρεύτηκαν΄΄ κιόλας, έτσι ώστε να καταδικαστεί ένας αθώος άνθρωπος, ο Στακτόπουλος, από τη μία πλευρά … Και μια πολιτική σκευωρία που πήρε τη θέση της αλήθειας, από την άλλη … Ήρθε, μάλλον, η ώρα να κλείσει ο φάκελος Πολκ! Περιμένω από εσάς να δώσετε τον καλύτερο εαυτό σας! Σας εύχομαι καλή επιτυχία!»

    (Ο καθηγητής σηκώνεται όρθιος
    Οι φοιτητές τον χειροκροτούν και
    σηκώνονται όρθιοι και εκείνοι
    Ο καθηγητής αποχωρεί από την έδρα
    Μαζί του και οι φοιτητές)

    (Χαμηλός φωτισμός)

    (Ένας γοητευτικός άντρας,
    γύρω στα τριάντα πέντε,
    ψηλός, αδύνατος, ξανθός,
    κάθεται στο γραφείο
    και τραβάει ένα συρτάρι
    Βγάζει έναν φάκελο από μέσα
    Διστάζει να τον ανοίξει
    Σηκώνεται όρθιος
    Βάζει να πιει ποτό
    Τον πλησιάζει μια νεαρή γυναίκα,
    με ερωτική διάθεση)
    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: «Άκουσα τα βήματά σου, Τζόρτζ …» (Αγκαλιάζει τον σύζυγό της και τον φιλάει)

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: (χαμογελώντας) «Τα βήματά μου …»

    (Παίρνει το ποτήρι από το χέρι του
    Τον παρασύρει στους ήχους ενός αργού,
    αισθησιακού μπλουζ)

    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: «Όταν αργείς να γυρίσεις, αγάπη μου, ανησυχώ … »

    (Χορεύουν για λίγο μαζί
    Εκείνος αποδεσμεύεται από τα χέρια της, μετά από λίγο
    Εκείνη δυσφορεί
    Εκείνος της χαμογελάει)

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Επιστρέφω σε λίγο, Ρέα … »

    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: «Η γραβάτα σου είναι χαλαρή, Τζόρτζ … (Του τη δένει) Πότε θα μάθεις, επιτέλους, να τη δένεις; … »

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Θα μου τη δένεις εσύ, αγάπη μου … »

    (Ο άντρας χαμογελάει
    Παίρνει τον φάκελο πάνω από το γραφείο
    Αποχωρεί από τη σκηνή
    Ακούγεται δυνατός πυροβολισμός)

    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: «Τζόρτζ! Τζόρτζ! Τζόρτζ!»

    (Πέφτει στα γόνατά της
    Σπαραχτικό κλάμα
    Αποχωρεί από τη σκηνή)

    (Χαμηλός φωτισμός)

    Σκηνή IV

    (Στη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης
    Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης, κ. Ρέντης,
    μαζί με τον Διευθυντή της Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης,
    κ. Μουσχουντή, εισέρχονται στη σκηνή
    Ο Στακτόπουλος, καθισμένος, με σκυμμένο το κεφάλι)

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Γρηγόρη … Ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως, ο Κύριος Ρέντης, ζήτησε να σε δει. Όλοι εκτιμούμε τις υπηρεσίες που προσέφερες στην πατρίδα. Η Ελλάς θα σε ανταμείψει γι’ αυτό. Να είσαι σίγουρος»

    ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Κύριε Στακτόπουλε! Αντιλαμβάνεστε ότι η πατρίς αντιμετωπίζει τον μέγιστο των κινδύνων! Οι κομμουνιστοσυμμορίται ευρίσκοντο προ των πυλών της Θεσσαλονίκης! Οι υποχρεώσεις προς την πατρίδα είναι ατελεύτητες! »

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: (ξεψυχισμένα από τα βασανιστήρια) «Κύριε υπουργέ … Τον ρόλο … Που θέλετε να επωμιστώ … Γιατί δεν τον δίνετε στον υιό σας; … »

    (Ο υπουργός, προσβεβλημένος, αποχωρεί αμέσως
    Ο Μουσχουντής ταράζεται και χάνει τη ψυχραιμία του
    Δύο χωροφύλακες αρπάζουν από τους ώμους τον Στακτόπουλο)

    ΠΡΩΤΟΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ: «Πρόσεχε πώς μιλάς, παλιόμουτρο!» (του δίνει μια κλωτσιά)

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ: «Κοίτα μη βρεθείς στα κρατητήρια, αλήτη! Βούλωσε το βρωμόστομά σου! Ακούς!» (δυνατό χαστούκι)

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (Σηκώνει το κεφάλι του Στακτόπουλου, τραβώντας τον απ’ τα μαλλιά) «Αυτό θα μου το πληρώσεις, Γρηγόρη! … Πάρτε τον!»

    (Οι χωροφύλακες τραβούν τον Στακτόπουλο
    Εκείνος αντιδρά, φωνάζοντας προς τον Μουσχουντή)

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: (ουρλιάζοντας) «Τι θέλετε από μένα! Τι άλλο να σας πω! Είμαι αθώος! Αθώος! … (κλαίγοντας) Μαμά … Μαμά … Πες τους κι εσύ … Ο γιος σου είναι αθώος … »

    ΠΡΩΤΟΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ: (κοροϊδευτικά) «Μαμά … Μαμά … Πες τους κι εσύ … »

    ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ: «Άσε τη μανούλα σου, ρε, χέστη! Εσύ τον καθάρισες τον Πολκ! Και τώρα κλαψουρίζεις σαν γυναικούλα! … Μπρος! Πάμε!»

    (Αποχωρούν από τη σκηνή
    Ο Μουσχουντής κάθεται στο γραφείο
    Τραβάει το συρτάρι και κοιτάζει μέσα
    Πανικόβλητος, φωνάζει)

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Ο φάκελος Πολκ! Πού είναι ο φάκελος Πολκ! Ποιος τον πήρε!»

    (Στη σκηνή εισέρχεται η Ρέα Κοκκώνη,
    φορώντας μαύρα ρούχα
    Ο Μουσχουντής, τώρα, τυπικός και φλεγματικός
    Σηκώνεται από το γραφείο του
    Χαιρετισμός με χειραψία)

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «…Κυρία Πολκ. Καθίστε, παρακαλώ. Θέλω να σας εκφράσω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια για τον τραγικό θάνατο του συζύγου σας … Το ειδεχθές έγκλημα φέρει τη σφραγίδα της ερυθράς δολιότητος και θηριωδίας. Η ανευρεθείσα επιστολή του συζύγου σας, στο ξενοδοχείο όπου διέμενε, διευκρινίζει πολλά σημεία … Μήπως γνωρίζατε, Κυρία Πολκ, ότι ο σύζυγός σας συνέλεγε στοιχεία κατά του κομμουνισμού;»

    ΚΟΚΚΩΝΗ: «Σπάνια μιλούσε για τη δουλειά του ο Τζόρτζ. Το μόνο που μου έλεγε, τον τελευταίο καιρό, ήταν ότι δεχόταν κάποια απειλητικά τηλεφωνήματα. Με καθησύχαζε, όμως, αμέσως μετά, λέγοντάς μου ότι όλα αυτά δεν είχαν σοβαρό περιεχόμενο και αποτελούσαν απλά ενοχλήσεις που δεχόταν ο ίδιος»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Επεδίωκε να συναντήσει τον αρχισυμμορίτη, Μάρκο Βαφειάδη, στα βουνά»

    ΚΟΚΚΩΝΗ: «Δεν γνωρίζω κάτι τέτοιο»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Κυρία Πολκ … Καταλαβαίνω πώς αισθάνεστε … Για όλους μας, η δολοφονία του συζύγου σας είναι ένα πολύ λυπηρό γεγονός … Για τον λόγο αυτό, θα είμαι ειλικρινής μαζί σας … Ο σύζυγός σας έπεσε θύμα μιας ομάδας Ελλήνων συμμοριτών! Κομμουνιστών, που λυμαίνονται τον τόπο μας! Η αποστολή του φακέλου, με την αστυνομική ταυτότητα του ανδρός σας μέσα, προς το Τρίτο Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης ήταν και το μοιραίον λάθος των εγκληματιών! Παίρνοντας από τη μητέρα του Στακτόπουλου ανύποπτον δείγμα γραφής, η αλήθεια αποκαλύφθηκε μπρος στα μάτια μας. Τον φόνο του συζύγου σας σχεδίασε η Κομινφόρμ, προκειμένου να εκθέσει την Ελλάδα στο εξωτερικό και να πλήξει τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις … (ξεροβήχοντας) Γνωρίζετε, ασφαλώς, τη βοήθεια που παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής στην αιμάσσουσα πληγή της χώρα μας … Ο Στακτόπουλος και η μητέρα του, ως μέλη του ΚΚΕ, έλαβαν εντολή να προσεγγίσουν τον άντρα σας στην Αθήνα, ώστε αυτός να πάει στη Θεσσαλονίκη και κατόπιν να προωθηθεί στο βουνό. Από εκεί και πέρα, τα πράγματα είχαν τραγική εξέλιξη … Τώρα, η πολιτεία οφείλει να κάνει το χρέος της απέναντι στον αποθανόντα σύζυγό σας και προς εσάς, Κυρία Πολκ …»
    ΚΟΚΚΩΝΗ: «Η πολιτεία … Κύριε Μουσχουντή, μιλάτε με μια γυναίκα που γεννήθηκε και έζησε στην Ελλάδα … Δεν είμαι ξένη προς τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μου … Ξέρω πολύ καλά πώς σκέφτονται οι άνθρωποι σ’ αυτή τη χώρα …»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Δεν είστε από τις γυναίκες που θα προσπαθούσα ποτέ να τις παρηγορήσω»

    ΚΟΚΚΩΝΗ: «Τότε, μην το προσπαθείτε ούτε τώρα»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Ωστόσο … Θα είμαι στη διάθεσή σας για ό,τι χρειαστείτε»

    ΚΟΚΚΩΝΗ: «Θα ήθελα να μου κάνετε μία χάρη, Κύριε Μουσχουντή … »

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Χάρη; Τι είδους χάρη;»

    ΚΟΚΚΩΝΗ: «Να μου πείτε την αλήθεια … Ποιος σκότωσε τον άντρα μου;»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Μα … Κυρία Πολκ! Σας την είπα ήδη! Ο βασικός ένοχος … Ο Στακτόπουλος … Βρίσκεται ήδη … »

    ΚΟΚΚΩΝΗ: (χάνοντας την ψυχραιμία της) «Στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης! Γιατί, Κύριε Μουσχουντή, στην Ασφάλεια και όχι στις φυλακές; Μήπως επειδή δεν είναι και τόσο ένοχος αυτός ο Στακτόπουλος;(!)»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (ταραγμένος) «Δεν σας καταλαβαίνω, Κυρία Πολκ! … Τι θέλετε να πείτε! …»

    ΚΟΚΚΩΝΗ: «Μιλήσατε για ένα χρέος! Μάλλον, πρέπει να σας πω ότι έχω κι εγώ ένα χρέος απέναντι στον σύζυγό μου! Να ανακαλύψω τον πραγματικό ένοχο!»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Δεν μπορώ να σας βοηθήσω περισσότερο … Λυπάμαι πολύ … Ό,τι είχα να σας πω, σας το είπα …» (σηκώνεται όρθιος)

    (Η Κυρία Πολκ ετοιμάζεται να αποχωρήσει
    Ο Μουσχουντής πιάνει το χέρι της, τη τελευταία στιγμή, με απόγνωση)

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Κυρία Πολκ! Έκανα ό,τι ήταν δυνατόν! Πιστέψτε με!»

    (Εκείνη αποδεσμεύεται από το χέρι του και, περήφανη, αποχωρεί)

    (Αυλαία)

    ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ

    Σκηνή I

    (Χαμηλός φωτισμός)

    (Είναι νύχτα)

    (Βλέπουμε τον Ισίδωρο με τη Ράνια
    να κάθονται σε ένα στρογγυλό τραπέζι με καρέκλες
    Ριγμένες πάνω στο τραπέζι οι σημειώσεις τους
    Μελετούν τις πηγές
    Ακούγονται χτύποι στην πόρτα
    Στη σκηνή εισέρχεται, μετά από λίγο, ο Θάνος
    Δείχνει ταραγμένος και εκνευρισμένος
    Ο Ισίδωρος σηκώνεται όρθιος)

    ΘΑΝΟΣ: «Χτυπάω τόση ώρα την πόρτα! Γιατί δεν ανοίγετε; … Ισίδωρε, τι συμβαίνει; … Με αποφεύγεις;»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (πιάνει τον Θάνο από τον ώμο) «Δεν σε αποφεύγω! Έλα! Κάτσε!»

    (Θάνος και Ράνια αλληλοκοιτάζονται)

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Με τη Ράνια είχαμε μια συζήτηση …»

    ΡΑΝΙΑ: «Ήρθες πάνω στην ώρα, Θάνο»

    ΘΑΝΟΣ: «Γιατί;»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Πεσ’ του Ράνια …»

    ΡΑΝΙΑ: «Η Θάλεια … Έχει πολλές αμφιβολίες …»

    ΘΑΝΟΣ: «Τι αμφιβολίες;»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Για την έρευνα»

    ΘΑΝΟΣ: «Δηλαδή;»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Δεν είναι διατεθειμένη να αγωνιστεί για την αλήθεια»

    ΡΑΝΙΑ: «Εσύ, Θάνο; … Είσαι διατεθειμένος; …»

    ΘΑΝΟΣ: «Για ποιο πράγμα;»

    ΡΑΝΙΑ: «Να σκοτώσεις …»
    ΘΑΝΟΣ: «Ποιον; …»

    ΡΑΝΙΑ: «Τον πατέρα σου …»

    ΘΑΝΟΣ: (τρομαγμένος) «Γιατί; … »

    (Μικρή παύση
    Ισίδωρος και Ράνια αλληλοκοιτάζονται)

    ΡΑΝΙΑ: (Χαϊδεύει το μάγουλο του Θάνου) «Μη φοβάσαι, γλυκιέ μου … Ένα αστείο έκανα … »

    (Ο Ισίδωρος σηκώνεται όρθιος
    Γεμίζει το ποτήρι του με ποτό
    Πλησιάζει τη Ράνια και της χαϊδεύει τον λαιμό)

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: « …Δεν είναι πολύ όμορφη η Ράνια, Θάνο;»

    ΡΑΝΙΑ: (Αφαιρεί, ενοχλημένη, το χέρι του Ισίδωρου από τον λαιμό της) «Διάβασα κάποια από τα ποιήματά σου, Θάνο. Μερικά είναι εξαιρετικά. Έχεις ταλέντο. Και ο Τζόρτζ Πολκ … Ήταν ρομαντικός, όπως εσύ …»

    (Ο Ισίδωρος κάθεται στο τραπέζι
    Κοιτάζει με ζήλια τη Ράνια και τον Θάνο)

    ΘΑΝΟΣ: «Η ποίηση είναι το καταφύγιο του ανθρώπου»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (εκνευρισμένος) «Καταφύγιο; Από τι;»

    ΘΑΝΟΣ: «Από τον μικροαστισμό»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Τότε … Μάλλον δεν θα μπορέσω ποτέ να εκτιμήσω την ποίησή σου!»

    ΘΑΝΟΣ: «Κάποτε την εκτιμούσες … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Είμαι γιος μπακάλη και είσαι γιος δικαστή!»

    ΘΑΝΟΣ: «Είμαστε φίλοι, Ισίδωρε!»

    (Ο Ισίδωρος σηκώνεται, πάλι, όρθιος
    Εκνευρισμός και αμηχανία)

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Με τη Ράνια πήραμε μια απόφαση …»

    ΡΑΝΙΑ: «Θα μας ακολουθήσεις, Θάνο;»

    ΘΑΝΟΣ: «Δεν καταλαβαίνω»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Να σκοτώσουμε ό,τι μας εμποδίζει να δούμε!»

    ΘΑΝΟΣ: «Δεν με φοβίζει ο θάνατος»

    ΡΑΝΙΑ: (Τινάζοντας τον καπνό του τσιγάρου. Ερωτικό βλέμμα) «Έλα μαζί μας, τότε, Θάνο …»

    ΘΑΝΟΣ: «Πρέπει να ξέρω πού θα πάτε»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (εκνευρισμένος) «Σε μία ώρα, έχουμε συνάντηση έξω από το Αστόρια»

    ΡΑΝΙΑ: «Θα συναντηθούμε με κάποια άτομα που μας είναι χρήσιμα»

    ΘΑΝΟΣ: «Για την έρευνα;»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Φυσικά!»

    ΘΑΝΟΣ: «Με περιμένουνε στο σπίτι οι δικοί μου … »

    ΡΑΝΙΑ: «Έλα μαζί μας, Θάνο … Ο Καθηγητής είναι σίγουρος … Ποντάρει σε σένα … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Αυτό που κάνουμε δεν έχει καμία σχέση με τον Καθηγητή! Αυτός είναι το κίνητρο, ενώ εμείς πρέπει να γίνουμε φορείς αλήθειας!»

    ΘΑΝΟΣ: «Δεν αρνήθηκα να γίνω φορέας αλήθειας! Και το ξέρεις, Ισίδωρε! Αυτό που πάτε να κάνετε, όμως, είναι ανήθικο!»

    ΡΑΝΙΑ: (ειρωνικά) «Μήπως γουστάρεις τη Θάλεια, Θάνο; Είναι ωραία γυναίκα, άλλωστε … »

    ΘΑΝΟΣ: « …Έχουμε μια αποστολή και πρέπει να τη φέρουμε εις πέρας όλοι μαζί!»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Όλοι μαζί! Είσαι ανόητος! Δεν βλέπεις γύρω σου;(!) Ο καθένας βλέπει τα πράγματα από το δικό του μετερίζι! Η Θάλεια! Ο Πέτρος! Η Αγγελική! … Εσύ! … Ναι! Ακόμα και εσύ!»

    ΘΑΝΟΣ: «Ισίδωρε, τι έχεις πάθει; … Είναι δυνατόν;»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Πάμε, Ράνια! Θα καθυστερήσουμε!»

    ΘΑΝΟΣ: «Ισίδωρε! … Είμαι φίλος σου! … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Πάμε, Ράνια!»

    (Η Ράνια και ο Ισίδωρος
    αποχωρούν από τη σκηνή
    Τους ακολουθεί, μετά από λίγο,
    και ο Θάνος)

    Σκηνή II

    (Σε δύο αντικριστές πολυθρόνες κάθονται
    ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, κ. Ρέντης,
    και ο υπουργός Δικαιοσύνης, κ. Μελάς)

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Κύριε συνάδελφε, μήπως είναι καιρός να … »

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Ο Στακτόπουλος θα μεταφερθεί στα κρατητήρια. Συμφώνησε και ο Πρόεδρος. Ο Κύριος Μουσχουντής, από τη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, έκανε πολύ καλά τη δουλειά του, όπως όλοι μας άλλωστε. Η δολοφονία του Πολκ ήταν μεγάλος πονοκέφαλος για τη χώρας μας και την κυβέρνησή μας»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Κύριε Μελά … »

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Ω! Κύριε Ρέντη! Δεν νομίζω να έχετε ακόμη ενδοιασμούς για τους χειρισμούς μας!»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Ο Στακτόπουλος … »

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Είναι θρασύς! Θρασύτατος, θα έλεγα! Ο Κύριος Μουσχουντής τού φέρθηκε άψογα! Επί τέσσερα χρόνια σιτίζεται ως απλός χωροφύλαξ!»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Δεν διαφωνώ μαζί σας, Κύριε Μελά. Αλλά … »

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Αλλά, τι, συνάδελφε!»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Επί τέσσερα χρόνια σιτίζεται ως απλός χωροφύλαξ. Το είπατε και μόνος σας. Για σκεφτείτε … »

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: (χτυπάει με το χέρι του το μπράτσο της πολυθρόνας) Αρκετά, Κύριε Ρέντη! Εσείς κοντεύετε να τον αθωώσετε κιόλας! Αύριο, θα μεταφερθεί στα κρατητήρια! … Και … Και, αν του δοθεί ή όχι χάρη, αυτό θα το κρίνει και θα το αποφασίσει ο επόμενος ή ο μεθεπόμενος πρωθυπουργός της χώρας! Πάντως, όχι εμείς, Κύριε Ρέντη! Όχι, εμείς!»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Κύριε Μελά. Ξέρετε πόσο σας σέβομαι και σας εκτιμώ. Δεν είναι στις προθέσεις μου να αμφισβητήσω τους λεπτούς χειρισμούς της κυβέρνησής μας σ’ ένα τόσο σοβαρό θέμα. Όμως, επιτρέψτε μου να σας πω, ότι οι δαιμόνιοι δημοσιογράφοι … Κομμουνιστές, ως επί το πλείστον, στο σύνολό τους … Γιοι μπακάληδων, κουρέων, εργατών … Ανθρώπων, γενικώς, της βιοπάλης … »

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Μα, Κύριε Ρέντη! Κύριε Ρέντη! Για όνομα του Θεού! Ακούτε τι λέτε, αγαπητέ μου! Εσείς λαϊκίζετε! Αυτοί οι γιοι μπακάληδων … κουρέων … Εεεε! … Οι άνθρωποι της βιοπάλης, τέλος πάντων, όπως τους αποκαλέσατε προ ολίγου! Λοιπόν! Αυτούς να φοβάστε περισσότερο από οτιδήποτε! Αυτοί έκαναν και εξακολουθούνε να κάνουνε το μεγαλύτερο κακό στην πατρίδα μας, την Ελλάς!»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Ναι! Αλλά σκαλίζουν τα κάρβουνα στη φωτιά, Κύριε Μελά! Με αποτέλεσμα η φλογίτσα να γίνει δυνατή, και πάλι, φλόγα! Αυτό προσπαθώ να σας πω τόση ώρα, αγαπητέ συνάδελφε, και εσείς με διακόπτετε συνεχώς! Ωωω! …»

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Ωραία! Ωραία! Κι εσείς τι φοβάστε; Να μην μας κάψει η φωτιά από τα κάρβουνα που ανασκαλεύουν αυτοί οι φαντασμένοι! Ο κομμουνισμός, Κύριε Ρέντη, πνέει τα λοίσθια! Δεν το βλέπετε; Είναι ζήτημα ολίγου χρόνου για να εκπνεύσει εντελώς! Και όταν λυτρωθεί η πατρίς μας από αυτή τη γάγγραινα, δεν θα υπάρχει τίποτα πια που να κακοφορμίζει τον εθνικό κορμό της!»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: « ..Μια ομάδα φοιτητών … Είναι καιρός τώρα που … »

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Α! Μάλιστα! Μάλιστα! Καταλαβαίνω, συνάδελφε! Καταλαβαίνω! … Θέλετε λίγο ουίσκι;»

    (Σηκώνεται και γεμίζει δυο ποτήρια
    Δίνει το ένα στον υπουργό Δημόσιας Τάξης
    Ξανακάθεται στην πολυθρόνα)

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Οι φοιτητές, λοιπόν! (πρόποση) Στην υγειά σας, Κύριε Ρέντη!»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Εις υγείαν!»

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «..Λοιπόν! Ακούστε, Κύριε Ρέντη. Κι εγώ σας εκτιμώ πάρα πολύ, γι’ αυτό θα σας μιλήσω ανοιχτά και ξάστερα. Οι φοιτητές – όπως, άλλωστε, διατελέσαμε κι εμείς κάποτε – είναι από τη φύση τους ανήσυχοι, ονειροπόλοι κι ονειροφαντασμένοι. Μέσα σ’ όλα αυτά, δεν πρέπει κανείς να αγνοήσει να συνυπολογίσει και τις ερωτικές φαντασιώσεις που ταλανίζουν τα νεανικά κορμιά και θολώνουν τον νουν και την κρίσιν αυτών! … Ω! Δεν ντρέπομαι να σας πω ότι κι εγώ, μέσα στην ερωτική μέθεξη που μου είχε προκαλέσει η αγνή και σεμνή παρουσία μιας νεαράς συμφοιτήτριάς μου εις την Νομικήν Σχολήν, κόντεψα να χάσω τα μυαλά μου και να ενστερνιστώ αυτές τις απονενοημένες αντιλήψεις περί κομμουνισμού! Βλέπετε, το κορίτσι αυτό ήταν θυγατέρα ενός από αυτούς τους ανθρώπους της βιοπάλης! Κουρέας εις το επάγγελμα ο πατέρας της και ένθερμος κομμουνιστής! Πάλεψα πολύ με τη συνείδησή μου … Και με τις ορμές μου … Για να μην ακολουθήσω αυτόν τον νοσηρό δρόμο. Και τα κατάφερα! … Αργότερα, έμαθα ότι η κοπέλα αυτή σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή. Έκανα την καρδιά μου πέτρα και δεν έχυσα ούτε ένα δάκρυ για εκείνη …» (σηκώνει το ποτήρι του και πίνει)

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Η αλήθεια είναι πως όλοι, στα νεανικά μας χρόνια, μπήκαμε στον πειρασμό να ενδώσουμε σ’ αυτές τις ιδέες …»

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Ε, λοιπόν! Αυτός ο πειρασμός, επειδή εκτραχηλίζει τον άνθρωπο και το έθνος ολόκληρο, πρέπει να παταχθεί με τον πιο σκληρό και απόλυτο τρόπο! Την εξόντωση! Αυτή η ομάδα φοιτητών θα εξοντωθεί, Κύριε συνάδελφε! Και περιμένω από εσάς να πράξετε το δέον! Δεν θα επιτρέψουμε σε μια σπείρα εικοσάρηδων να χαράξει την οδό που θα πορευτεί η Ελλάς! Αυτή την οδό θα την χαράξουμε εμείς! Τι θέλετε, Κύριε Ρέντη; Την τύχη της χώρας μας στα χέρια συμμοριτών; … Όχι, αγαπητέ μου! Όχι!»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Έχετε δίκιο, Κύριε Μελά. Η τύχη της χώρας πρέπει να βρίσκεται στα δικά μας χέρια και όχι στα δικά τους!»

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Τα ηνία μίας χώρας, αγαπητέ Κύριε Ρέντη, τα κρατάνε εκείνοι οι οποίοι μάχονται για τη διατήρηση και τη συντήρηση των θεσμών, που συνιστούν και συνέχουν την έννοια του κράτους, κι όχι εκείνοι που αποζητούν την ανατροπή των πάντων και, κυρίως, των αξιών! Οι αιρετικοί! … Ο Στακτόπουλος είναι ένας από αυτούς τους αιρετικούς! Μην τον βλέπετε έτσι! Είναι τόσο επικίνδυνος όσο δεν φαντάζεστε! …»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Τι με συμβουλεύετε να κάνω; …»

    (Ο υπουργός Δικαιοσύνης σηκώνεται όρθιος
    Πλησιάζει τον υπουργό Δημόσιας Τάξεως
    Βάζει το χέρι του, φιλικά, πάνω στον ώμο του)

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: (μαλακώνοντας τον τόνο της φωνής του) «..Δώστε στον Ελληνικό λαό τη δυνατότητα να κοιμάται ήσυχος, Κύριε Ρέντη … Να κοιμάται ήσυχος, αγαπητέ μου … Αυτή είναι και η αρμοδιότητά σας, ως υπουργού Δημοσίας Τάξεως»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Και … Με τον Χατζηαργύρη; … Τον συνεργάτη του Πολκ; …»

    ΥΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Μ’ αυτόν θ’ ασχοληθεί, αργότερα, η Δικαιοσύνη, συνάδελφε. Δεν είναι της παρούσης … Όμως … Είναι ώρα να πηγαίνουμε. Τι λέτε;»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (σηκώνεται όρθιος) «Ασφαλώς (Με μια ευγενική χειρονομία, παραχωρεί προβάδισμα στον υπουργό Δικαιοσύνης) Παρακαλώ, Κύριε Μελά. Μετά από εσάς ..»

    (Αποχωρούν από τη σκηνή)

    Σκηνή IIΙ

    (Ο Θάνος και η Ράνια επιστρέφουν
    Είναι περασμένα μεσάνυχτα)

    (Χαμηλός φωτισμός)

    ΘΑΝΟΣ: «Είναι πολύ αργά … Δεν έπρεπε να ‘ρθούμε, ξανά, εδώ …»

    ΡΑΝΙΑ: «Φοβάσαι, Θάνο;»

    ΘΑΝΟΣ: «Ανησυχώ για τον Ισίδωρο. Μπορεί και να μας είδε που φύγαμε στα κλεφτά από το Αστόρια»

    ΡΑΝΙΑ: «Ο Ισίδωρος … (Βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα. Προσφέρει στον Θάνο. Καπνίζει και η ίδια) Έχει παθιαστεί μ’ αυτή την ιστορία του Πολκ. Οι τύποι στο ξενοδοχείο τού έδωσαν έναν κόκκινο φάκελο»

    ΘΑΝΟΣ: (καπνίζει) «Μου κρατάει κακία. Όλα άλλαξαν ανάμεσά μας. Πίστευα ότι η φιλία μας δεν θα δοκιμάζονταν ποτέ …»

    ΡΑΝΙΑ: (πλησιάζει τον Θάνο με ερωτική διάθεση) «Θάνο … Ο Ισίδωρος σε ζηλεύει … Θα ήθελε πολύ να σου μοιάζει, αλλά δεν μπορεί … Κατάλαβέ το … Ξεχωρίζεις … Ο Καθηγητής περιμένει πολλά από εσένα … Όλοι περιμένουμε πολλά … Κι εγώ … »

    ΘΑΝΟΣ: «Ράνια … »

    (Την πλησιάζει κι εκείνος ερωτικά
    Ανταλλάσσουν φιλιά
    Ο Ισίδωρος στέκεται παράμερα και τους κοιτάζει,
    δίχως να τον αντιληφθούν
    Πέφτει, κάτω στο πάτωμα,
    ο κόκκινος φάκελος που κρατάει στα χέρια του)

    ΘΑΝΟΣ: «..Ισίδωρε!»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (βουρκωμένος) «Συγνώμη … »

    (Ο Θάνος τον πιάνει φιλικά από τους ώμους
    Ταρακούνημα για να συνέλθει)

    ΘΑΝΟΣ: «Ισίδωρε!»

    (Ο Ισίδωρος σκουπίζει τα μάτια του
    Πάει να φύγει
    Τον σταματάει ο Θάνος)

    ΘΑΝΟΣ: «Ισίδωρε! Θέλω να σου μιλήσω!»
    (Ο Ισίδωρος αποδεσμεύεται
    από τα χέρια του Θάνου
    Φεύγει, τρέχοντας)

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Παράτα με!»

    ΘΑΝΟΣ: «Ισίδωρε! Στάσου!»

    (Σκοτάδι στη σκηνή)

    (Θάνος και Ράνια αποχωρούν)

    Σκηνή IV

    (Βρισκόμαστε στην Αμερικάνικη πρεσβεία
    Στο γραφείο του Ανώτατου αξιωματούχου, κ. Γουόρνερ
    Αντίκρυ του, καθισμένος, ο Διευθυντής της Γενικής
    Ασφάλειας Θεσσαλονίκης,
    κ. Μουσχουντής)

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: (καπνίζοντας το πούρο του) «..Ο Τζόρτζ Πολκ, Κύριε Μουσχουντή, βασιζόταν, πάντα, στην αρχή της διαλεκτικής δημοσιογραφίας. Φαντάζομαι ότι το γνωρίζετε. Είχε φιλελεύθερες ιδέες, και αυτό τον έκανε να ξεχωρίζει πάντα. Συνέλλεγε, διασταύρωνε, επεξεργάζονταν και, μετά, δημοσιοποιούσε τις πληροφορίες που είχε. Θα έλεγε κανείς ότι εργαζόταν περισσότερο σαν φιλόσοφος, παρά σαν δημοσιογράφος. Για τον Πολκ, η δημοσιογραφία ταυτιζόταν με τη διαλεκτική …»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (χαμογελώντας) «Άρση … Εναρμόνιση … Νέα σύνθεση … Η τέχνη του διαλέγεσθαι! … (γελάει) Γνωρίζω κι εγώ κάτι από φιλοσοφία, αγαπητέ μου Κύριε Γουόρνερ, όσο κι αν σας ακούγεται παράξενο! Στα νιάτα μου, είχα παθιαστεί με κάποιες ιδέες! … »

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Με εκπλήσσετε, Κύριε Μουσχουντή!»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (γελώντας) «Κι όμως! Κι όμως! Η αλήθεια είναι ότι ένας αστυνομικός πρέπει να εμφιλοχωρείτε από τις αρχές και τις έννοιες της φιλοσοφίας. Το έργο μας, Κύριε Γουόρνερ, θέλει και μια δόση από Αριστοτέλη για να έχει επιτυχή έκβαση!» (γέλια)

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Τι μου λέτε! Να υποθέσω, επομένως, ότι, και στην περίπτωση της δολοφονίας του Τζόρτζ Πολκ, ο Αριστοτέλης, από τους αρχαίους φιλοσόφους, πήρε θέση;(!)»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (σοβαρός) «Ασφαλώς. Άλλωστε … »

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Άλλωστε, Κύριε Μουσχουντή; Συνεχίστε, παρακαλώ. Ακούω με πολύ ενδιαφέρον αυτά που μου λέτε»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «..Η Ελληνική κυβέρνηση, όπως γνωρίζετε, βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Οι πιέσεις ήταν έντονες από όλες τις μεριές. Έπρεπε η κρίση μου να περάσει από σαράντα κύματα. Είστε ανώτατος Αμερικανός αξιωματούχος. Δεν είναι εύκολο πράγμα, Κύριε Γουόρνερ, να ανακρίνεις νυχθημερόν πρόσωπα!»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Σας καταλαβαίνω απόλυτα, Κύριε Μουσχουντή»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Τα πράγματα, όμως, πήραν τον δρόμο τους. Και σήμερα … »
    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: (σκεπτικός) «Μάλλον, όχι, Κύριε Μουσχουντή. Φοβάμαι ότι τα πράγματα δεν πήραν, τελικώς, τον δρόμο τους, αλλά παραπαίουν ακόμη»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Τι εννοείτε;»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Ο φάκελος Πολκ, παρά το ότι πέρασαν αρκετοί μήνες, δεν έκλεισε. Και απ’ ό,τι όλα δείχνουν, ήρθε η ώρα να ανοίξει και πάλι»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Μα! … Δεν ενημερώθηκα σχετικώς από τον αρμόδιο Έλληνα υπουργό για κάτι τέτοιο!»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Θα ενημερωθείτε σύντομα, Κύριε Μουσχουντή. Μέχρι τότε, όμως, οφείλω να σας πληροφορήσω εγώ σχετικώς. Εξάλλου, αυτός ήταν και ο λόγος που σας εκκάλεσα, σήμερα, στο γραφείο μου»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Σας ακούω, λοιπόν»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: (τινάζει τη στάχτη από το πούρο του) «Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Στακτόπουλος είναι αθώος»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (οργισμένος) «Πώς!»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Η Αμερικάνικη κυβέρνηση ζητά αναψηλάφηση της υποθέσεως»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Μα, αυτό είναι καθαρή τρέλα!»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Τρέλα; Δεν περίμενα από εσάς, Κύριε Μουσχουντή, μια τέτοια αντίδραση! Είναι τρέλα η απόδοση δικαιοσύνης σ’ ένα τόσο λεπτό θέμα;(!)»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (πιάνοντας το κεφάλι του) «Συγγνώμη … Συγγνώμη, Κύριε Γουόρνερ … Αλλά … Αν μου επιτρέπετε … Ο Στακτόπουλος ομολόγησε, πολλάκις, την ενοχή του εις το παρελθόν!»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Πολλάκις;»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Μάλιστα!»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: (χαμογελώντας ειρωνικά) «Φοβούμαι, Κύριε Μουσχουντή, ότι, αν και Έλλην, λησμονείτε τη σοφή αρχαία ρήση του Κείου του Σιμωνίδη: Ανάγκα και θεοί πείθονται!»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Θέλετε, δηλαδή, να πείτε ότι η ομολογία του Στακτόπουλου … Ωωω! … Δεν το δέχομαι αυτό, Κύριε Γουόρνερ! … Είναι προσβολή προς το πρόσωπό μου και μόνο που το σκεφτήκατε!»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Μα … Ηρεμήστε! Ηρεμήστε, Κύριε Μουσχουντή! … Δεν είναι στις προθέσεις κανενός, και πολύ περισσότερο στις δικές μου, να σας προσβάλλω! … Απλά, επειδή μου μιλούσατε, προ ολίγου, για το ρόλο της φιλοσοφίας εις το έργον της αστυνομίας, θεώρησα καλό να προβώ σε έναν έστω και άκομψο – συγχωρέστε με – παραλληλισμό … Στην ανάγκη υποκύπτουν ακόμη και οι θεοί, Κύριε Μουσχουντή. Πόσο μάλλον οι άνθρωποι! Το είπατε και μόνος σας, άλλωστε. Οι πιέσεις, την περίοδο εκείνη, ήταν πολύ έντονες. Και για εσάς, τους Έλληνες, και για εμάς, τους Αμερικανούς»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (ταραγμένος) «Νομίζω … Νομίζω ότι ο συλλογισμός σας μου διαφεύγει, Κύριε Γουόρνερ …»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Τότε, θα προσπαθήσω να γίνω ακόμη πιο σαφής. Ο Στακτόπουλος αναγκάστηκε να παραδεχτεί και να ομολογήσει την ενοχή του. Σήμερα, όμως, η παραδοχή αυτή δεν συμφέρει κανέναν. Οι ανάγκες αναπροσαρμόζονται, Κύριε Μουσχουντή, ανάλογα με τις εποχές που τις γεννούν»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (χάνοντας την ψυχραιμία του) «Η ομολογία του Στακτόπουλου δεν συμφέρει κανέναν! Μα, πώς τολμάτε, Κύριε Γουόρνερ! Αυτό είναι ανήκουστο! Επιτέλους!»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: (οργισμένος – φωνάζοντας δυνατά) «Ο Τζόρτζ Πολκ, Κύριε Μουσχουντή, ήταν Αμερικανός δημοσιογράφος! (χτυπάει το χέρι του στο γραφείο) Το ξεχνάτε! Μη μου μιλάτε, λοιπόν, εμένα για ανήκουστα πράγματα! Ξέρω πολύ καλά τι σας λέω! … Η Ιστορία μάς ξεπερνάει, Κύριε Μουσχουντή! Είτε το θέλετε είτε όχι!»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (σκυφτό βλέμμα) «Λυπάμαι … Χάσαμε κι οι δυο τη ψυχραιμία μας … Δεν έπρεπε … »

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: (επανακτώντας τον έλεγχό του) «Λυπάμαι κι εγώ γι’ αυτό, Κύριε Μουσχουντή …»

    (Μικρή παύση)

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (σηκώνεται όρθιος) «Θα πράξω το καθήκον μου, όπως ορίζουν οι παρούσες συγκυρίες, Κύριε Γουόρνερ»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: (σηκώνεται όρθιος. Χειραψία) «Είμαι σίγουρος, Κύριε Μουσχουντή, ότι θα πράξετε τα δέοντα, για να μην διολισθήσει η Ελληνική Αστυνομία»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (υπόκλιση) «Τα σέβη μου, Κύριε Γουόρνερ»

    ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ: «Στο καλό, Κύριε Μουσχουντή. Καλή συνέχεια στο έργο σας (χαμογελώντας) Εφεξής, θα περιμένω εσείς να με ενημερώνετε, αγαπητέ μου, για τις εξελίξεις …»

    (Αυλαία)
    ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ

    Σκηνή I

    (Ο Πέτρος και η Αγγελική
    κάθονται στο στρογγυλό τραπέζι με τις καρέκλες
    Βλέπουμε χαρτιά, σημειώσεις, βιβλία
    πεταμένα επάνω)

    ΠΕΤΡΟΣ: «..Ο Θάνος και ο Ισίδωρος με προβληματίζουν. Κάτι δεν πάει καλά ανάμεσά τους, αυτόν τον καιρό. Φοβάμαι ότι αυτό θα επηρεάσει και την έρευνα που ξεκινήσαμε»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Ο Ισίδωρος τού χώνεται συνεχώς του Θάνου. Μάλλον, τον έχει κυριεύσει η ζήλια»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Η ζήλια; Για ποιον λόγο;»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Είναι φανερό! Η Ράνια γουστάρει τον Θάνο και ο Ισίδωρος τη Ράνια! Σύγκρουση συμφερόντων, φίλε μου!»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Αλήθεια; Δεν το είχα προσέξει!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Αχ, αγάπη μου! Εσείς, οι άντρες, πολλά βλέπετε, λίγα καταλαβαίνετε!»

    ΠΕΤΡΟΣ: (γελώντας) «Ενώ εσείς, οι γυναίκες;»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Εμείς, ό,τι βλέπουμε, γλυκέ μου, το καταλαβαίνουμε κιόλας!»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Η αλήθεια είναι ότι ακόμη ανακαλύπτω το γυναικείο φύλο!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Ανακάλυψη να σου πετύχει! Ρίχνετε, πρώτα, μια κοπέλα στο κρεβάτι σας και, μετά, σας πιάνουν τα υπαρξιακά σας και την εγκαταλείπετε!»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Μπορεί, κάλλιστα, όμως, να συμβεί και το αντίθετο, γλυκιά μου»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Δηλαδή;»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Να μας σύρετε εσείς στο δικό σας κρεβατάκι, αφού, πρώτα, μας αποπλανήσετε και, μετά, να μας εγκαταλείψετε, επειδή μας βαρεθήκατε και δεν σας ικανοποιούμε πλέον, Κυρία μου!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Τι λες, βρε παιδί μου! Εγώ ποτέ μου δεν σκέφτηκα έτσι!»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Ούτε εγώ σκέφτηκα ποτέ μου με τον άλλο τρόπο που μόλις είπες!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: (πέφτει στην αγκαλιά του. Ναζιάρικα) «Πέτρο μου! … Πέτρο μου! … Γι’ αυτό σ’ αγαπάω και είσαι ο καλύτερος μου φίλος!»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Καλά … Καλά … Δεν μου λες, τώρα. Ο Θάνος θέλει τη Ράνια;»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Κάποιες κακές γλωσσίτσες λένε ότι, προχθές, γύρω στα μεσάνυχτα, τους είδανε να μπαίνουν εδώ μέσα … Τα δυο τους!»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Εδώ μέσα;» (εξετάζει το τραπέζι, τις καρέκλες)

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Μα … Τι κάνεις, Πέτρο; Τρελάθηκες;»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Ψάχνω να δω αν άφησαν τα ίχνη τους!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Είσαι με τα καλά σου, καλέ! Και μετά μου λες ότι διαφέρει το μυαλό σου από το μυαλό των περισσοτέρων αντρών!»

    ΠΕΤΡΟΣ: (λάγνο ύφος. Πλησιάζει πολύ κοντά της το πρόσωπό του) «Γιατί … Αν διαφέρει, Αγγελικούλα … Θα αλλάξει, μήπως, κάτι ανάμεσά μας; … »

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: (τον σπρώχνει πέρα) «Βρε, άντε από δω πέρα!»

    ΠΕΤΡΟΣ: «..Χα! Χα! Χα! … Και το δικό σου το μυαλό, γλυκιά μου, δεν βλέπω να διαφέρει από των περισσοτέρων γυναικών! … Χα! Χα! Χα! …»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Εγώ δεν σκέφτομαι πονηρά! Ακούς, Κύριε Πέτρο;»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Το βλέπω! Το βλέπω! … Χα! Χα! Χα! …»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Μμμμ …Τώρα … Βέβαια … Η αλήθεια είναι ότι ο άνθρωπος δεν θα πάψει ποτέ να βλέπει τα πράγματα με τον τρόπο που αυτός επιθυμεί. Όση πρόοδος και να έχει γίνει»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Και με βάση, πάντα, το συμφέρον του, αγαπητή μου!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Εδώ, όμως, έχουμε σύγκρουση συμφερόντων»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Όπως και στην περίπτωση του Πολκ. Έτσι, για να γυρίσουμε και στα καθ’ ημάς!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Γιατί; … Γιατί το λες αυτό;»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Μα είναι ολοφάνερο, Αγγελικούλα. Ο Πολκ δεν συνέφερε κανέναν την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Συμφέρει σήμερα!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Είμαι χαζή, μήπως, που δεν καταλαβαίνω λέξη απ’ όσα λες;»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Ο Θάνος μού έδωσε, εχθές, να ρίξω μια ματιά σε μια εγκληματολογική αναψηλάφηση της υπόθεσης Πολκ»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Και λοιπόν;»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Και λοιπόν, φρίκαρα! Να … Εδώ την έχω … Ρίξ’ της κι εσύ μια ματιά και θα καταλάβεις … Τι να σου λέω! Αντιφατικά πορίσματα, κατηγορίες, σωρεία γεγονότων! … Στο τέλος, μ’ έπιασε πονοκέφαλος και σταμάτησα!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Πρέπει, ωστόσο, να την μελετήσουμε προσεχτικά αυτή την έκθεση, αν θέλουμε να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα. Έτσι, θα οδηγηθούμε και στα συμπεράσματά μας»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Στα συμπεράσματά μας;»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Ναι. Πού σου φαίνεται το περίεργο;»

    ΠΕΤΡΟΣ: (σκεπτικός) «Άκου, Αγγελικούλα … Είναι μέρες, τώρα, που ήθελα να στο πω … Να … Δεν νομίζω ότι αυτή η ιστορία θα καταλήξει πουθενά»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Αυτή η ιστορία; Τι θες να πεις;»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Αυτή η έρευνα, τέλος πάντων, την οποία μας έβαλε ο Καθηγητής να κάνουμε»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Γιατί το λες αυτό, Πέτρο; Μα … Εσύ φαίνεσαι, ήδη, να έχεις απογοητευτεί!»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Αγγελικούλα … Το πράγμα φαίνεται από χιλιόμετρα … Ακόμη και ανάμεσά μας … »

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Μα τι εννοείς, επιτέλους, άνθρωπέ μου! Μ’ έσκασες!»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Κι εμείς, οι ίδιοι, έχουμε διαφορετικά … Συμφέροντα! Αυτό που είπες κι εσύ, στην αρχή. Σύγκρουση συμφερόντων! Πώς το λένε!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: (σηκώνεται όρθια. Εκνευρισμένη) «Πέτρο! Μην το ξαναπείς αυτό! Ακούς τι σου λέω! Ακόμη κι αν σου πέρασε από το μυαλό κάτι τέτοιο, βγάλ’ το, σε παρακαλώ, αμέσως! Η έρευνα πρέπει να συνεχιστεί! Και θα συνεχιστεί! Τελεία και παύλα!»

    (Πάει να φύγει
    Ο Πέτρος την αρπάζει
    από το μπράτσο)

    ΠΕΤΡΟΣ: «Αγγελική!»

    (Ανταλλάσσουν παθιασμένο φιλί στο στόμα)

    (Χαμηλώνει ο φωτισμός
    Ο Πέτρος και η Αγγελική
    αποχωρούν από τη σκηνή)
    Σκηνή IΙ

    (Στις δύο αντικριστές δερμάτινες πολυθρόνες,
    βλέπουμε, τώρα, τη χήρα σύζυγο του Πολκ, Ρέα Κοκκώνη,
    και τον Υφυπουργό Εξωτερικών, κ. Παναγιώτη Πιπινέλη)

    ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ: «..Δικαίωμα του Βασιλέως, Κυρία Κοκκώνη, είναι να διορίζει πρωθυπουργόν, ακόμη και τον κηπουρόν του! Δεν δικαιούστε να ομιλείτε έτσι για τον πρωθυπουργό της χώρας μας! Είναι ασέβεια υψίστου βαθμού!»

    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: «Κύριε υπουργέ!»

    ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ: «Αντιλαμβάνομαι τον πόνο σας για τη δολοφονία του συζύγου σας και, ήδη, η Πολιτεία και η Ελληνική Κυβέρνηση κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να λάμψει η αλήθεια, μέσα σ’ αυτό το ζοφερό και ομιχλώδες τοπίο της πατρίδος μας»

    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: «Πολύ φοβάμαι, Κύριε Πιπινέλη, ότι η Ελληνική κυβέρνηση δεν κάνει καλά τη δουλειά της. Αυτός είναι και ο λόγος της σημερινής επισκέψεώς μου στο γραφείο σας»

    ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ: «Μα … Πώς τολμάτε, αγαπητή μου!»

    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: (χάνοντας την ψυχραιμία της) «Πού πήγαν τα τετρακόσια εκατομμύρια δολάρια, Κύριε υπουργέ! Σε λογαριασμούς καταθέσεων μελών της κυβέρνησής σας, μήπως;(!) Ο σύζυγός μου, μου έλεγε, λίγο καιρό πριν τον δολοφονήσουν, ότι κάποιοι από την Ελληνική κυβέρνηση κάνουν λαθρεμπόριο χρυσού και ναρκωτικών μέσω του διπλωματικού σάκου! (ξεσπάει σε λυγμούς)

    ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ: «Ωωω! … Ωωω! … Κυρία Κοκκώνη! Σταματήστε επιτέλους! Αυτή η ψευδολογία υπερβαίνει και τα όρια της επιπολαιότητος, αγαπητή μου! Τα λόγια σας επιδέχεται να προκαλέσωσι δυσφορίαν της Αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι βοηθείας εις την Ελλάδαν! Δεν το καταλαβαίνετε αυτό; Σωπάστε, για το Θεό!»

    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: (σκουπίζοντας τα μάτια της) «Το μόνο που καταλαβαίνω είναι ότι ο σύζυγός μου θυσιάστηκε για την αλήθεια … Όπως έκανε, πάντα, ο Τζόρτζ … »

    ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ: (μαλακώνοντας τον τόνο της φωνής του) «Κυρία Κοκκώνη … Ακούστε με, σας παρακαλώ. Προσπαθήστε να αντιληφθείτε το βάρος των περιστάσεων που βαρύνει τους ώμους της κυβέρνησής μας. Κι εμένα, ως υφυπουργό Εξωτερικών. Είμαστε σε πόλεμο, αγαπητή μου. Οι συχνές εχθρικές ανταποκρίσεις Αμερικανών δημοσιογράφων είναι καταστροφικές για τα συμφέροντα της Αμερικανικής και της Ελληνικής κυβέρνησης. Μην πυροδοτούμε άλλο μια ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα»

    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: «Τι θέλετε να μου πείτε; Ότι δεν πρέπει να συμμεριστώ τις πολυάριθμες αμερικανικές ανταποκρίσεις που καταφέρονται εναντίον της Ελληνικής κυβέρνησής σας και του Ελληνικού Εθνικού στρατού; Όχι, Κύριε υπουργέ! Θα σας απογοητεύσω! Το απόστημα πρέπει να σπάσει! …»

    ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ: (σηκώνεται όρθιος από την πολυθρόνα) «Αρκετά! Έχετε υπερβεί τα εσκαμμένα!»

    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: (σηκώνεται όρθια κι εκείνη) «Ένας αθώος είναι στη φυλακή, Κύριε Πιπινέλη, και ο άντρας μου στον τάφο! Δεν θα πάψω να αγωνίζομαι, μέχρι να φανεί η πολιτική σκευωρία που στήθηκε εις βάρος και των δύο!»

    ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ: «Ο Γρηγόριος Στακτόπουλος είναι ένοχος! Πάψτε, επιτέλους, να διατρανώνετε, σε όλους τους τόνους, την αθωότητά του! Είχε μυστικές επαφές με τη σοβιετική πρεσβεία και την άκρα αριστερά, όπως και ο συνέταιρος του συζύγου σας, ο Κωνσταντίνος Χατζηαργύρης! Ο σύζυγός σας, Κυρία Κοκκώνη, συνεργάζονταν με τον ικανότερο πράκτορα του κομμουνιστικού κόμματος της Ελλάδος! Το γνωρίζετε αυτό; Όσο για τον Βελιτσάνσκι, τον Σοβιετικό ανταποκριτή του TASS, μυστικές υπηρεσίες διαπιστώνουν επαφές του ανδρός σας και με εκείνον! Μήπως πρέπει να σας ενημερώσω εγώ σχετικώς για όλα αυτά;(!)»

    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: «Αφήστε τον Χατζηαργύρη ήσυχο και τον Τζόρτζ Πολκ! Μην σπιλώνετε το δημοσιογραφικό ήθος του ενός και τη μνήμη του άλλου!»

    ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ: (επανακτώντας τον έλεγχο) « …Ο στρατηγός Μάρσαλ … Ήταν κατηγορηματικός … Έδωσε εντολή να εξηγηθεί στο Αμερικανικό Προσωπικό της πρεσβείας μας, στην Αθήνα, το δηλητηριώδες αποτέλεσμα που παράγεται στην Ελλάδα και τις Ηνωμένες Πολιτείες από τέτοιου είδους ανταποκρίσεις και επαφές. Δεν θα αφήσουμε αυτόν τον θανάσιμο κίνδυνο να πλήξει τα συμφέροντα της πατρίδος μας …»
    (Παύση)
    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: «Το δικό μου συμφέρον είναι να αποκαταστήσω την Τιμή του συζύγου μου»
    (ετοιμάζεται να αποχωρήσει)
    ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ: «Κυρία Κοκκώνη! Μισό λεπτό, σας παρακαλώ … Στο Αστόρια … Στο ξενοδοχείο όπου εκτυλίχθηκε το δράμα εκείνη τη νύχτα τις 8ης Μαΐου … Εις το είκοσι πέντε δωμάτιο όπου διέμενε ο παθών σύζυγός σας … Βρέθηκε μια επιστολή την οποία συνέταξε ο ίδιος και στην οποία τόνιζε ότι θα έφτανε στο αρχηγείο του Μάρκου Βαφειάδη, ακόμη και με δεμένα τα μάτια αν χρειαζόταν. Το γνωρίζετε αυτό; Τα γεγονότα μιλάνε από μόνα τους, Κυρία Κοκκώνη. Ο σύζυγός σας … Δυστυχώς, για εκείνον … Αλλά και για εσάς … Προκάλεσε τη μοίρα του. Η δολοφονία του από τους συμμορίτες του βουνού ήταν αναπόφευκτη»
    ΡΕΑ ΚΟΚΚΩΝΗ: «Αυτή η επιστολή είναι πλαστή. Και το γνωρίζετε πολύ καλά. Το έγκλημα ήταν εξαρχής σχεδιασμένο. Μπορείτε να κοροϊδεύετε τους πολίτες αυτής της χώρας, Κύριε υπουργέ, αλλά όχι εμένα. Όχι, εμένα, Κύριε Πιπινέλη!»
    (Η Ρέα Κοκκώνη αποχωρεί ταραγμένη
    Ο υπουργός βάζει να πιει ένα ποτό,
    σκεπτικός και προβληματισμένος
    Στη σκηνή μπαίνει η Θάλεια
    Κρατάει ένα σημειωματάριο στα χέρια της
    Διαβάζει …
    Ο υπουργός, σαν να μην την βλέπει,
    συνεχίζει να πίνει, απόμονος, το ποτό του,
    χαμένος στις σκέψεις του …)

    ΘΑΛΕΙΑ: (διαβάζει αργά και δυνατά)

    «Πρώτον: Κανένας μάρτυρας, από τους πολλούς – είκοσι έξι τον αριθμό – που κλήθηκαν και εξετάστηκαν στο ακροατήριο δεν έθεσε ρητά ή έστω έμμεσα και υπαινικτικά ότι είδε, άκουσε, έμαθε, διαπίστωσε ή έστω υπέθεσε ότι ο κατηγορούμενος, Γρηγόριος Στακτόπουλος, είχε την οποιαδήποτε ανάμειξη ή συμμετοχή στον φόνο του Αμερικανού δημοσιογράφου, Τζόρτζ Πολκ.

    Δεύτερον: Οι αρχές δεν έπρεπε να καθυστερήσουν σαράντα οκτώ ημέρες έως ότου απαγγείλουν κατηγορίες στον Γρηγόριο Στακτόπουλο.

    Τρίτον: Μετά την καταδίκη του, ο Γρηγόριος Στακτόπουλος δεν έπρεπε να κρατηθεί στη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης για τέσσερα χρόνια, δίπλα στον Μουσχουντή, Διευθυντή της Ασφάλειας.

    Τέταρτον: Εφόσον σε εκπομπές του ραδιοφώνου των ανταρτών την 27η Μαΐου 1948 και την 2η Αυγούστου του ιδίου έτους είχε αναγγελθεί ο, από την 5η Μαΐου 1948, θάνατος του Αδάμ Μουζενίδη, κατά τη διάρκεια αεροπορικής επιδρομής κατά των ανταρτών στα Κρούσια του Κιλκίς, δεν θα μπορούσε να είναι ο Μουζενίδης ο κύριος φυσικός αυτουργός της δολοφονίας του Αμερικανού δημοσιογράφου στις 7 Μαΐου.

    Πέμπτον: Σύμφωνα με την, από 29 Δεκεμβρίου 1998, ένορκη βεβαίωση του δημοσιογράφου Δημήτριου Γουσίδη, ο Ευάγγελος Βασβανάς τού είχε δηλώσει ότι την περίοδο της δολοφονίας βρισκόταν στην Ανατολική Μακεδονία (Καϊμακτσαλάν) και σε καμία περίπτωση δεν θα αναλάμβανε τον κίνδυνο να αναγνωρισθεί και συλληφθεί, μεταβαίνοντας, για οποιοδήποτε λόγο, στην ασφυκτικά αστυνομοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, για να προβεί στη δολοφονία του Πολκ.

    Έκτον: Εφόσον ο Αδάμ Μουζενίδης ομιλούσε και μάλιστα δίδασκε την Αγγλική, ο Γρηγόριος Στακτόπουλος δεν ήταν απαραίτητος ως διερμηνέας στην υποτιθέμενη συνάντηση με τον Πολκ, τη νύχτα τις 7ης Μαΐου, πριν εξαφανιστούν, εντελώς, τα ίχνη του δημοσιογράφου.

    Έβδομον: Το γεγονός ότι δεν εξετάστηκαν οι υπάλληλοι του εστιατορίου «Λουξεμβούργο» στο οποίο, σύμφωνα με την κατάθεση του Γρηγορίου Στακτόπουλου, έφαγε, στις 7 Μαΐου, ο Τζορτζ Πολκ τον αστακό και τα μπιζέλια, αποτελεί σημαντικό διαδικασιακό κενό.

    Όγδοον: Μια επιστολή, με ημερομηνία 15-5-2004, του Ηλία Βαφειάδη, υιού του, τότε συνηγόρου του Γρηγορίου Στακτόπουλου, Ιορδάνη Βαφειάδη, αναφέρει ότι ο εισαγγελέας Παναγιώτης Κωνσταντινίδης επισκέφθηκε τον Ιορδάνη Βαφειάδη στην οικία του και του δήλωσε ότι θα φροντίσει να μην καταδικασθεί σε θάνατο ο Γρηγόριος Στακτόπουλος … »

    (Στη σκηνή μπαίνουν δύο μεσήλικες άντρες
    Ο ένας από τους δύο παίρνει το ποτήρι με το ποτό
    από το χέρι του υπουργού
    Ο άλλος άντρας κάθεται στη δερμάτινη πολυθρόνα
    Ο υπουργός αποχωρεί από τη σκηνή
    Η Θάλεια, με το σημειωματάριό της,
    αποσύρεται σε μια άκρη της σκηνής και παρακολουθεί διακριτικά)

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: (προσφέρει το ποτό που κρατάει στο χέρι του στον εισαγγελέα) «Παρακαλώ, Κύριε Κωνσταντινίδη. Το ποτό σας»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: «Ευχαριστώ πολύ, Κύριε Βαφειάδη. Στην υγειά τη δική σας και της οικογενείας σας»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: (κάθεται κι εκείνος στην αντικριστή δερμάτινη πολυθρόνα) «Κύριε Εισαγγελεύς, σε τι οφείλω την τιμήν της επισκέψεώς σας μια τέτοια ώρα; Είναι κάπως αργά, θα έλεγα … Η γυναίκα μου και η θυγατέρα μου έχουν, ήδη, αποσυρθεί στα δωμάτιά τους»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: «Ναι, βέβαια. Είναι αργά. Σας ζητώ συγγνώμη για την ενόχληση»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Καμία ενόχληση. Παρακαλώ»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: «Πρόκειται … Πρόκειται για την υπόθεση του Γρηγόριου Στακτόπουλου»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Μάλιστα. Σας ακούω»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: «Όπως καταλαβαίνετε, Κύριε συνάδελφε, τα πράγματα είναι εξαιρετικά δύσκολα και οι καταστάσεις που βιώνουμε όλοι μας μάς σφίγγουν σαν μέγγενη στο λαιμό» (βγάζει, ατάραχος, ένα πούρο και το καπνίζει)

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Μην ανησυχείτε, Κύριε Εισαγγελέα. Καταλαβαίνω πολύ καλά τη σοβαρότητα των καταστάσεων»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: (φυσάει τον καπνό από το στόμα του) «Αλήθεια;»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Ασφαλώς. Ο πελάτης μου δεν είναι ένα οποιοδήποτε πρόσωπο και η γραμμή υπεράσπισης που θα ακολουθηθεί είναι εξαιρετικά κρίσιμη για την εξέλιξη των πραγμάτων. Το αντιλαμβάνομαι. Ωστόσο, το βλέπω και σαν ένα είδος πρόκλησης να υπερασπιστώ τον Στακτόπουλο. Δεν σας το κρύβω»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: (κάθεται πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα) «Μμμμ … Μάλιστα. Παρόλο αυτά, φαντάζομαι πως μπορείτε να αντιληφθείτε, αγαπητέ μου, ότι τα πράγματα ενδέχεται να εξωκείλουν με την παραμικρή άστοχη ενέργεια»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Τι εννοείτε ΄΄άστοχη ενέργεια΄΄; Γίνετε πιο σαφής, σας παρακαλώ»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: (γέρνει το σώμα του προς τα εμπρός και πλησιάζει το πρόσωπο του συνομιλητή του. Σε συνωμοτικό τόνο) «Ο πελάτης σας, Κύριε Βαφειάδη … Είναι … Πώς να το πω; … Ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος!»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Ιδιαίτερος;»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: «Ακριβώς!»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Και σε τι έγκειται αυτή του η … Η ιδιαιτερότητα;»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: (ξαναγέρνει το σώμα του προς τα πίσω και βυθίζεται αναπαυτικά στην πολυθρόνα) «Στις κομματικές του απαρχές. Καταβολές, θα έλεγα. Εσείς, πάλι, πείτε το, όπως επιθυμείτε»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια κομματική ταυτότητα … Προτίμηση»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: (Βγάζει το πούρο από το στόμα του. Γέλια) «Ωωω! Ωωω! … Θα αστειεύεστε, σίγουρα, Κύριε Βαφειάδη! Με κάνατε και γέλασα, αγαπητέ μου!»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Τότε … Τότε, μάλλον μου διαφεύγει ο συλλογισμός σας, Κύριε συνάδελφε …»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: (ξεροβήχει) «Κύριε Βαφειάδη, ίσως, να ευθύνομαι εγώ που δεν έγινα αντιληπτός εξαρχής»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Μα … »

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: «Επιτρέψτε μου! Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να σας εξηγήσω τον συλλογισμό μου! … Σε λίγο καιρό, θα γίνει η δίκη για τη δολοφονία του Πολκ. Ο πελάτης σας, ο Στακτόπουλος, έχει λερωμένη τη φωλιά του. Κι αυτό, βέβαια, ξέρετε τι συνεπάγεται»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: (χάνοντας τη ψυχραιμία του) «Μα, εσείς, Κύριε Εισαγγελεύς, τον έχετε, ήδη, καταδικάσει! Πριν, καλά-καλά, γίνει το δικαστήριο!»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: «Τώρα, παραφέρεστε, συνάδελφε, και οφείλω να σας το πω. Δεν υπάρχει λόγος. Ηρεμήστε. Εδώ ήρθα … Με φιλικές διαθέσεις. Αφήστε με να συνεχίσω και μην οργίζεστε άσκοπα, πριν ακούσετε τι έχω να σας πω! Είναι προς το συμφέρον σας να με ακούσετε, αγαπητέ μου!»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: (προσπαθώντας να ανακτήσει τη ψυχραιμία του) «Συνεχίστε, παρακαλώ. Δεν πρόκειται να σας διακόψω ξανά»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: (σε συνωμοτικό τόνο) «Έχω τη διαβεβαίωση του πρωθυπουργού, μετά των υπουργών του, Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ότι δεν επρόκειτο να θανατωθεί ο Στακτόπουλος. Απλά, θα καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη. Δεν χρειάζεται, επομένως, να ανησυχείτε. Μα … Μα εσείς φαίνεστε ταραγμένος! Σαν να χλομιάσατε, αντί να χαρείτε!»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Η αλήθεια είναι πως νιώθω ελαφρώς περίεργα …»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: (φυσώντας το καπνό του πούρου και χαμογελώντας) «Μάλλον … Μάλλον, σας καταλαβαίνω, αγαπητέ μου. Πέρασα κι εγώ, στο παρελθόν, από κάτι τέτοια στάδια. Δυστυχώς, είμαστε σε πόλεμο, Κύριε Βαφειάδη. Μην το λησμονείτε αυτό. Επιπλέον, μην είστε τόσο ρομαντικός με τους συνανθρώπους σας και τους εν δυνάμει πελάτες σας. Γίνετε πιο ρεαλιστής! Οι άνθρωποι κρύβουν πολλά στη ψυχή τους. Είναι διάτρητοι! Γεμάτοι τρύπες σκοτεινές, που αν πέσεις μέσα τους, χάνεσαι στην άβυσσο! Ακόμη και ο πιο αθώος, μερικές φορές … Είναι ένοχος, στην πραγματικότητα. Πολύ ένοχος! Σας το λέω εκ πείρας!»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: «Ρεαλιστής; … (πικρό χαμόγελο) Έχετε δίκιο. Κάποιες φορές … Μου διαφεύγει η πραγματικότητα …»

    (Παύση)

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: (αφήνει το ποτήρι του και σηκώνεται όρθιος. Χτυπάει φιλικά τον Βαφειάδη στον ώμο) «Έτσι μπράβο! Εύχομαι τα καλύτερα, Κύριε Βαφειάδη. Να τελειώσει γρήγορα αυτή η υπόθεση που μας ταλανίζει, εδώ και μήνες. Εμάς και την πατρίδα μας. Θα είναι για το καλό όλων μας. Πιστέψτε με. Καλό σας βράδυ, αγαπητέ μου!»

    ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ: (όρθιος. Χειραψία) «Να πάτε στο καλό, Κύριε Εισαγγελεύς. Καληνύχτα σας. Και … Σας ευχαριστώ πολύ … Για όλα …»

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ: (χαμογελώντας αυτάρεσκα) «Καλοσύνη σας, Κύριε Βαφειάδη. Έκανα, απλά, το καθήκον μου»

    (Οι δύο άντρες αποχωρούν από τη σκηνή
    Η Θάλεια, προβληματισμένη,
    κλείνει το σημειωματάριό της
    και αποχωρεί κι εκείνη)

    Σκηνή IΙΙ

    (Χαμηλός φωτισμός
    Κανένας στη σκηνή)

    (Ακούμε off δύο φωνές:
    Η μία είναι η φωνή του Μουσχουντή,
    Διευθυντή της Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης,
    και η άλλη του Στακτόπουλου)

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (Με μαλακό και φιλικό τόνο στη φωνή) «Τι ώρα απέστειλες τον φάκελο, Γρηγόρη, στο Τρίτο Αστυνομικό Τμήμα, την 10 Μαΐου;»

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: (ξεψυχισμένα) «Στις 10:30π.μ. …»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Γιατί απέκρυψες το κλισέ του φακέλου που βρισκόταν στα γραφεία της εφημερίδας «Μακεδονία»;»

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: (στον ίδιο τόνο) «Για να μην δημοσιευθεί και το αναγνωρίσει η μητέρα μου … Διαβάζει καθημερινά την εν λόγω εφημερίδα …»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Φοβήθηκες, Γρηγόρη, μήπως καταλάβει ότι ο γιος της ήταν μπλεγμένος στη δολοφονία του Τζόρτζ Πολκ;»

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: «Ναι … Αυτό φοβήθηκα … »

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Γνώριζες ότι οι άνθρωποι που θα οδηγούσαν, αρχικά με τη βάρκα και κατόπιν με κάποιο άλλο μέσο, τον Αμερικανό δημοσιογράφο στο βουνό είχαν την πρόθεση να τον δολοφονήσουν;»

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: (μετά από μικρή παύση) «Ναι … »

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Επανέλαβε πιο δυνατά, Γρηγόρη! Δεν σε άκουσα!»

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: «Ναι … Το γνώριζα …»

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Η γραφολογική έκθεση των Πουλαντζά και Κουγέα επιβεβαίωσαν την ομολογία της μητέρας σου, Γρηγόρη, της Άννας Στακτοπούλου. Αυτή έγραψε τον φάκελο»

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: (συντετριμμένος, ξεσπάει σε λυγμούς) «Μην της κάνετε κακό της μητέρας μου! … Σας ικετεύω! … Μαμά … Μαμά … »

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: «Ηρέμησε, Γρηγόρη. Δεν θα πάθει τίποτα η μητέρα σου. Είναι σε καλά χέρια. Έχεις τον λόγο της ανδρικής μου τιμής»

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: (λυγμοί) «Μαμά … »

    ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ: (συμπονετικά) «Ηρέμησε, Γρηγόρη … Ηρέμησε … Ούτε κι εσύ θα πάθεις κανένα κακό. Δεν θα αφήσω εγώ να γίνει κάτι τέτοιο …»

    (Η σκηνή αρχίζει να φωτίζεται)

    (Βλέπουμε τη Ρέα Κοκκώνη να κοιτάζει το είδωλό της
    μέσα από έναν μεγάλο οβάλ καθρέφτη
    Ένας όμορφος, ξανθός άντρας, ο Τζόρτζ Πόλκ,
    μπαίνει στη σκηνή
    Αγκαλιάζει τη σύζυγό του, ενώ εκείνη
    περιεργάζεται το πρόσωπό της)

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Πάντα όμορφη …»

    ΡΕΑ: (ερωτικά) «Είπες ότι θα επέστρεφες γρήγορα και άργησες, αγάπη μου … Πού πήγες; …»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: (χαμογελώντας) «Αφού ξέρεις ότι, πάντα, αργώ …»

    ΡΕΑ: «Και, πάντα, ξεχνάς να φορέσεις τη κόκκινη γραβάτα που σου αγόρασα στη γιορτή σου … (Του την περνάει στο λαιμό και του τη δένει η ίδια) Πότε, επιτέλους, θα μάθεις να δένεις τις γραβάτες σου; …»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Σ’ αγαπώ πολύ, Ρέα …»

    ΡΕΑ: «Κι εγώ, Τζόρτζ … Όμως … Σε κάθε ταξίδι σου …»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: (τη φιλάει στο στόμα) «Σε κάθε ταξίδι μου … »

    ΡΕΑ: «Νομίζω ότι δεν θα γυρίσεις ξανά κοντά μου, Τζόρτζ … Σε μένα … »

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Πάντα, θα γυρνάω σε σένα, Ρέα … Εσύ είσαι το σπίτι μου … »

    ΡΕΑ: «Φοβάμαι πολύ … »

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Σσσς … Μη φοβάσαι τίποτα … Δεν θα σ’ αφήσω ποτέ … »

    ΡΕΑ: «Αν πάθεις κάτι … Αν σου κάνουν κακό … »

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Κανείς δεν θα μου κάνει κακό … Ηρέμησε … Δεν θα αφήσω εγώ να γίνει κάτι τέτοιο … Για να είμαι κοντά σου … »

    (Ακούγεται ένας δυνατός πυροβολισμός
    Η Ρέα πανικοβάλλεται κι αποδεσμεύει
    τον σύζυγό της από την αγκαλιά της
    Ο Πολκ κοιτάζει, τώρα, με απλανές βλέμμα,
    ακίνητος, απέναντι το κοινό
    Σπαρακτικό κλάμα της Ρέας
    Ακούμε off αντρικές φωνές … )
    ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ: «Έλα! Σηκώστε τον!»

    ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ: «Είναι ζωντανός ακόμα!»

    ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ: «Γρηγόρη! Εεε! Στακτόπουλε! Ξύπνα! Τι έπαθες! Δεν βλέπεις; Βάλε κι εσύ ένα χεράκι να τον πετάξουμε στη θάλασσα!»

    ΦΩΝΗ ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΥ: (τρομαγμένος) «Θεέ μου … Τι κάνατε … »

    ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ: «Κόφ’ το! Μην μας κάνεις την αθώα περιστερά, Στακτόπουλε! Ήξερες!»

    ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ: «Οοοοπ! Κράτα, Ζήση! … Έλα! … Είναι βαρύς! Και δεν του φαινόταν! … Λοιπόν! … Με το ένα! … Με το δύο! … »

    ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ: «Στάσου! Ψάξε τις τσέπες του, πρώτα, μήπως έχει καμιά ατζέντα στο σακάκι του!»

    ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ: «Ναι! … Κάτι έχει! … Για δες κι εσύ! … Ένα σημειωματάριο! … Α! … Και μια ατζέντα! … Με πολλά τηλέφωνα μέσα … »

    ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ: «Δώσ’ τα μου! Αυτά τα κρατάμε εμείς! Εσύ, Στακτόπουλε, βγάλ’ του τη γραβάτα! Είναι κόκκινη και θα φαίνεται μέσα στη νύχτα!»

    ΦΩΝΗ ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΥ: «Μην τον πετάτε στη θάλασσα! … Προς Θεού! … Είναι ακόμη ζωντανός! … »

    ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ: «Άντε! Τέλειωνε, είπαμε! Δεν θα μας πεις εσύ τι θα κάνουμε!»

    ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ: «Έλα να του δέσουμε, τώρα, τα χέρια και τα πόδια και ξεμπερδέψαμε με δαύτον!»

    (Ακούγονται διάφοροι ήχοι και,
    στο τέλος, ο ήχος από πτώση στο νερό)

    ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ: «Καλό ταξιδάκι! Τζόρτζ Πολκ!»

    ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ: «Αυτή τη φορά, όμως, θα είναι ταξίδι, χωρίς επιστροφή για σένα, φίλε μου!»

    ΦΩΝΗ ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΥ: «Χριστέ μου … Χριστέ μου … Τι σου κάνανε, Πολκ … »

    (Η Ρέα αποχωρεί από τη σκηνή, κλαίγοντας
    Ο Πολκ, σαν να ξυπνάει από λήθαργο,
    κάθεται σ’ ένα γραφείο και γράφει μια επιστολή
    Ακούμε τη φωνή του, καθώς γράφει … )

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «…Σε λίγο καιρό φεύγω από δω. Πήρα μια υποτροφία για το Χάρβαρντ. Έχω κόψει εισιτήριο και είμαι σχεδόν έτοιμος για το ταξίδι μου. Φεύγω από μια χώρα και έναν λαό που δεν σου επιτρέπει να εμπιστευτείς κανέναν και τίποτα. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό, μητέρα. Λυπάμαι, πραγματικά, για την Ελλάδα. Της άξιζε μια καλύτερη τύχη. Κάθε φορά που φτάνω, νιώθω το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι. Μοιάζει με ένα ατελείωτο χαρέμι, με ένα παρδαλό τσίρκο, που μπορείς να πληρώσεις τον οποιοδήποτε, είτε αυτός είναι πρωθυπουργός είτε ένας άθλιος που βαδίζει δίπλα σου στο δρόμο, θέλοντας, απλά και μόνο, να ικανοποιήσεις τη πιο νοσηρή σκέψη σου, το πιο αλλόκοτο καπρίτσιο σου …

    » Υπάρχουν, ωστόσο, και ανιδιοτελείς άνθρωποι. Ρομαντικοί των καιρών … Άγριοι, αλλά και συνάμα, αγνοί, που λες και ξέμειναν μέσα στον χρόνο. Αυτοί με συγκινούν. Μου θυμίζουν ποιητές, που οι μεσημεριανοί στίχοι τους δίνουν στον ήλιο τη χαμένη του λάμψη και στη θάλασσα την αλμύρα του νοτιά …
    Τότε … Ο νους μου γυρίζει σε σένα …

    » Δεν φαντάζεσαι πόσο μου έλειψες και πόσο ανυπομονώ να περάσω το καλοκαίρι μου μαζί σου στη Καλιφόρνια. Ξαπλωμένοι οι δυο μας στην άμμο, να πίνουμε μαζί την μπύρα μας και να γράφουμε τους στίχους από εκείνο το τραγούδι που είχαμε ξεκινήσει και το αφήσαμε στη μέση. Για να κερδίσω τον χαμένο χρόνο, στο λέω από τώρα, δεν πρόκειται να ακούσω ειδήσεις ή να διαβάσω έστω και μια εφημερίδα! Δεν θα κάνω τίποτα, για να είμαι μαζί σου και να χαρούμε την κάθε στιγμή! Θα αφήσω ακόμη και τα μαλλιά μου να μακρύνουν …

    » Κλείνω το γράμμα μου εδώ, γιατί έχω μια πρωινή συνάντηση με κάποια πρόσωπα του Αμερικάνικου και του Αγγλικού προξενείου Θεσσαλονίκης

    Σ’ αγαπώ πολύ … Καλή αντάμωση … Ο γιος σου …

    Τζόρτζ Ουάσινγκτον Πολκ
    Θεσσαλονίκη, 8 Μαΐου 1948
    Ξενοδοχείο Αστόρια»

    (Χαμηλώνει ο φωτισμός στη σκηνή)

    (Ο Τζόρτζ Πολκ αποχωρεί από τη σκηνή
    Το γράμμα το παίρνει ο άνεμος από το γραφείο
    και το ρίχνει κάτω στο πάτωμα)

    Σκηνή IV

    (Βρισκόμαστε στο Αμερικάνικο Προξενείο της Θεσσαλονίκης
    Ο Αμερικανός πρόξενος, κ. Γκίμπσον, κάθεται στο γραφείο του
    Στη σκηνή εισέρχεται ο εισαγγελέας, κ. Παναγιώτης Κωνσταντινίδης)

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (σηκώνεται όρθιος. Χειραψία με τον εισαγγελέα) «Τα σέβη μου, Κύριε Εισαγγελεύς. Καθίστε, παρακαλώ»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: (κάθεται) «Σας ευχαριστώ πολύ, Κύριε Γκίμπσον, για τον χρόνο σας. Η δολοφονία του δημοσιογράφου, Τζόρτζ Πολκ, έχει συγκλονίσει το Πανελλήνιο αλλά και ολόκληρο τον κόσμο, θα έλεγα»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (κουνώντας το κεφάλι του) «Οπωσδήποτε, είναι ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός, Κύριε Κωνσταντινίδη (προσφέρει ένα πούρο) Καπνίζετε; Παρακαλώ»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: «Ευχαριστώ. Δεν θα πω όχι. Τα πούρα είναι το αδύνατον σημείον μου, ξέρετε!» (γέλιο)

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Α! Μάλιστα! Μάλιστα! Σας καταλαβαίνω απόλυτα! Έχω κι εγώ την ίδια αδυναμία με εσάς!» (γέλιο)

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: (αλλάζοντας ύφος. Σκεπτικός) «Κύριε Γκίμπσον … Επισκέπτομαι, σήμερα, το γραφείο σας, για να με διαφωτίσετε πάνω σε κάποια σημεία ιδιαιτέρως κρίσιμα για την έρευνα που διεξάγουμε αυτόν τον καιρό. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να σας υποβάλλω ορισμένες ερωτήσεις και, αν έχετε την καλοσύνη, θα επιθυμούσα να έχω και κάποιες απαντήσεις από μέρους σας»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Παρακαλώ. Σας ακούω, Κύριε Εισαγγελεύς»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: «Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ως γνωστόν, ο Τζόρτζ Πολκ, την 7 Μαΐου της αφίξεώς του στη Θεσσαλονίκη, διέμεινε στο ξενοδοχείο Αστόρια και όχι στο Κοσμοπολίτ, όπου έμεναν όλοι οι Αμερικανοί συνάδελφοί του. Ο αντισυνταγματάρχης Τζέιμς Σμιθ, μάλιστα, μετέφερε με τζιπ τον Πολκ από το αεροδρόμιο μέχρι το ξενοδοχείο Αστόρια. Κράτηση δωματίου για τον Σμιθ έκανε ένας Αμερικανός λοχίας του. Το γνωρίζετε αυτό;»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Το γνωρίζω, Κύριε Κωνσταντινίδη»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: «Γνωρίζετε, επίσης, Κύριε Γκίμπσον, αν ο λοχίας αυτός είχε κάνει κράτηση δωματίου και για τον Πολκ και, μάλιστα, χωρίς να τον έχει ρωτήσει προηγουμένως;»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Θα ήτο δυνατόν»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: (μικρή παύση. Έντονο βλέμμα) «Γιατί στο Αστόρια, Κύριε πρόξενε, και όχι στο Κοσμοπολίτ; Δεν μπορώ να καταλάβω»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Πολύ φοβούμαι, Κύριε Κωνσταντινίδη, ότι αυτήν την απορίας σας μόνον ο Πολκ θα μπορούσε να σας τη λύσει, αν, βέβαια, ζούσε σήμερα. Ξέρετε … Ο Τζόρτζ Πολκ δεν ήταν τόσο αγαπητός, όσο έδειχνε, από τους συναδέλφους του δημοσιογράφους»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: «Τι εννοείτε;»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Είχε κάποια γνωρίσματα που προκαλούσαν το αίσθημα της ζήλιας των συναδέλφων του»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: «Όπως;»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Καταγωγή, χρήματα, γοητεία, επιτυχίες και, κυρίως, τόλμη. Αυτή τη τρέλα να ακουστούν όλες οι φωνές, μέχρι να αποκαλυφθεί η αλήθεια που κρύβεται πίσω από κάθε συμβάν, δεν την έχουν, δυστυχώς, όλοι οι δημοσιογράφοι»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: «Αν αντιλαμβάνομαι, λοιπόν, ορθώς, τα λεγόμενά σας, ο Πολκ προτίμησε το ξενοδοχείο Αστόρια και όχι το Κοσμοπολίτ, με ελαφρά τη καρδία, για να μην έχει επαφές με συναδέλφους του, πράγμα το οποίο του προξενούσε, μάλλον, ένα αίσθημα δυσφορίας, προερχόμενο από τα πυρά της ζήλιας που δεχόταν;»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Πρόκειται, ασφαλώς, για μια δική μου εικασία. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι αυτός ήταν ο κύριος και πρωτεύον λόγος»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: «Ο αντισυνταγματάρχης Σμιθ συνοδευόταν από κάποια άλλα πρόσωπα;»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Εξ’ όσων γνωρίζω, από τη σύζυγό του, τη θυγατέρα του και τον αντισυνταγματάρχη Μίλερ»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: «Θα επιθυμούσα, Κύριε Πρόξενε, να καταθέσουν και οι δύο αντισυνταγματάρχες. Ο Σμιθ και ο Μιλερ»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Δεκτόν το αίτημά σας, Κύριε Εισαγγελεύς. Θα ικανοποιηθεί το ταχύτερο δυνατόν»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: (σηκώνεται όρθιος. Χειραψία) «Σας ευχαριστώ θερμά. Θα είμαστε σε επικοινωνία»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Είμαι στη διάθεσή σας για ό,τι άλλο προκύψει, Κύριε Κωνσταντινίδη»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: (φεύγει. Κοντοστέκεται. Γυρίζει πίσω) «Κύριε Γκίμπσον … Πιστεύετε ποτέ ότι ο Πολκ θα έφτανε στο αρχηγείο του Μάρκου Βαφειάδη, ακόμα και με δεμένα τα μάτια, αν χρειαζόταν, για να του πάρει συνέντευξη;»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (χαμογελώντας) Δεν το πιστεύω απλά, Κύριε Κωνσταντινίδη. Γνωρίζοντας πολύ καλά τον Τζόρτζ Πολκ, θα σας έλεγα ότι είμαι απολύτως βέβαιος»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: (παύση) « …Στο δωμάτιό του … Στο ξενοδοχείο … Βρέθηκε μια επιστολή, προς τον στενό συνεργάτη του, στην οποία αναφέρει αυτή του τη πρόθεση»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (χαμογελώντας) Είδατε, λοιπόν, Κύριε Κωνσταντινίδη ότι δεν έπεσα έξω!»

    ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: (παύση) « …Ναι … Το βλέπω … Καλή σας μέρα, Κύριε Πρόξενε. Εις το επανιδείν»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: Να πάτε στο καλό, Κύριε Κωνσταντινίδη. Καλή συνέχεια στο έργο σας»

    (Χαμηλώνει ο φωτισμός)

    Σκηνή V

    (Ένας μεσήλικας, κοντόχοντρος άντρας,
    αλιέας, ονόματι Λάμπρος Αντώναρος,
    εισέρχεται ταραγμένος στη σκηνή
    Τον ακολουθεί ένας λιμενεργάτης,
    με το όνομα Νόντας Βλαχόπουλος)

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Έλα, Λάμπρο… (τραβάει μια καρέκλα) Κάτσε εδώ. Θα ‘ρθούνε σε λίγο και οι αστυφυλάκοι. Πρωινό κι αυτό σήμερα! Η κακιά η μέρα από το πρωί φαίνεται, αδελφέ μου!» (κάθονται σε δυο ξεχαρβαλωμένες καρέκλες)

    (Ένας αστυφύλακας εισέρχεται
    Κρατάει στο χέρι του μια διάφανη σακούλα
    Την αφήνει πάνω σ’ ένα παλιό, βρώμικο τραπέζι)

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: (φωνάζει δυνατά) «Λάμπρος Αντώναρος!»

    ΑΝΤΩΝΑΡΟΣ: (σηκώνεται, αμέσως, όρθιος) «Παρόν, Κύριε αστυφύλαξ!»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: (Βγάζει ένα μπλοκάκι και σημειώνει, αργά και φωναχτά) Λοιπόν! Έχουμε και λέμε! Σήμερα … Ξημερώματα της 16ης Μαΐου … Ο αλιέας, Λάμπρος Αντώναρος … Εντόπισε το άψυχο σώμα ενός άντρα στα νερά του Θερμαϊκού κόλπου … Πενήντα, περίπου, μέτρα από τον Λευκό Πύργο … Μμμμ … Συνεχίζουμε … Τα χέρια και τα πόδια του πτώματος … Ήταν δεμένα με σκοινί … Μάτια φαγωμένα από τα ψάρια … Και έφερε και μια σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού … Τα λέω καλά μέχρι εδώ, Αντώναρε;»

    ΑΝΤΩΝΑΡΟΣ: «Πολύ καλά, Κύριε αστυφύλαξ!»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: « … Από την έρευνα του Λιμενικού σώματος … Και με αυτόπτη μάρτυρα τον λιμενεργάτη … » (κοιτάζει αυστηρά τον λιμενεργάτη) «Το όνομά σου!»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: (βαριεστημένα) «Νόντας Βλαχόπουλος»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: (σημειώνει στο μπλοκάκι) « … Και με αυτόπτη μάρτυρα τον λιμενεργάτη, Νόντα Βλαχόπουλο … Στα προσωπικά αντικείμενα που βρέθηκαν στα ρούχα του νεκρού άντρα … Προέκυψε ότι αυτός έφερε επάνω του χρήματα … Ελληνικές δραχμές και Αμερικάνικα δολάρια … (σταματάει και περιεργάζεται τη διάφανη σακούλα) … Χαρτονομίσματα και επιταγές των είκοσι δολαρίων … Κοσμήματα, όπως ταυτότητα χειρός … Ρολόι, βέρα … Καθώς και διάφορα έγγραφα, δημοσιογραφική ταυτότητα, άδεια παραμονής … »

    ΑΝΤΩΝΑΡΟΣ: «Δημοσιογράφος ήταν το καημένο το παλικάρι, Κυρ αστυφύλαξ;»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Ναι. Αμερικανός δημοσιογράφος»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: (βαριεστημένα) «Γέμισε η πόλη από δαύτους. Όπου και να πας, πάνω σ’ έναν Αμερικάνο θα σκοντάψεις. Ή πρόξενος θα είναι ή δημοσιο … »

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Σιωπή, εσύ! Μη λες πολλά και σήκω επάνω!»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: (σηκώνεται, βαριεστημένα, όρθιος) «Στας διαταγάς σας, Κύριε αστυφύλαξ»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: (περιεργάζεται, για λίγα λεπτά, τον λιμενεργάτη) «Βλαχόπουλος, είπαμε;»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Μάλιστα. Βλαχόπουλος. Νόντας Βλαχόπουλος»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Εργάζεσαι χρόνια εδώ, Βλαχόπουλε;»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Άκου χρόνια! Αιώνες δεν λέτε, Κύριε αστυφύλαξ! Ήμουν νιος και γέρασα!»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Δεν μου λες. Γνωρίζεις κάποιον Ευθύμιο Μπάμια;»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Άκου λέει! Τον Μπάμια δεν γνωρίζω! Λιμενεργάτης κι αυτός όπως κι εγώ. Από τα γεννοφάσκια του, ο κακομοίρης»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Γνωρίζει γραφή και ανάγνωση αυτός;»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Τι γραφή και ανάγνωση, Κύριε αστυφύλαξ! Αυτός την τύφλα του δεν ξέρει! Αγράμματοι άνθρωποι είμαστε κι οι δυο! Τι μας περάσατε; Για προφεσσόρους!»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Άκου, Βλαχόπουλε! Το παρατραβάς! Ξεκίνησα με σένα αλλά με περιμένουνε άλλοι είκοσι στη γωνία! Γι’ αυτό, θα απαντάς μόνο σε ό,τι σε ρωτάω και ουδέν σχόλιον! Κατάλαβες!»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Μάλιστα, Κύριε αστυφύλαξ!»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Λοιπόν … Ανάγνωση και γραφή δεν ξέρει … Μήπως γνωρίζεις αν βρήκε, προ ολίγων ημερών, μία ταυτότητα κι ένα διαφημιστικό;»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: (ξύνει το κεφάλι του) «Τώρα που το λέτε … Νομίζω ότι κάτι βρήκε … Αλλά, δεν ξέρω αν ήταν αυτά που είπατε»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Τον Σάββα τον Καραμιχάλη τον ξέρεις;»

    ΑΝΤΩΝΑΡΟΣ: (πετάγεται) «Αυτόν τον ξέρω κι εγώ, Κυρ αστυφύλαξ! Έχει το ταβερνάκι … »

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Δεν ρώτησα εσένα, Αντώναρε! Βλαχόπουλε, απάντησε!»
    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Και, φυσικά, τον γνωρίζω! Άκου λέει! Εκεί συχνάζουμε τα βράδια για κανένα ουζάκι. Δική του είναι η ταβέρνα στο λιμάνι»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Αυτός γνωρίζει ανάγνωση και γραφή;»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Αυτός είναι γραμματιζούμενος! Δεν μοιάζει εμάς, τα κούτσουρα τα απελέκητα!»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Μμμμ … Μάλιστα … (σημειώνει στο μπλοκάκι του) Ο Σάββας, λοιπόν, ο Καραμιχάλης γνωρίζει ανάγνωση και γραφή»

    ΑΝΤΩΝΑΡΟΣ: «Μ’ αυτόν, τώρα, Κύριε αστυφύλαξ … Το πτώμα, εννοώ … Τι θα κάνουμε;»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: (κλείνει το μπλοκάκι του και το βάζει στη τσέπη του) «Εσείς, τίποτα, Αντώναρε. Τώρα, αναλαμβάνει η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης και η Κυβέρνηση!»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Εγώ, πάντως, ένα έχω να πω! Αυτόν τον Αμερικάνο … Πώς τον ελέγανε, κιόλας, τον άτυχο;»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Τζόρτζ Ουάσινγκτον Πολκ»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Αυτόν τον Πολκ, τέλος πάντων! Δεν τον πυροβόλησαν, Κυρ αστυφύλαξ, για να τον ληστέψουνε, αλλά για να του κλείσουνε το στόμα! Μάλλον, μιλούσε πολύ, ο κακορίζικος!»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Και συ, Βλαχόπουλε, δεν πας πίσω! Η γλώσσα σου ροδάνι!»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Δεν βαριέσαι, Κυρ αστυφύλαξ! Και μένα, που με βλέπεις, κακορίζικος είμαι! Κι αν έχω πάθει από το στόμα μου!»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Και μυαλό δεν βάζεις, απ’ ό,τι φαίνεται! Ανεπίδεκτος μαθήσεως! Που λένε και στο χωριό μου!»

    ΑΝΤΩΝΑΡΟΣ: «Κύριε αστυφύλαξ, είχε και μια βέρα στο δάχτυλό του … »

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: «Ναι … Ήταν παντρεμένος … Τέλος πάντων … Μπορεί, μία από αυτές τις ημέρες, να σας καλέσουμε στο Τμήμα για κατάθεση. Έχουμε τα ονόματα και άλλων δύο λιμενικών … (βγάζει, πάλι, και κοιτάζει το μπλοκάκι του) Δικαιόπουλος Μιχαήλ και … Μμμμ …»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Εμάς, πάντως, εδώ θα μας βρείτε!»

    ΑΝΤΩΝΑΡΟΣ: «Στο καλό να πάτε, Κυρ αστυφύλαξ»

    ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: (κλείνει το μπλοκάκι του πάλι – χαιρετισμός) «Να προσέχετε. Η περιοχή το βράδυ, γύρω από το λιμάνι, είναι επικίνδυνη»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Ω! Δεν βαριέστε, Κυρ αστυφύλαξ! Εμάς τι να μας εκάνουνε; Και να μας ρίξουνε στον Θερμαϊκό, ούτε τα ψάρια δεν θα μας φάνε!»

    (Ο αστυφύλακας φεύγει
    Ο Αντώναρος και ο Βλαχόπουλος
    κοιτάζονται τρομαγμένοι)

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Ρε, συ, Λάμπρο, τι ήταν αυτό, σήμερα;»

    ΑΝΤΩΝΑΡΟΣ: «Νόντα … Λες, ρε, ο Ζήσης ο Νίκζας και η παρέα του; … Αυτοί είναι όλο μπλεγμένοι σε βρομοδουλειές!»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: Σσσσσς! …. Όποιος και να ‘ναι, φίλε μου, εμείς στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε! Κατάλαβες; Το άκουσες το όργανο της τάξεως τι μου είπε, προ ολίγου: ΄΄Βλαχόπουλε, μη μιλάς πολύ, για θα το φας το κεφαλάκι σου!΄΄ Όπως και ο … Πώς τον είπαμε, μωρέ; Πάλι τον εξέχασα!

    ΑΝΤΩΝΑΡΟΣ: «Τζόρτζ Πολκ. Αμερικανός δημοσιογράφος»

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Α, να, γεια σου! Αυτός!»

    ΑΝΤΩΝΑΡΟΣ: «Να πηγαίνω κι εγώ … Άφησα, τόση ώρα, τη βάρκα μου … »

    ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΗΣ: «Ναι! Κι εγώ άφησα τα βαπόρια μου και βούλιαξαν! Α, ρε, κακομοίρηδες που είμαστε κι οι δυο! Ο ένας με το αγώι του, νύχτα-μέρα, κι ο άλλος με τον νταλκά του! (τον χτυπάει στη πλάτη φιλικά) Άντε, Λάμπρο! Άντε, αδελφέ μου! Πάμε για το μεροκάματο … »

    (Αποχωρούν κι οι δυο από τη σκηνή
    Χαμηλώνει ο φωτισμός)

    (Ακούμε off μια δυνατή φωνή:
    ΄΄Ιατροδικαστής, Κωνσταντίνος Ηλιάκης!΄΄
    Ακολουθεί διάλογος, χωρίς εμφανή πρόσωπα,
    ανάμεσα στον ιατροδικαστή και τον
    πρόεδρο του δικαστηρίου)

    (Σκοτάδι στη σκηνή)

    ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΗΣ: «Παρόν, Κύριε πρόεδρε!»

    ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Σας ακούμε, Κύριε Ηλιάκη. Τα συμπεράσματα της έρευνάς σας»

    ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΗΣ: «Ο Τζόρτζ Ουάσινγκτον Πολκ πρέπει, με απόκλιση δέκα έως δώδεκα ωρών, να δολοφονήθηκε το Σάββατο, την 8η Μαΐου, περίπου τα μεσάνυχτα. Το ρολόι του σταμάτησε στις δώδεκα και είκοσι. Έφερε τραύμα από σφαίρα στην ινιακή χώρα και στους πνεύμονές του βρέθηκε θαλασσινό νερό. Ως εκ τούτων, το πτώμα του Τζόρτζ Πολκ ρίφθηκε στη θάλασσα μετά τον πυροβολισμό ενώ ακόμη ήταν εν ζωή. Ο θάνατός του, δηλαδή, ήταν απόρροια και των δύο ως άνω αιτιών. Βέβαια και μόνο από το τραύμα στην ινιακή χώρα, ο Πολκ θα πέθαινε αλλά μετά από μισή ή μία ώρα. Οι σύνδεσμοι των σκοινιών στα άκρα του ήταν χαλαροί και από το γεγονός ότι δεν έφερε σημάδια πάλης ή μώλωπες στα άκρα πρέπει είτε να δέθηκε με τη θέλησή του είτε να δέθηκε μετά τον πυροβολισμό, όντας αναίσθητος. Το θύμα απεβίωσε μισή, περίπου, ώρα μετά το τελευταίο γεύμα του. Το τελευταίο γεύμα του, αστακός με αρακά και μαύρο ψωμί συνοδεία αλκοολούχου ποτού, βρέθηκε άπεπτο στο στομάχι του. Πρέπει να είχε γευματίσει ξανά, εντός της ίδιας ημέρας, διότι βρέθηκε, σε προχωρημένη πέψη, και ποσότητα κρέατος. Λόγω του γεγονότος ότι το τελευταίο γεύμα βρέθηκε άπεπτο, υποθέτω, Κύριε πρόεδρε, ότι πρέπει να έφαγε υπό πίεση ή υπό συγκινησιακά φορτισμένη κατάσταση …»

    (Η σκηνή αρχίζει να φωτίζεται)

    (Βρισκόμαστε, τώρα, στο Αμερικάνικο Προξενείο της Θεσσαλονίκης
    Ο Αμερικανός πρόξενος, κ. Ράλεϊ Γκίμπσον, δέχεται με θερμή χειραψία
    τον Αμερικανό δημοσιογράφο, Τζόρτζ Πολκ)

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Καλώς τον Τζόρτζ! Απ’ ό,τι βλέπω, κάθε ταξίδι σου στην Ελλάδα σε ανανεώνει όλο και πιο πολύ, φίλε μου!»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Μάλλον, ο έγγαμος βίος θα ευθύνεται γι’ αυτό, αγαπητέ μου Ράλεϊ, και όχι τα ταξίδια!»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Τι κάνει η όμορφη και αγαπητή μας, Ρέα;»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Ω! Με μαλώνει, συνεχώς, γιατί λείπω πολλές ώρες από το σπίτι!» (γελούν)

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Έλα. Έλα, Τζόρτζ. Κάθισε. Ουίσκι;»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Ευχαριστώ»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (προσφέρει στον Πολκ το ποτό του και κάθεται) «Εις υγείαν!»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Στην υγειά μας!»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Αγαπητέ, Τζόρτζ. Το γράμμα που έστειλες στον συνεργάτη σου, Μάροου, με συγκίνησε βαθιά. Θέλω, επίσης, να ξέρεις ότι για τίποτα στον κόσμο δεν θα άλλαζα τα αισθήματά μου για σένα, αν το πείσμα σου να προχωρήσεις, υποκαθιστούσε κάθε λογική. Η λογική, όμως, φίλε μου … »

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Ο Μάρκος Βαφειάδης, Ράλεϊ, υπηρετεί μια ιδέα. Και αυτή η ιδέα εξυπηρετεί κάποιους να ασελγούν πάνω στο σώμα της Ελλάδας, χρόνια τώρα»
    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (σκεπτικός) «Μπορεί να είναι και έτσι …»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Ράλεϊ! … Θέλω να με στηρίξεις …»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Με ποιον τρόπο; …»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Για όλους είμαι ένας ονειροπόλος … Πιθανόν και για τον ίδιο τον Μάρκο και τους συντρόφους του πάνω στο βουνό … Όμως … Είναι καιρός τώρα που …»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Τι συμβαίνει, Τζόρτζ;»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Σ’ αυτή τη χώρα, είναι αδύνατον να εμπιστευτείς κάποιον …»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Σου λείπει η πατρίδα σου, Τζόρτζ. Μάλλον, ήρθε η ώρα να γυρίσεις πίσω στο Τέξας»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Πήρα μια υποτροφία για το Χάρβαρντ. Φεύγω στις 20 Μαΐου και στις 15 Ιουνίου υποσχέθηκα στη μητέρα μου ότι θα βρίσκομαι κοντά της, για τις καλοκαιρινές διακοπές, ο κόσμος να χαλάσει»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Πολύ ευχάριστα νέα. Χαίρομαι, ιδιαιτέρως, για σένα, Τζόρτζ»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Πριν φύγω, όμως, θα ήθελα τη βοήθειά σου»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Αν μπορώ, πολύ ευχαρίστως»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Σκέφτομαι να ετοιμάσω μια λεπτομερή αναφορά προς την Αμερικάνικη κυβέρνηση»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (δυσανασχετώντας) «Ω, Τζόρτζ! Πάλι τα ίδια!» (σηκώνεται όρθιος και γεμίζει το ποτήρι του)

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Πρέπει, Ράλεϊ! Πρέπει! Πίστεψέ με!»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Μα σε τι θα εξυπηρετούσε! Πες μου! Σε τι!» (ξανακάθεται)

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Οι Αμερικανοί πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν πώς λειτουργούν τα πράγματα στην Ελλάδα! Δίνουν τα χρήματά τους, Ράλεϊ, σε έναν καταματωμένο λαό, που ζει με όνειρα και περιμένει καρτερικά την τύχη του! Και η τύχη του βρίσκεται στα χέρια μαυραγοριτών και απατεώνων, που καταστρώνουν τα επόμενα σχέδια για την καταστροφή του!»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: « … Τζόρτζ! Τζόρτζ! Άκουσέ με! Είσαι έμπειρος και αμερόληπτος δημοσιογράφος. Επέτρεψέ μου, όμως, να σου πω ότι, κάποιες φορές, φίλε μου, ο παρορμητισμός σου δεν σ’ αφήνει να σκεφτείς λογικά! Το παρατραβάς το σκοινί και θα κοπεί!»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Το Κομμουνιστικό κόμμα έχει τεθεί εκτός νόμου! Γιατί; Δεκάδες άνθρωποι ζούνε σαν τους λύκους πάνω στα βουνά! Απ’ την άλλη μεριά, ο στρατός εξοπλίζεται εντατικά! Φροντίζουμε για τον Έλληνα οπλίτη και αφήνουμε τον λαό να πεθαίνει στους δρόμους, την ίδια στιγμή που μέλη της Ελληνικής κυβέρνησης χρηματίζονται και διατηρούν παράνομους τραπεζικούς λογαριασμούς! Τετρακόσια εκατομμύρια δολάρια είναι πολλά χρήματα, Ράλεϊ! Δεν βλέπεις γύρω σου; Πώς είναι δυνατόν να επιτρέπουμε να γίνεται κάτι τέτοιο! Πριν από λίγο καιρό, εκατόν επτά αριστεροί κρατούμενοι εκτελέστηκαν σε μια βδομάδα! Αίμα στο αίμα! Αυτό είναι ξεδιάντροπο! Ο πόλεμος πρέπει να σταματήσει και ο μόνος τρόπος είναι συμβιβασμός και συμφιλίωση ανάμεσα στις δύο πλευρές! (μικρή παύση) Μια συνέντευξη με τον Μάρκο … Πάνω στον Όλυμπο … Θα είναι μήνυμα ειρήνης και τερματισμού του εμφυλίου πολέμου … Είμαι σίγουρος γι’ αυτό …»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: « …Η ανάγκη σου να εκφραστείς δημοσιογραφικά σε κάνει να βλέπεις τη μισή αλήθεια, Τζόρτζ … Λυπάμαι … Σε μια εποχή που οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται ελεγχόμενες πένες, η δική σου εξακολουθεί να είναι ασυμβίβαστη … Είναι αναπόφευκτο η παρουσία σου να καταστεί, σύντομα, προβληματική για πολλούς …»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: (μικρή παύση) « …Πολλοί μού παρουσιάστηκαν, ισχυριζόμενοι ότι μιλούσαν έγκυρα, αλλά ήταν σκάρτοι! Τώρα … Τώρα, θέλω να συναντήσω λίγους ανθρώπους που να μετρούν, όμως, πραγματικά … Αν χρειαστεί, Ράλεϊ … Θα πάω κι έξω από τη Θεσσαλονίκη … Σε μέρος που θα μου υποδείξουν αυτοί … Και θα τους εμπιστευτώ, ακόμη και αν χρειαστεί να μου δέσουν τα χέρια και τα πόδια με σκοινιά! … Για να φτάσω σ’ εκείνον …»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Οι καιροί δεν προσφέρονται για επισκέψεις σε βουνά και κρησφύγετα, Τζόρτζ … Κατάλαβέ το … Είναι πολύ επικίνδυνο αυτό που πας να κάνεις … Είναι μια ρομαντική, ουτοπιστική τρέλα η συνέντευξη με τον Μάρκο Βαφειάδη …»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Αυτά είναι τα τελευταία σου λόγια;»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (σηκώνεται όρθιος, με γυρισμένη την πλάτη προς τον συνομιλητή του) «Δυστυχώς, ναι … Δεν μπορώ να σε βοηθήσω … »

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: (σηκώνεται όρθιος, αφήνοντας το ποτό του) «Ράλεϊ … Μια μέρα … Είμαι σίγουρος ότι ο άδικος αυτός πόλεμος θα σταματήσει και η αλήθεια θα λάμψει … Μπορεί να μην είναι από μένα … Θα είναι, όμως, από κάποιους άλλους … Με μεγαλύτερη τόλμη … Και τύχη … Ίσως, από κάποια νέα παιδιά … Σε χαιρετώ, φίλε μου … Παραμένω, πάντα, δικός σου»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (στρέφεται προς τον συνομιλητή του) «Σ’ έναν πόλεμο, Τζόρτζ, όλα επιτρέπονται … Αυτό να θυμάσαι …»

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: «Αντίο, Ράλεϊ»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Αντίο, φίλε»

    (Αυλαία)
    ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΑΞΗ

    Σκηνή I

    (Σ’ ένα τραπέζι στρογγυλό,
    με καρέκλες γύρω-γύρω,
    κάθονται οι φοιτητές Δημοσιογραφίας
    Πάνω σ’ αυτό, πεταμένες σημειώσεις,
    πηγές, φωτογραφικό υλικό …
    Χαμηλός φωτισμός
    Είναι νύχτα)

    ΘΑΝΟΣ: «..΄΄Αν η υπόθεση Πολκ αποσιωπηθεί, αυτό θα αποτελέσει νίκη για εκείνους που πιστεύουν ότι μπορούν να σκοτώσουν την αλήθεια, σκοτώνοντας τον άνθρωπο που επιδιώκει να την αποκαλύψει΄΄ … Αυτά έγραφε ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, την εποχή εκείνη, για τη δολοφονία του Πολκ»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Από την αρχή, μπήκε το δίλημμα. Ακόμη και ανάμεσά μας. Μπορούμε να σκοτώσουμε τους εαυτούς μας για χάρη της αλήθειας ή επιλέγουμε το ψέμα;»

    ΡΑΝΙΑ: «Για να δούμε!» (κοιτάζει υπαινιχτικά τον Ισίδωρο. Αυτός κατεβάζει το κεφάλι του)

    ΠΕΤΡΟΣ: «Στη χώρα μας, γενικώς, η αφαίρεση ήταν, ανέκαθεν, άγνωστη έννοια! Σε αντίθεση με την πρόσθεση! Δυστυχώς, όλα, σ’ αυτόν τον τόπο, λειτουργούν αθροιστικά και, κάποια στιγμή, γίνεται … Το μπαμ!»

    ΘΑΝΟΣ: «Έχει δίκιο ο Πέτρος. Ο Τζόρτζ Πολκ μάζεψε επάνω του τα συσσωρεμένα μολυσματικά αέρια πολλών ετών στην Ελλάδα. Όταν ήρθε στη χώρα μας, αυτή βρισκόταν, ήδη, σε μια άσχημη κατάσταση. Το κακό, όμως, είχε αρχίσει χρόνια πριν»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (με εμπάθεια) «Το κακό είναι ότι κάποιοι βασιλικότεροι του βασιλέως, οι οποίοι κατέχουν θέσεις εξουσίας και είχαν, πάντα, και τη συμπάθεια του στρατού, των αστυνομικών αρχών και των ξένων δυνάμεων, επιβουλεύονταν τη διακυβέρνηση της χώρας και φίμωναν τη φωνή του λαού σε όλες τις εποχές!»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Αυτή είναι, οπωσδήποτε, μια βολική θεωρία, αλλά δεν θα συμφωνήσω μαζί σου, Ισίδωρε. Δεν είναι, πάντα, και ο λαός άμοιρος των ευθυνών του. Δεν ξυπνήσαμε ένα πρωί, έχοντας δει το προηγούμενο βράδυ ένα κακό όνειρο. Η απώλεια της συνείδησης είναι καθημερινή υπόθεση και φαινόμενο μαζικής καταστροφής»

    ΘΑΝΟΣ: «Πάντως, η δολοφονία του Πολκ πρέπει να ήταν έργο ΄΄ανωτάτου επιπέδου΄΄. Όλα συνηγορούν υπέρ αυτής της άποψης»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Ούτε με σένα θα συμφωνήσω απόλυτα, Θάνο. Μια τρομοκρατική μειοψηφία είναι ικανή να προβεί σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα πολύ γρήγορα. Είναι εύκολο να ρίχνεις λάσπη σε μια ιδεολογία, χωρίς νομικό σύστημα προστασίας, όπως ήταν η αριστερή ιδεολογία, και να λογχίζεις, ύστερα, κακόμοιρους μαρξιστές στα κελιά της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης. Οι εκτελεστές του Πολκ δεν είναι βέβαιο ότι ήταν σταλμένοι απέξω και αρκετά ισχυροί ή οργανωμένοι, όπως η Κομινφόρμ ή οι μυστικές υπηρεσίες, για να διαπράξουν τον φόνο σ’ ένα ανώτατο επίπεδο, όπως λες. Μπορεί, απλά, να ήταν πολιτικά φανατισμένες μειονότητες. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Κάποιοι ανώριμοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Να σκοτώσουν τον δεύτερο εαυτό τους, προς χάριν της δημοκρατίας και της αλήθειας ενός τόπου»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Αυτοί οι ανώριμοι, όμως, όπως τους αποκάλεσες, κατά έναν περίεργο τρόπο, είναι, συνήθως, δικαστές, υπουργοί, στρατηγοί και τα τέκνα αυτών!»

    ΘΑΝΟΣ: «Ας μην το προσωποποιήσουμε καλύτερα, Ισίδωρε. Είναι άδικο για κάποιους ανθρώπους. Έχει δίκιο η Θάλεια»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (θυμωμένα) «Φοβάσαι μήπως χρειαστεί να σκοτώσεις τον δεύτερο εαυτό σου;»

    (ακολουθεί σιωπή)

    ΡΑΝΙΑ: «Ας είμαστε ειλικρινείς, συνάδελφοι! Ο δεύτερός μας εαυτός και ο τρίτος και ο τέταρτος … Είναι οι μάσκες που φοράμε και που τις βγάζουμε μόνο όταν αισθανθούμε άνεση και ασφάλεια μέσα στο περιβάλλον μας. Διαφορετικά, είμαστε σε μια σχέση υποκρισίας με οτιδήποτε γύρω μας. Ο Τζόρτζ Πολκ ήταν φιλελεύθερος άνθρωπος και ήρθε σε μια χώρα που η ελευθερία ήταν άγνωστη έννοια, ενώ, αντιθέτως, οι μάσκες και η υποκρισία κυριαρχούσαν. Έδειξε συμπάθεια για τους απλούς, αγνούς ανθρώπους της πατρίδας μας, και έτσι φιλόδοξος, νέος και γοητευτικός που ήταν, μπήκε, γρήγορα, στο μάτι των περισσοτέρων, παλεύοντας για την αναζήτηση και ΄΄της άλλης πλευράς΄΄, όπως, συχνά, την αποκαλούσε. Τον ενδιέφερε και ΄΄η άλλη πλευρά των Ελλήνων΄΄. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι το μόνο που υπήρχε σ’ αυτόν τον άμοιρο, φτωχό τόπο ήταν οι φατρίες, οι έριδες, οι φανατισμοί, η αγριότητα, η τραγικότητα και τα ψεύδη!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Και οι αρπαχτές! … Συμφωνώ, Ράνια. Ο Πολκ ήταν πολύ διαφορετικός από τους περισσότερους συναδέλφους του, Αμερικανούς ανταποκριτές. Ήταν ριψοκίνδυνος και, παράλληλα, ρομαντικός. Φτιαγμένος από τα υλικά εκείνα που σε κάνουν να νιώθεις γοητευμένος από αυτό που βλέπεις και, την ίδια στιγμή, να προβληματίζεσαι για την αλήθεια του. Ο Πολκ προβλημάτισε και τους Αμερικανούς και τους Έλληνες και ολόκληρο τον κόσμο! Ειδικά, μετά τη δολοφονία του!»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Θα συμφωνήσω κι εγώ σχετικά με τη διαφορετικότητα του Πολκ και θα προσθέσω ότι ο Πολκ, πριν πέσει θύμα δολοφονίας, έπεσε θύμα προδοσίας. Αυτό συμπεραίνω, τουλάχιστον, από τις μέχρι τώρα πηγές που έχουμε μελετήσει. Μέσα σε δυο, περίπου, εικοσιτετράωρα, τον είχανε προδώσει άπαντες! Η δολοφονία του ήταν το ΄΄μπαμ΄΄ μιας στιγμής … Το πάτημα μιας σκανδάλης … Όμως … Όσο και να σπάω το κεφάλι μου … Πιστεύω ότι τίποτα δεν ήταν, στην πραγματικότητα, τόσο οργανωμένο και προσχεδιασμένο όσο αναφέρουν κάποιοι …»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Δηλαδή πιστεύεις ότι το έγκλημα ήταν απόφαση της τελευταίας στιγμής;»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Ναι. Και, μάλιστα, θα έλεγα αποτέλεσμα προδοσίας δύο εικοσιτετραώρων το πολύ!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Άρα, πρέπει να ήταν ο ίδιος έντονα φορτισμένος μέσα σ’ αυτά τα δύο εικοσιτετράωρα!»

    ΘΑΝΟΣ: «Μα … Το αναφέρει, άλλωστε, και ο ιατροδικαστής στην έκθεσή του. Το τελευταίο γεύμα του Πολκ, αστακός με μπιζέλια, έλαβε χώρα σε μια έντονα φορτισμένη συγκινησιακή κατάσταση»

    ΡΑΝΙΑ: «Χαράς ή λύπης, άραγε;»

    ΘΑΝΟΣ: «Προσμονής για κάτι, αρχικά. Μεγάλης απογοήτευσης, λίγο αργότερα»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (σηκώνεται όρθιος. Με γυρισμένη την πλάτη προς τους συναδέλφους του) «Εγώ νομίζω ότι τον έφαγε ο Μουσχουντής και τα τσιράκια του! Οι παρακρατικοί! Κάτι θερμοκέφαλα πρεζόνια, χωρίς ίχνος δημοκρατικών πεποιθήσεων! Και, φυσικά, μετά τα έριξαν όλα στην Κομινφόρμ και στους Έλληνες αντάρτες! Στο παιχνίδι, βέβαια, ήταν μπλεγμένοι όλοι! Ο βασιλιάς! Η Ελληνική κυβέρνηση! Η Αμερικανική κυβέρνηση! Πρόξενοι! Πρεσβευτές! Άγγλοι αξιωματούχοι! … Όλη η αφρόκρεμα του συντηρητισμού και της διαφθοράς, δηλαδή! Ο Πολκ ήταν ένας αριστερός, αν και Αμερικανός, δημοσιογράφος και, πολύ, απλά, τον ΄΄καθάρισαν΄΄, γιατί δεν τον ήθελε κανένας μέσα σ’ αυτό το βρώμικο παζλ της εποχής εκείνης!»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Πουθενά δεν έχει γραφτεί ότι ήταν αριστερός. Ήταν οπαδός, όμως, του φιλελευθερισμού»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Το τι έχει γραφτεί ή δεν έχει γραφτεί, κατά καιρούς, δεν ανταποκρίνεται, πάντα, στην πραγματικότητα, Θάλεια!»

    ΘΑΝΟΣ: «Εν πάση περιπτώσει. Νομίζω ότι εκεί που πρέπει να σταθούμε περισσότερο είναι στην πολυπόθητη συνέντευξη που προσπαθούσε να πάρει από τον αρχηγό της κυβέρνησης του βουνού, Μάρκο Βαφειάδη, και τα εμπόδια που του έστηναν διαρκώς. Κανείς δεν ήθελε ο Πολκ να συναντηθεί με τον Μάρκο! Είναι φοβερό! Δεν νομίζετε;»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Κανείς από ποιους δεν ήθελε;»

    ΡΑΝΙΑ: «Μα από αυτούς τους θερμοκέφαλους που είπες εσύ, πριν από λίγο, Ισίδωρε!»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Δηλαδή, είμαστε σύμφωνοι όλοι ότι το έγκλημα δεν διαπράχθηκε από τους αντάρτες;»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Μμμμ … Εγώ έχω κάποιες επιφυλάξεις, συνάδελφοι …»

    ΘΑΝΟΣ: «Κι εγώ, επίσης»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (ειρωνικό χαμόγελο) «Ήμουν σίγουρος γι’ αυτό!»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Συνάδελφοι! Συνάδελφοι! Δεν είναι ώρα να κονταροχτυπιόμαστε μεταξύ μας, αλλά να οδηγηθούμε σε κάποια συμπεράσματα! Να δώσουμε μια δική μας ερμηνεία στα ντοκουμέντα και τις υποθέσεις με νηφαλιότητα!»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Η δική μου ερμηνεία είναι αυτή που ακούσατε προ ολίγου! Δεν διαθέτω καμία άλλη!»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: (μικρή παύση) « … Είναι αργά, παιδιά. Κοντεύει μεσάνυχτα. Τι θα λέγατε να το διαλύσουμε και να συνεχίσουμε αύριο;»

    ΠΕΤΡΟΣ: «Η αλήθεια είναι πως κουτουλάω από τη νύστα, εδώ και ώρα!»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Ok. Αύριο πάλι»

    ΘΑΝΟΣ: «Αύριο θα είμαστε και πιο νηφάλιοι»

    (Ο Ισίδωρος ρίχνει μια άγρια ματιά στον Θάνο
    Σηκώνονται όλοι από τις καρέκλες, καληνυχτίζονται
    και φεύγουν σε ζευγάρια
    Η Ράνια με τον Θάνο
    Η Αγγελική με τον Πέτρο
    Μένουν πίσω ο Ισίδωρος με τη Θάλεια
    Εκείνος ταχτοποιεί τον φάκελό του
    Εκείνη τον παρατηρεί, χαμογελώντας)

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Δεν φεύγεις, Θάλεια;»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Σε περιμένω να φύγουμε μαζί, Ισίδωρε. Αν δεν έχεις καμιά αντίρρηση»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Όχι, βέβαια. Καμιά αντίρρηση (κλείνει τον φάκελό του) Πάμε;»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Πάμε» (κοντοστέκεται)

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Συμβαίνει κάτι;»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Νομίζω ότι αν ζούσες, εκείνη την περίοδο, Ισίδωρε … Θα ήσουν, σίγουρα, μαζί με τον Μάρκο και τους συντρόφους του …»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Και συ; … Πού πιστεύεις ότι θα ήσουν, Θάλεια;»

    ΘΑΛΕΙΑ: (χαμογελώντας) «Κάπου … Κάπου κοντά σου …»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (φωτίζεται το πρόσωπό του) «Πάμε;»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Πάμε»

    (φεύγουν μαζί)

    (Σκοτάδι στη σκηνή)

    Σκηνή ΙI

    (Ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας, Αμερικανός,
    εισέρχεται στο γραφείο του
    υπουργού Δημοσίας Τάξεως, κ. Ρέντη
    Το όνομά του είναι Γουίλ Ντόνοβαν
    και το προσωνύμιό του, ΄΄ο άγριος΄΄
    Είναι εκπρόσωπος της Επιτροπής Λίπμαν,
    η οποία έχει συσταθεί από την ένωση συγγραφέων εξωτερικού,
    για να διεξάγει έρευνα σχετικά με τη δολοφονία του Τζόρτζ Πολκ)

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (χειραψία) «Περάστε, Κύριε Ντόνοβαν. Καθίστε, παρακαλώ»

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: «Ευχαριστώ, Κύριε υπουργέ»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Σας ακούω, Κύριε Ντόνοβαν. Είμαι στη διάθεσή σας να σας δώσω πλήρη αναφορά για τη μέχρι τώρα πορεία της έρευνας που διεξάγει η Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, με διευθυντή, τον Ταγματάρχη, Κύριο Μουσχουντή»

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: (ξεροβήχει) «.. Κύριε Ρέντη … Η αλήθεια είναι ότι οι έρευνες του Κυρίου Μουσχουντή για τη δολοφονία του Τζόρτζ Πολκ έχουν δημιουργήσει κλίμα δυσφορίας στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Ως εκπρόσωπος της Επιτροπής Λίπμαν, ήρθα να σας αναφέρω ότι η κυβέρνησή μας σχεδιάζει, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση στην Ελλάδα, να προβεί σε επίσημο διάβημα και ανάληψη της διεξαγωγής των ανακρίσεων … Κοντεύει δεκαπέντε Αυγούστου και ο Πολκ περιμένει τη δικαίωσή του από τις 8 Μαΐου! Πώς σας ακούγεται αυτό, Κύριε υπουργέ; Σκοπεύω να επισκεφθώ, μετά από εσάς, τους υπουργούς Δικαιοσύνης και Εξωτερικών, τον Πρωθυπουργό και τον Βασιλέα της πατρίδος σας. Σε όλους θα αναφέρω το ίδιο. Ή προχωράει η έρευνα του Κυρίου Μουσχουντή και τελεσφορεί ή αναλαμβάνει η δική μας κυβέρνηση! Τα περιθώρια έχουν στενέψει πολύ και επικίνδυνα! Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε;(!)»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (αμήχανα και φοβισμένα) «Φυσικά … Φυσικά, Κύριε Ντόνοβαν … Όμως, ας μην αδικούμε τον Κύριο Μουσχουντή … Εδώ και μήνες, ανακρίνει νυχθημερόν υπόπτους και, όπως με πληροφόρησε, προ ολίγων ωρών … Είναι πολύ κοντά στην αποκάλυψη των ενόχων … Ας του δώσουμε λίγο χρόνο, Κύριε Ντόνοβαν … Πιστέψτε με … Πρόκειται περί δαιμόνιου αστυνομικού και με επιτυχίες στο ενεργητικό του!»

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: «Πού βρισκόμαστε;»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (ξεροβήχει) «..Ο Κύριος Μουσχουντής έχει ανακρίνει περισσότερους από πεντακόσιους υπόπτους για προσαγωγή ενόχων»

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: (αυστηρά πιεστικά) «Και ποιοι είναι οι ένοχοι, Κύριε υπουργέ;»

    (μικρή παύση)

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (ξεροβήχει) « … Πριν από λίγες ημέρες, ο Κύριος Μουσχουντής έλαβε την έκθεση του Αντισμηνάρχου Κέλις …»

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: «Το γνωρίζω»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Η έκθεση φωτογραφίζει, σε μια λίστα δέκα υπόπτων, ως ένοχο, τον Έλληνα δημοσιογράφο … Γρηγόρη Στακτόπουλο …»

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: Πρόκειται περί αριστερού δημοσιογράφου, υποθέτω»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Ασφαλώς, Κύριε Ντόνοβαν! Είναι συνομήλικος του δολοφονηθέντος … Έκανε σπουδές στη Μόσχα … Είχε κομουνιστική δράση και αρθρογραφούσε, για χρόνια, σε αριστερής ιδεολογίας εφημερίδα … Είναι ήσυχος, άβγαλτος, δειλός … »

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: «Ήσυχος, άβγαλτος δειλός; … Όπως αντιλαμβάνεστε, Κύριε υπουργέ, η έρευνα πρέπει να τελειώσει γρήγορα και να είναι και πειστική»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Το αντιλαμβάνομαι πολύ καλά, Κύριε Ντόνοβαν»

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: (σηκώνεται όρθιος) «Ο Στακτόπουλος, λοιπόν, πρέπει να συλληφθεί μέχρι αύριο, 14 Αυγούστου, και να οδηγηθεί στη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Από κει και πέρα, ο Κύριος Μουσχουντής, φαντάζομαι ότι ξέρει τι πρέπει να κάνει, για να αποσπάσει ομολογία από τα χείλη αυτού του Έλληνα δημοσιογράφου»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (το αίμα επανέρχεται στο πρόσωπό του) «Μείνετε ήσυχος, Κύριε Ντόνοβαν! Μέχρι αύριο, ο Στακτόπουλος θα έχει συλληφθεί και όλα θα πάρουν το δρόμο τους, τελικώς!»

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: (ελαφριά υπόκλιση) «Τα σέβη μου, Κύριε υπουργέ»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (κοντοστέκεται) «Κύριε Ντόνοβαν … Στον πόλεμο, ήσασταν επικεφαλής του Γραφείου Στρατηγικών Υπηρεσιών … Μου επιτρέπετε, λοιπόν, να σας κάνω μία ερώτηση;»

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: «Παρακαλώ»

    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: «Πόσες φορές χρειαστήκατε απεγνωσμένα μια κούκλα, για να την προσφέρετε στον λαό και τον Τύπο;»

    (μικρή παύση)

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: (χαμογελώντας αυτάρεσκα) «Όταν σ’ έναν άνθρωπο, Κύριε Ρέντη, δώσεις μία λάμπα για να βλέπει, φαΐ για να φάει και κρεβάτι για να ξαπλώσει, τότε μπορείς, πολύ εύκολα, να τον μετατρέψεις και σε ήρωα. Ο Κύριος Μουσχουντής, το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να καθησυχάσει αυτόν τον Στακτόπουλο, έτσι άβγαλτος και συνεσταλμένος που είναι .. Και να του προσφέρει ένα τσιγάρο από το πακέτο του για να το καπνίσουν παρέα … Σαν παλιοί, καλοί φίλοι …»
    ΥΠ. ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ: (ελαφριά υπόκλιση) «Τα σέβη μου, Κύριε Ντόνοβαν!»

    ΝΤΟΝΟΒΑΝ: (χτυπάει, φιλικά, στον ώμο τον υπουργό) «Είμαι σίγουρος, Κύριε υπουργέ, ότι η Ελληνική κυβέρνηση θα πράξει τα δέοντα. Βασίζομαι επάνω σας, αγαπητέ μου!» (υπόκλιση)

    (αποχωρούν και οι δυο από τη σκηνή)

    (Ακούμε off θόρυβο από αίθουσα δικαστηρίου
    Στη σκηνή εισέρχεται ο Στακτόπουλος
    Κάθεται σ’ έναν πάγκο και στην έδρα ο δικαστής)

    ΔΙΚΑΣΤΗΣ: «Γρηγόρη Στακτόπουλε! Τι έχεις να πεις ενώπιον του δικαστηρίου;»

    ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ: (σηκώνεται όρθιος. Βλέμμα απλανές, φωνή αργή, φοβισμένη, κουρασμένη) «Ήμουν κομμουνιστής του ΚΚΕ … Διακηρύσσω ότι η πατρίς μου, η Ελλάς … Είναι αθώα του εγκλήματος του φόνου του Γεωργίου Πολκ, που έχει αποδοθεί εις αυτήν … Κατηγορώ και καταγγέλλω το ΚΚΕ … και την Κομινφόρμ … και την Μόσχαν, ως δράστας του εγκλήματος τούτου … Όταν κανείς, μάλιστα, γίνεται Έλλην, τα λέει όλα … Και έχω αποφασίσει να γίνω Έλλην … Μέσα εκεί … Εις το κρατητήριον … Όπου εκρατούμην αυτό το διάστημα … Άνοιξαν τα μάτια μου και έγινα … Έλλην … »

    (Ακούμε off δυνατό χειροκρότημα
    και κάποιους να φωνάζουν: ΄΄Μπράβο, Γρηγόρη! Μπράβο, Στακτόπουλε!΄΄
    Οι φωνές σταματάνε
    Τα πρόσωπα του Στακτόπουλου και του δικαστή παγώνουν
    Η Θάλεια μπαίνει διακριτικά στη σκηνή
    Κάθεται στον πάγκο, δίπλα στον Στακτόπουλο, ο οποίος δεν την κοιτάζει
    Εκείνη τον παρατηρεί περίλυπη
    Ύστερα, ανοίγει το σημειωματάριό της και διαβάζει …)

    ΘΑΛΕΙΑ: «.. Στις 12 Απριλίου του 1949 άρχισε η δίκη του Στακτόπουλου … Τελικά, τιμωρήθηκε από το Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης σε ισόβια … Η μητέρα του, Άννα Στακτοπούλου, αθωώθηκε, ενώ οι Μουζενίδης και Βασβανάς, μέλη του δημοκρατικού στρατού, καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο … Ο Στακτόπουλος έμεινε φυλακισμένος για δώδεκα χρόνια και, όταν, τελικά, του δόθηκε χάρη, βρήκε τα πάντα γύρω του αλλαγμένα … Τα αντρικά παπούτσια φοριόντουσαν χωρίς κορδόνια … Οι δρόμοι είχαν γεμίσει με φώτα … Η ελευθερία τού φαινόταν ανοίκεια … Μοίρασε το διπλό κόσμο του ανάμεσα στο εργασιακό του αντικείμενο και τη μαύρη τρύπα της υπόληψής του … »

    (Η Θάλεια σταματάει να διαβάζει
    Κλείνει το σημειωματάριό της
    Πιάνει το χέρι του Στακτόπουλου
    Εκείνος στρέφει το πρόσωπό του
    Την κοιτάζει για πρώτη φορά
    Ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό του … )

    »..Παντρεύτηκε … Δούλεψε στον ΄΄Κήρυκα΄΄, τη ΄΄Μακεδονία΄΄ και το Ρόιτερ. Διεκδίκησε την ηθική αποκατάστασή του … Τέσσερις αιτήσεις αναψηλάφησης της δίκης – οι τρεις μετά το θάνατό του – απορρίφθηκαν όλες από τον Άρειο Πάγο …»

    (Η Θάλεια αφήνει το χέρι του Στακτόπουλου
    Αποχωρεί, ενώ το κοινό την ακούει να λέει με γυρισμένη τη πλάτη: ΄΄Ο Γρηγόρης Στακτόπουλος ήταν ο Ντρέιφους της Ελλάδας!΄΄
    Ο Στακτόπουλος, σαν να ξυπνάει από λήθαργο, σηκώνεται όρθιος
    Στέκεται στο κέντρο της σκηνής και,
    σαν ηθοποιός σε παράσταση, υποκλίνεται μπροστά στο κοινό
    Ακούμε off δυνατά χειροκροτήματα και επευφημίες)

    (Χαμηλώνει ο φωτισμός)

    Σκηνή ΙIΙ

    (Βρισκόμαστε στο γραφείο του Αμερικανού
    πρόξενου στη Θεσσαλονίκη,
    κ. Ράλεϊ Γκίμπσον
    Τον βλέπουμε να μιλάει στο τηλέφωνο
    και, από τον τόνο της φωνής του,
    καταλαβαίνουμε ότι είναι σε έντονη
    συγκινησιακή φόρτιση)

    (Χαμηλός φωτισμός)
    (Είναι απόγευμα)

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «..Ο Γρηγόρης Στακτόπουλος, ψυχραίμως εν διαυγεία σκέψεως και ουχί υπό το κράτος ασκηθείσης επ’ αυτού σωματικής ή ψυχολογικής βίας, ομολόγησε τη συμμετοχή του στο έγκλημα! … Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, τι υπαινίσσεστε! Σε καμιά περίπτωση, αυτός δεν έχει περιαχθεί σε απογοήτευση, ώστε να απωλέσει πάσαν ελπίδα διαφυγής και έτσι να οδηγηθεί σε μια πλαστή ομολογία! … Επιτέλους! Απαιτώ να διασκεδαστούν πάραυτα όλες οι υποψίες κάποιων λίγων Αμερικανών δημοσιογράφων περί φανταστικής ιστορίας και πολιτικής σκευωρίας εις βάρος του Στακτόπουλου! Καταλάβατε! … (προσπαθώντας να ανακτήσει τη ψυχραιμία του) Η παγκόσμια κοινή γνώμη … Έχει δικαίωμα να γνωρίζει ότι ο Πολκ δεν δολοφονήθηκε από άντρες της ειδικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης ούτε από μέλη μυστικών υπηρεσιών … Αλλά από τους εγκληματίες του Κομμουνιστικού κόμματος της Ελλάδος … Ο Τζόρτζ Πολκ ήταν ένας φιλελεύθερος Αμερικανός δημοσιογράφος και καλός φίλος … Όλοι μας … Κι εγώ, προσωπικά … Θρηνούμε την απώλειά του … »

    (Κατεβάζει το ακουστικό του τηλεφώνου
    Βάζει να πιει ένα ποτό
    Είναι σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση
    Μονολογεί … )

    » ..Ανόητος … Ανόητος που ήσουν, Τζόρτζ … Σε είχα προειδοποιήσει … Κανείς δεν μπορεί να σταματήσει έναν πόλεμο … Αν δεν το θέλουνε, πρώτα, αυτοί που ορίζουνε τον κόσμο … »

    (Πετάει με οργή το ποτήρι του κάτω
    Σπάει σε κομμάτια)

    » ..Στο διάολο όλοι! … Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο για σένα, φίλε μου … Ο Ράνταλ … Αυτός ο Άγγλος! … Ο μπάσταρδος! …»

    (Σκεπάζει το πρόσωπό του με τα χέρια του
    Κλαίει με λυγμούς
    Ακούγεται χτύπος σε πόρτα
    Στη σκηνή εισέρχεται ο Βρετανός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη,
    κ. Ράνταλ Κόουτς
    Ψηλός, γοητευτικός, κλασσικός Άγγλος
    στην εμφάνιση και τους τρόπους)

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Ράλεϊ! Καλησπέρα, φίλε μου! Μα … Τι σου συμβαίνει; Εσύ έχεις τα χάλια σου! …»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (στρέφει, κουρασμένος, το βλέμμα του) «Γεια σου, Ράνταλ … Έπινα ένα ποτό … Έπεσε το ποτήρι από το χέρι μου και έσπασε … »

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Ναι … Το βλέπω, φίλε … »

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Κάθισε. Να σου βάλω κάτι να πιεις;»

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Ένα ουίσκι, αν είναι εύκολο (κάθεται) Έξω … Η Θεσσαλονίκη μοιάζει με καζάνι έτοιμο να εκραγεί. Η εύρεση του πτώματος του Τζόρτζ Πολκ, έχει προκαλέσει εκνευρισμό και αμηχανία σε όλους τους κύκλους»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (του δίνει το ποτήρι με το ποτό και κάθεται κι αυτός) «Φοβάσαι, Ράνταλ;»

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Αν φοβάμαι; … Μερικά πράγματα είναι αναπόφευκτα, φίλε μου. Δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά … Όχι! Δεν φοβάμαι τίποτα!»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Όπως καταλαβαίνεις, Ράνταλ, η μετάθεσή σου θα είναι κι αυτή αναπόφευκτη»

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Δεν με απασχολεί αυτό, Ράλεϊ. Η Νορβηγία είναι ωραία χώρα. Το μόνο που με πειράζει είναι που θα είμαι μακριά σου … »

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (σηκώνεται όρθιος από την πολυθρόνα και περπατάει, νευρικά, πάνω-κάτω, με το ποτό στο χέρι) «Μην το ξαναπείς αυτό, Ράνταλ! … Μην το ξαναπείς!»

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Πίστευα ότι τα αισθήματά σου για μένα δεν θα επηρεάζονταν από τον χρόνο και τις καταστάσεις, Ράλεϊ …»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πτώμα! Σε λίγο, θα αρχίσουν ανακρίσεις! Στο στομάχι του βρέθηκαν υπολείμματα από το τελευταίο σας γεύμα, Ράνταλ!»

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (σηκώνεται όρθιος. Τον πλησιάζει. Στέκεται απέναντί του και τον κοιτάζει έντονα μέσα στα μάτια) «Με ενοχοποιείς, Ράλεϊ;»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (μετέωρος) «Τι; … »

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Ό,τι έγινε, φίλε μου, το ξέραμε κι οι δυο, από τη πρώτη στιγμή. Είμαστε πρόξενοι διαφορετικών χωρών σε μια ξένη, εμπόλεμη χώρα. Δεν μοιράσαμε εμείς τον κόσμο, Ράλεϊ. Εμείς, απλά, εκτελούμε διαταγές. Σήμερα, είμαστε στην Ελλάδα. Αύριο, κάπου αλλού. Κάθε φορά και κάπου αλλού … Αυτή είναι η μοίρα μας! Κατάλαβέ το!»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (θλιμμένος) «Ο Τζόρτζ … »

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (εκνευρισμένος) «Ω! Ράλεϊ! Για το Θεό! Ένας ονειροφαντασμένος ήταν, επιτέλους! Όταν ήρθε στο γραφείο μου, το πρωί της 8ης Μαΐου, έδινε περισσότερο την εντύπωση ενός νεαρού Αμερικανού σπουδαστή, σε αναζήτηση περιπετειών, παρά ενός ώριμου και έμπειρου ανταποκριτή! Θεώρησα καθήκον μου να τον αποτρέψω από ένα τέτοιο εγχείρημα! Ένας ανταρτοθήρας από παρόρμηση της στιγμής! Έτοιμος να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τον εαυτό του και τους άλλους!»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Ήξερες; … »

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Μου μίλησε για τις προθέσεις του … (κάθεται ξανά) Τον κάλεσα σε δείπνο το βράδυ στο σπίτι μου, ώστε να έχουμε την ευκαιρία να τα πούμε καλύτερα … Μέχρι τότε … Δεν ήξερα, Ράλεϊ … »

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Δεν ήξερες; … » (βάζει κι άλλο ποτό στο ποτήρι του. Στέκεται όρθιος)

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «..Γύρω στις δέκα και μισή το βράδυ είχαμε μια έντονη συζήτηση οι δυο μας. Εγώ προσπαθούσα να του εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους η πρόθεσή του να πάρει συνέντευξη από τον Μάρκο Βαφειάδη, κάπου στον Όλυμπο, ήταν, άκρως, επικίνδυνη. Μου είχε πει, επίσης, ότι σκόπευε να συντάξει μια λεπτομερή αναφορά προς την Αμερικάνικη κυβέρνηση, στην οποία θα ανέφερε όλη τη κακοδιαχείριση των μελών της Ελληνικής κυβέρνησης, για να μαθευτεί στη κοινή γνώμη. Μετά από μιάμιση ώρα, περίπου, χτυπούσε το τηλέφωνό μου … »

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (πιάνει το κεφάλι του σαν να έχει πυρετό) «Και; …»

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (χαμηλώνει το βλέμμα του) «..Σήκωσα το ακουστικό και όταν το κατέβασα, λες και διαισθάνθηκε κάτι ο Τζόρτζ, με ρώτησε τι έχω. Του είπα ότι μόλις έμαθα πως με μεταθέτουν στη Νορβηγία και θα έπρεπε από αύριο να αρχίσω να ταχτοποιώ τα πράγματά μου. Ο Τζόρτζ έδειξε να στεναχωρέθηκε και μου είπε: ΄΄Ράνταλ, το Βρετανικό προξενείο και το Γραφείο Τύπου στη Θεσσαλονίκη το κρατούσες εσύ στα χέρια σου΄΄. … Ασφαλώς, αυτό ήταν μια παγίδα και ο Πολκ, χωρίς να το καταλάβει, έπεσε μέσα …

    » Μου πρότεινε να βγούμε για έναν νυχτερινό περίπατο στον παραλιακό δρόμο. Δέχτηκα αμέσως, γιατί αυτό μ’ έβγαζε από τη δυσάρεστη θέση να του το προτείνω εγώ … Προχωρούσαμε, χωρίς να μιλάμε, καπνίζοντας τα τσιγάρα μας … Ήταν μια γλυκιά βραδιά … Εγώ, όπως ήταν φυσικό, ανησυχούσα αν όλα θα πήγαιναν καλά, μέχρι το τέλος. Εκείνος … Εκείνος δεν ξέρω τι, πραγματικά, σκεφτόταν και ένιωθε … Αν και, συνήθως, τον διακατείχε ένας νεανικός ενθουσιασμός, όπως και το πρωί που είχε έρθει στο γραφείο μου για να με βρει και να μου ζητήσει ενημέρωση … Εκείνο το βράδυ, ωστόσο … Το πρόσωπό του φαινόταν συννεφιασμένο από μια απροσδιόριστη θλίψη … Σαν να αισθανόταν ο πιο μόνος άνθρωπος στον κόσμο …

    (βγάζει ένα τσιγάρο από το πακέτο του και αρχίζει να καπνίζει …)

    » Φτάσαμε κοντά στο καφέ ΄΄Τριανόν΄΄ και ένας βαρκάρης από αυτούς που κάνουν αγώι τη νύχτα στον Θερμαϊκό, με τα φωταγωγημένα καΐκια τους, μας πρότεινε μια θαλάσσια βόλτα. Κοίταξα τον Πολκ και του είπα: ΄΄Αύριο, φίλε Τζόρτζ, μπορεί να μην σε ξαναδώ. Τι λες;΄΄ Εκείνος χαμογέλασε, σαν να ήθελε να μου δώσει κουράγιο … (σκύβει το κεφάλι του) Κουράγιο για ό,τι θα ακολουθούσε … ΄΄Πάμε, Ράνταλ. Μια νυχτερινή βαρκάδα θα μας αναζωογονήσει και τους δύο΄΄ , απάντησε …

    » Μπήκαμε μέσα στη βάρκα. Οι δυο μας και ο βαρκάρης, που ήταν ΄΄μιλημένος΄΄. Ανοιχτήκαμε αρκετά μέτρα μακριά από τον Λευκό Πύργο. Ο Τζόρτζ καθόταν στην πλώρη κι εγώ ακριβώς από πίσω του. Κάπου-κάπου, γυρνούσε το κεφάλι του και με κοιτούσε. ΄΄Η Θεσσαλονίκη, Ράνταλ, είναι πανέμορφη πόλη΄΄, έλεγε και βυθιζότανε, ξανά, στις σκέψεις του …

    » Τότε … Μας πλεύρισε ένα άλλο καΐκι. Ο Τζόρτζ σηκώθηκε όρθιος. Ήταν η ώρα να κάνω αυτό που έπρεπε να κάνω. Στόχευσα στο κάτω μέρος του κεφαλιού του και πυροβόλησα. Σωριάστηκε και, ενώ είχε τον επιθανάτιο ρόγχο, οι άντρες από την άλλη βάρκα πήδηξαν στη δική μας. Έδεσαν τα χέρια και τα πόδια του και, μετά, έριξαν το πτώμα στη θάλασσα, αφού, προηγουμένως, αφαίρεσαν τη κόκκινη γραβάτα του, την ταυτότητά του, μια ατζέντα και ένα σημειωματάριο που είχε ο Πολκ στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Ο ένας από τους άντρες απαντούσε στο όνομα Γρηγόρης και έδειχνε πολύ αναστατωμένος. Μιλούσε ελληνικά, όπως και οι υπόλοιποι. Κάποια στιγμή, κατάλαβα ότι ήταν ο δημοσιογράφος του Ρόιτερ, ο Γρηγόρης Στακτόπουλος. Ήξερα ότι γνωρίζει άπταιστα αγγλικά. Ωστόσο, δεν χρειάστηκε. Επιπλέον, δεν πρέπει να ήταν υποψιασμένος για τον φόνο, γιατί, μπροστά στη θέα του νεκρού Πολκ, εκείνος έτρεμε σαν το ψάρι. Δυσφορούσε με την ιδέα ότι θα ρίχναμε το πτώμα μέσα στη θάλασσα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι λέγανε μεταξύ τους, αλλά άκουγα, συχνά, το όνομα ΄΄Ζήσης΄΄ ή κάτι παρόμοιο … Η ώρα ήταν δώδεκα και είκοσι μετά τα μεσάνυχτα …

    » Ο Στακτόπουλος αποβιβάστηκε πρώτος στη στεριά, έχοντας πάρει μαζί του την ταυτότητα του Πολκ για να την ταχυδρομήσει …

    » Επέστρεψα στο σπίτι μου … Ήμουν σίγουρος ότι είχα πράξει το καθήκον μου, Ράλεϊ … Αυτό και τίποτα περισσότερο»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: « … Το δωμάτιο του Πολκ, στο ξενοδοχείο ΄΄Αστόρια΄΄, βρέθηκε άνω-κάτω. Μπήκαν μέσα άντρες της Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης;»

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Πιθανόν … Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος …»

    (Μικρή παύση)

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Ποιος ήταν στο τηλέφωνο, Ράνταλ, εκείνο το βράδυ; … »

    (Μικρή παύση)

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Α … Ναι … Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών …»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Πώς γνώριζε ο Έλληνας υπουργός για το δείπνο σου με τον Πολκ;»

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (γλυκόπικρο χαμόγελο) «Αγαπητέ μου φίλε … Όπως σου είπα, πριν από λίγο, είχαμε μια έντονη συζήτηση με τον Πολκ, γύρω στις δέκα και μισή. Φοβούμενος, λοιπόν, το κακό που θα δημιουργούνταν αν αυτός ο ονειροπόλος – κατά τα άλλα – δημοσιογράφος άνοιγε το στόμα του, τηλεφώνησα, χωρίς να το αντιληφθεί ο ίδιος, στον Έλληνα υπουργό και, στη συνέχεια, στη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Μετά από μία ώρα περίπου, τηλεφωνούσαν εκείνοι εμένα… »

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (γλυκόπικρο χαμόγελο. Σηκώνει το ποτήρι του για να πιει) « …Δεν είμαι τόσο αφελής, Ράνταλ, για να πιστέψω την ιστοριούλα σου … Το βέβαιον, πάντως, είναι ότι ο Τζόρτζ Πολκ πήρε στον υγρό τάφο του πολλά μυστικά … Ίσως, να πήρε μαζί του και τις ενοχές μας … »

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (σηκώνεται όρθιος, αφήνοντας το ποτήρι του) «Σε έναν πόλεμο δεν υπάρχουν ενοχές, Ράλεϊ. Υπάρχουν μόνο νικητές και ηττημένοι (δίνει το χέρι του για χειραψία) Καλή τύχη, φίλε μου. Θα μου λείψεις. Παραμένω, πάντα, δικός σου …»

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Καλή τύχη, Ράνταλ. Να προσέχεις τον εαυτό σου»

    ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: (πλησιάζει, για να φιλήσει τον Ράλεϊ στο μάγουλο. Η ψυχρότητα του φίλου του δεν του το επιτρέπει. Οπισθοχωρεί) «Δεν σε θεώρησα, ποτέ, αφελή, Ράλεϊ …»

    (Ο Βρετανός πρόξενος, Ράνταλ Κόουτς,
    αποχωρεί από τη σκηνή
    Ο Ράλεϊ Γκίμπσον γεμίζει, για άλλη μια φορά,
    το ποτήρι του
    Μονολογεί … )

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ: «Παλιομπάσταρδε, Άγγλε! … Δεν μοιράσαμε εμείς τον κόσμο, αλλά, απλά, εκτελούμε διαταγές! … (ουρλιάζει) Εμείς τον μοιράσαμε τον κόσμο, Ράνταλ! Εμείς! … Με ποιο δικαίωμα! … Με ποιο! … Ένα καθίκι είσαι! … Ένα καθίκι, όπως κι εγώ! … (αλαφιασμένος, ανοίγει ένα συρτάρι και παίρνει το περίστροφό του. Το στρέφει εναντίον του) Ως πότε! … (κλαίει) Ως πότε, Θεέ μου, θα κρατήσει αυτό! … (δεν βρίσκει τη δύναμη. Αφήνει το όπλο να του πέσει, τελικά, από το χέρι. Κλαίει με λυγμούς) Τζόρτζ … Τζόρτζ … »

    (Σκοτάδι στη σκηνή)

    Σκηνή ΙV

    (Χαμηλός φωτισμός)

    (Ο Θάνος εισέρχεται στη σκηνή
    Ένα στρογγυλό τραπέζι και,
    γύρω-γύρω, καρέκλες
    Παίρνει από κάτω το αφημένο περίστροφο
    Το στρέφει εναντίον του
    Η Ράνια τον βλέπει να είναι
    έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη
    Βγάζει μια κραυγή φόβου)

    ΡΑΝΙΑ: «Θάνο! Θεέ μου! Τι πας να κάνεις!»

    ΘΑΝΟΣ: (Μένει μετέωρος, αμφιταλαντεύεται) «Ράνια, φύγε!»

    ΡΑΝΙΑ: «Τρελάθηκες; Πέταξε, αμέσως, κάτω το πιστόλι!»

    ΘΑΝΟΣ: «Φύγε σου είπα! Πρέπει να βρω τη δύναμη!»

    ΡΑΝΙΑ: «Θάνο! Σ’ αγαπώ! Μη μ’ αφήνεις!»

    ΘΑΝΟΣ: (πετάει κάτω το πιστόλι. Βάζει τα γέλια) «Σε τρόμαξα; … Χα! … Χα! … Χα! …»

    ΡΑΝΙΑ: (ταραγμένη) «Είσαι ανόητος!» (τον γρονθο-χτυπάει) »Εσύ τι λες! Η καρδιά μου πήγε στη κούλουρη!»

    ΘΑΝΟΣ: «Χα! Χα! Χα! … Ψεύτικο είναι! Αποκριάτικο! Χα! Χα! Χα! … »

    ΡΑΝΙΑ: (πιάνει το κεφάλι της, προσπαθεί να συνέλθει) «Πότε ήρθαν οι αποκριές, ούτε που το κατάλαβα. Έχω χάσει τις μέρες … »

    ΘΑΝΟΣ: «Αυτό σημαίνει ότι κάτι σε απασχολεί, αγάπη μου …» (δεν κοιτάζει τη Ράνια, αλλά περιεργάζεται το περίστροφο)

    ΡΑΝΙΑ: «Εσύ με απασχολείς, Θάνο … Εσύ και ο Ισίδωρος … Και η υπόθεση Πολκ …»

    ΘΑΝΟΣ: (χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το περίστροφο) «Δεν φταίω εγώ γι’ αυτό. Έκανα πολλές προσπάθειες, αλλά ο Ισίδωρος είναι αμετανόητος. Τόσο μονοκόμματος που δεν οδηγεί πουθενά η στάση του … (κοιτάζοντάς την έντονα) Δεν βλέπεις πώς συμπεριφέρεται κάθε φορά που βρισκόμαστε με αφορμή την έρευνα; Μου πηγαίνει, συνεχώς, κόντρα, Ράνια! Με προσβάλλει, αποκαλώντας με ΄΄γιο δικαστή΄΄! Μου ζητάει απρεπώς να σκοτώσω τον δεύτερο εαυτό μου και τον πατέρα μου! (στρέφει το περίστροφο προς την καρδιά του) Χλευάζει την ποίησή μου! Ταυτίζει τον εαυτό του με τους αντάρτες του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα και εμένα, από την άλλη πλευρά, με τους ακροδεξιούς ταγματασφαλίτες, που κατά τη γνώμη του, ευθύνονται για τη δολοφονία του Τζόρτζ Πολκ! Και όλα αυτά γιατί; Σε ρωτάω! Επειδή θεωρεί ότι σε πήρα από εκείνον! Έκλεψα την αγαπημένη του, σαγηνεύοντάς την με την κοινωνική και οικονομική επιφάνεια της οικογενείας μου! Και φυσικά … Με την ποίησή μου! … Όλα αυτά είναι γελοία, Ράνια! Τόσο γελοία που νομίζω ότι ο Ισίδωρος κατείχε στη καρδιά μου ανώτερη θέση από εκείνη στην οποία τοποθετεί ο ίδιος, τώρα, τον εαυτό του!»

    ΡΑΝΙΑ: «Σε ζηλεύει. Δεν το θέλει. Συγχώρεσέ τον. Κατά βάθος, σ’ αγαπάει, Θάνο … Είσαι ο καλύτερός του φίλος …»

    ΘΑΝΟΣ: «Ράνια! Είναι δυνατόν να τα λες εσύ αυτά! Αν μ’ αγαπούσε ο Ισίδωρος, δεν θα με ζήλευε! … Αυτό δείχνει ότι ποτέ του δεν με θεώρησε φίλο του …»

    ΡΑΝΙΑ: «Καμιά φορά, τα μεγαλύτερα εγκλήματα γίνονται στο όνομα μιας φιλίας …»

    ΘΑΝΟΣ: «Σ’ έχει επηρεάσει πολύ, απ’ ό,τι βλέπω, η υπόθεση Πολκ!»

    ΡΑΝΙΑ: «Κι, όμως, έτσι είναι! Αυτόν που αγαπάμε, αυτόν θέλουμε και να καταστρέψουμε και, μετά, να καταστραφούμε κι εμείς οι ίδιοι! Ο φίλος εγκληματεί εναντίον του φίλου. Ο αδελφός εναντίον του αδελφού. Ο σύντροφος εναντίον του συντρόφου … Για σκέψου το! Αυτός που πάτησε τη σκανδάλη και πυροβόλησε τον Πολκ, πιθανόν, να ήταν φίλος του, λίγες ώρες πριν! Συμφωνώ με τον Πέτρο που λέει ότι όλα μπορεί να ήταν μια παρόρμηση της τελευταίας στιγμής!»

    ΘΑΝΟΣ: « …Πάει ο νους σου κάπου;»

    ΡΑΝΙΑ: «Δεν ξέρω … Πιο πολύ, πάντως, θα μπορούσα να υποψιαστώ έναν Βρετανό μυστικό πράκτορα παρά έναν Αμερικάνο. Οι Άγγλοι είναι χειρότεροι! Σε σκοτώνουν με το γάντι!»

    ΘΑΝΟΣ: «Η αλήθεια είναι ότι, και στα δικά μου μάτια, πιο ύποπτος είναι εκείνος ο Βρετανός πρόξενος του Γραφείου Τύπου στη Θεσσαλονίκη… Ο Ράνταλ Κόουτς!»

    ΡΑΝΙΑ: «Φαντάζομαι τον Ισίδωρο να έχει άλλη γνώμη από τη δική σου!»

    ΘΑΝΟΣ: «Τη ξέρουμε τη γνώμη του, Ράνια! Άλλοι είναι οι γερανοί του Ιβύκου, κατά τον Ισίδωρο!»

    ΡΑΝΙΑ: «Ωστόσο, στεναχωριέμαι που ούτε και μεταξύ μας δεν μπορούμε να ομονοήσουμε … Πόσο, μάλλον, την εποχή εκείνη στην Ελλάδα!»

    ΘΑΝΟΣ: «Όλα θα εξαρτηθούν από τη Θάλεια … Έτσι νομίζω …»

    ΡΑΝΙΑ: «Τι θέλεις να πεις; … Δεν καταλαβαίνω …»

    ΘΑΝΟΣ: «Αν καταφέρει και κάνει αυτόν τον ΄΄στριμμένο αριστερό΄΄ να την ερωτευθεί, ίσως τότε και η έρευνά μας, σαν ομάδα, να προχωρήσει … Διαφορετικά … Σκέφτομαι την απογοήτευση που θα πάρει ο Καθηγητής …»
    ΡΑΝΙΑ: «Η Θάλεια, πάντως, είναι ΄΄τσιμπημένη΄΄ με τον Ισίδωρο. Είναι εμφανές αυτό»

    ΘΑΝΟΣ: «Μακάρι. Το βράδυ που θα μαζευτούμε, πάλι, όλοι εδώ, αν ο Ισίδωρος είναι κάπως διαφορετικός, τότε πρέπει να αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε ότι τα πράγματα βαίνουν κατ’ ευχήν! Η Θάλεια είναι έξυπνη κοπέλα και έχει τον τρόπο της να τον μεταπείσει για κάποια πράγματα … Άλλωστε … Και οι πιο μονοκόμματοι, όταν ερωτευθούν … »

    ΡΑΝΙΑ: (τον πλησιάζει ερωτικά) «Και εμείς; … Τι γίνεται με μας; … »

    ΘΑΝΟΣ: (την αγκαλιάζει) «Εμείς, αγάπη μου … Είμαστε σαν τον Τζόρτζ Πολκ με τη Ρέα Κοκκώνη … Τι λες; …»

    ΡΑΝΙΑ: (πειραχτικά, περνώντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του) «Πότε θα μάθεις, επιτέλους, να δένεις τη γραβάτα σου, ονειροπόλε ποιητή; …»

    ΘΑΝΟΣ: (χαμογελώντας) «Θα μου τη δένεις εσύ για πάντα … » (φιλί)

    (Σκοτάδι στη σκηνή)

    Σκηνή V

    (Στη σκηνή εισέρχεται ο Τζόρτζ Πολκ
    Στέκεται στο κέντρο,
    κομψά ντυμένος, με όμορφα χτενισμένα
    τα πυρόξανθα μαλλιά του
    Η κόκκινη γραβάτα του είναι χαλαρή
    Τη σφίγγει στο λαιμό του καλύτερα
    Ακολουθεί μονόλογος)

    ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ: « …Με τη Ρέα … Γνωριστήκαμε σε ένα από τα πολλά αεροπορικά ταξίδια μου. Εκείνη … Μια γλυκιά κι εύθραυστη αεροσυνοδός. Εγώ … Ένας ανήσυχος ανταποκριτής που αναζητάει πάντα και την άλλη όψη του νομίσματος… (χαμογελάει) Μου άρεσε αμέσως. Πιο πολύ, όμως, μου άρεσε που ήταν Ελληνίδα. Σαν ιδέα … Σαν αξία … Η Ελλάδα υπάρχει, πάντα, μέσα στη ψυχή του κάθε ελεύθερου αναζητητή … Του κάθε ελεύθερου ανθρώπου … (κάθεται κάτω στη σκηνή)

    » Μετά τον γάμο μας, μείναμε στο σπίτι της, στο Κολωνάκι … Ο πεθερός μου, ο Ματθαίος Κοκκώνης, είναι ένας, ελαφρώς, βαρύς ηλικιωμένος άντρας! Μπορεί, σαν παιδί, να τρέξει να σου φτιάξει έναν καφέ να πιεις το πρωί, πριν φύγεις για τη δουλειά, την ίδια στιγμή που δεν λέει να πάρει τα μάτια του από μια εφημερίδα, που η πολιτική της ιδεολογία έχει γίνει η ιδεολογία της ζωής του για χρόνια! … Είναι ωραίο να τον παρατηρώ να βαδίζει σκεπτικός και νωχελικός μέσα στο σπίτι, φορώντας τη μακριά του ρόμπα και βάζοντας δίσκους στο γραμμόφωνο … Η νοσταλγία τον γυρίζει πίσω σε άλλες εποχές, τότε που η νιότη έπλαθε καραβάκια να ουριοδρομούν … Ακόμη και περνώντας ανάμεσα από μεγάλα κύματα … (ονειροπολώντας – μικρή παύση)

    » …Με τη Ρέα έχουμε τα καβγαδάκια μας! … (χαμογελάει) Μου λέει, συχνά, ότι δεν θα μάθω ποτέ να δένω τη γραβάτα μου! … (δείχνει τη γραβάτα του) Αυτή η κόκκινη γραβάτα είναι δώρο δικό της … Από τότε που μου την αγόρασε, τη φοράω σε κάθε ταξίδι μου. Είναι ένας τρόπος να την αισθάνομαι δίπλα μου, κι αυτή εμένα … Φοβάται τόσο πολύ για τη ζωή μου, η μικρή μου Ρέα! … Μου ζητάει να παραβρεθούμε σε πάρτυ κοινών μας φίλων, ενώ εγώ, συνήθως, είμαι τόσο απασχολημένος που της το αρνούμαι. Έπειτα … Εκείνη μουτρώνει για μέρες και δεν μου μιλάει … Με ένα άγγιγμά μου, όμως … Με ένα φιλί … Έρχεται, ξανά, κοντά μου … (χαμογελάει)

    » Να! … Εχθές ακόμα! … Πριν πετάξω από Αθήνα για Θεσσαλονίκη, μαλώσαμε, γιατί ήθελε να έχουμε μια νυχτερινή έξοδο, ενώ εγώ έπρεπε, επειγόντως, να συναντηθώ με τον Έλληνα συνεργάτη μου, τον Κώστα τον Χατζηαργύρη. Δεν της κρατάω κακία, ωστόσο, που δεν με καταλαβαίνει … Και, τις περισσότερες φορές, τη συγχωρώ … Έχει κι αυτή το δίκιο της … (μικρή παύση)

    » Είχα μια, πραγματικά, δύσκολη ημέρα σήμερα! Στις 20 Μαΐου, φεύγω για Αμερική. Πήρα μια υποτροφία για το Χάρβαρντ. Πριν φύγω, όμως, θέλω να έχω μια πλήρη ενημέρωση για την κατάσταση που επικρατεί στην ευρύτερη περιοχή. Συναντήθηκα, με πολλούς συναδέλφους μου, Αμερικανούς και Άγγλους. Δεν γνωρίζω κανέναν Έλληνα στη Θεσσαλονίκη … Η Θεσσαλονίκη είναι μια όμορφη πόλη που, μέρα με τη μέρα, αποδεικνύεται ανώτερη από την Αθήνα στον αγώνα που κάνει να κρατηθεί στα πόδια της … Ίσως, σήμερα, το βράδυ να γνωρίσω έναν Έλληνα δημοσιογράφο που μιλάει άπταιστα τα αγγλικά και τον λένε Γρηγόρη Στακτόπουλο. Υπάρχει ένα ενδεχόμενο να συναντηθούμε με τη φίλη και συνάδελφό μου από το πρακτορείο Ρόιτερ, την Έλεν Μάμας, στο ρεστοράν Λούξεμπουργκ, και εκεί να έρθει και ο Στακτόπουλος … Η Έλεν τον χαρακτήρισε ΄΄αριστερό΄΄ δημοσιογράφο, αλλά με ένα κάπως θολό, πολιτικά, παρελθόν. Δεν μου δημιουργεί καμία αίσθηση αυτό … Στην Ελλάδα, ένας δημοσιογράφος γνωρίζει, πολύ καλά, πόσο δύσκολο είναι και πόσο μεγάλη τύχη χρειάζεται, για να βρει ένα πρόσωπο υψηλής εμπιστοσύνης, που να στηριχθεί επάνω του και να νιώσει ασφαλής! Η Ρέα με μαλώνει και γι’ αυτό! Ξέροντας τη νοοτροπία των συμπατριωτών της, με αποκαλεί αφελή και μου λέει ότι ΄΄θα το φας το κεφαλάκι σου εσύ, μια μέρα, έτσι όπως πας΄΄! (γελάει) Ακόμη κι έτσι, όμως, εγώ την αγαπώ … (μικρή παύση)

    (κοιτάζει το ρολόι του) » Τι ώρα είναι; … Ω! … Πήγε κιόλας τόσο! … (σηκώνεται όρθιος) Πρέπει να φύγω, πάλι! Ήρθα να φρεσκαριστώ, για ένα τεταρτάκι, στο ξενοδοχείο. Ας ελπίσουμε ότι ο Ράνταλ θα κρατήσει την υπόσχεση που μου έδωσε, πριν από λίγες ώρες. Δεν ξεχνώ, βέβαια, ότι είναι Άγγλος! Οι Άγγλοι είναι τζέντλεμαν στο να αθετούν τον λόγο τους και να σε πουλάνε, ενώ οι Ρώσοι, αντιθέτως, είναι οι βάρβαροι του Βορρά σε όλα τους! (γελάει)

    » (στρώνει τα μαλλιά του με τα χέρια του) Λοιπόν! Έφυγα!»

    (Ακούγεται ένας δυνατός πυροβολισμός
    Ο Πολκ πέφτει στα γόνατά του
    Ψυχορραγώντας, ψελλίζει …)

    »Ράνταλ! … Όχι … Ωωωω …» (ακούγεται και δεύτερος πυροβολισμός)

    (Σωριάζεται στο πάτωμα
    Ο Ράνταλ Κόουτς, μαζί με άλλους δύο άντρες,
    εισέρχονται στη σκηνή
    Οι δυο άντρες δένουν τα χέρια και τα πόδια του Πολκ
    Ο Ράνταλ τούς κάνει νόημα
    Σηκώνουν το πτώμα στα χέρια και αποχωρούν
    Ο Ράνταλ, μόνος του, πλέον, ανοίγει ένα συρτάρι γραφείου
    και πετάει στο πάτωμα πολλά χαρτιά
    Παίρνει, δυο-τρία, ενώ τα υπόλοιπα τα σκορπάει εδώ κι εκεί
    Απ’ την τσέπη του βγάζει μια επιστολή
    Την αφήνει πάνω στο γραφείο, στερεώνοντάς την
    κάτω από μια δακτυλογραφική μηχανή
    Αποχωρεί και αυτός)

    (Χαμηλώνει ο φωτισμός)

    (Στη σκηνή εισέρχεται ο Ισίδωρος
    Κοιτάζει γύρω του τα σκορπισμένα χαρτιά
    Σκύβει για να τα μαζέψει
    Στη σκηνή μπαίνει και η Θάλεια)

    ΘΑΛΕΙΑ: (κοιτάζει έκπληκτη γύρω της) «Ισίδωρε! Ποιος σκόρπισε όλα αυτά τα χαρτιά κάτω;»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: « (σαστισμένος) Άνοιξε ο φάκελός μου και έπεσαν …»

    ΘΑΛΕΙΑ: (σκύβει κι αυτή για να βοηθήσει τον Ισίδωρο) «Θα σε βοηθήσω!» (μαζεύει τα χαρτιά)

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (της πιάνει απότομα το χέρι) «Δεν χρειάζεται, Θάλεια!» (αλληλοκοιτάζονται στα μάτια – μικρή παύση)

    ΘΑΛΕΙΑ: «Γιατί; … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Γιατί … » (τη φιλάει)

    ΘΑΛΕΙΑ: «Μα … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Είσαι σπάνιο κορίτσι … » (φιλιούνται ξανά)

    ΘΑΛΕΙΑ: «Θεέ μου … Η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Η δική μου να δεις … » (γελάνε)

    ΘΑΛΕΙΑ: «Ορίστε … » (του δίνει και το τελευταίο ριγμένο χαρτί. Ο Ισίδωρος το βάζει μέσα στο φάκελό του. Σηκώνονται όρθιοι)

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Δεν ξέρω … Αλλά … »

    ΘΑΛΕΙΑ: «Είσαι απόμακρος, Ισίδωρε … Γιατί; … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (κάθεται στο στρογγυλό τραπέζι με τις καρέκλες. Χαμηλωμένο βλέμμα) «Δεν φταις εσύ, Θάλεια … Δεν φταίει κανείς γι’ αυτό που μου συμβαίνει … »

    ΘΑΛΕΙΑ: (κάθεται κι εκείνη δίπλα του. Του πιάνει το χέρι) «Άνοιξέ μου την καρδιά σου … Το θέλω»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Έχει να κάνει με το παρελθόν … »

    ΘΑΛΕΙΑ: «Όλοι έχουμε ένα παρελθόν που, μερικές φορές, μας βαραίνει …»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Εμένα δεν με βαραίνει, απλά … Με κάνει και ντρέπομαι … »

    ΘΑΛΕΙΑ: «Μακάρι να μπορούσα να σε βοηθήσω … » (του χαϊδεύει τα μαλλιά)

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Με έχεις βοηθήσει, ήδη, πάρα πολύ, Θάλεια»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Θα ήθελα και περισσότερο»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (της χαϊδεύει το χέρι) «Θα μου κάνεις, τότε, μία χάρη;»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Ό,τι θέλεις»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Αυτός ο φάκελος είναι καλύτερο να βρίσκεται στα δικά σου χέρια. Σε παρακαλώ» (της δίνει τον φάκελό του)

    ΘΑΛΕΙΑ: «Ισίδωρε!» Μα γιατί!»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Πρέπει να αποχωρήσω από την έρευνα, Θάλεια. Είναι καλύτερο να μην συνεχίσω»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Μα δεν γίνεται αυτό! Ο Καθηγητής … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Ο Καθηγητής είναι ενήμερος. Του μίλησα εχθές. Πήγα στο γραφείο του και του εξέθεσα τους λόγους μου»

    ΘΑΛΕΙΑ: (προσπαθώντας να τον μεταπείσει) «… Ωραία! Ωραία! Μπορώ, τουλάχιστον, να μάθω κι εγώ αυτούς τους λόγους;»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (πιάνει το κεφάλι του) «Δεν έχω τη νηφαλιότητα που απαιτεί μια τέτοια έρευνα … »

    ΘΑΛΕΙΑ: «Δεν μου λες την αλήθεια, Ισίδωρε, και το ξέρεις! Κάτι άλλο τρέχει! Μήπως … Μήπως, η αιτία είναι ο Θάνος; …»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Ο Θάνος είναι φίλος μου … »

    ΘΑΛΕΙΑ: «Ισίδωρε … Σου αρέσει η Ράνια; … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (της πιάνει και τα δυο χέρια) Είσαι σπάνιο κορίτσι, Θάλεια! Πόσες φορές πρέπει να στο πω!»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Εσύ, όμως, θέλεις τη Ράνια … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (σηκώνεται από το τραπέζι, ενοχλημένος) «Τι σημασία έχει αυτό πια!»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Όλα έχουν τη σημασία τους, Ισίδωρε …»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Η Ράνια επέλεξε. Είναι μαζί με τον Θάνο, εδώ και καιρό»

    ΘΑΛΕΙΑ: (τον πιάνει σφιχτά από τους ώμους) «Πρέπει να πιστέψεις στην αξία σου, Ισίδωρε! Στις δυνάμεις σου!»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Ω, Θάλεια! … » (την αγκαλιάζει σφιχτά)

    ΘΑΛΕΙΑ: «Θέλω να συνεχίσεις … Να συνεχίσουμε μαζί … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: « … Θα συνεχίσεις εσύ και για μένα. Θα τα καταφέρεις. Είμαι σίγουρος»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Ισίδωρε! Σε ικετεύω!»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Αν συνεχίσω … »

    ΘΑΛΕΙΑ: «Τι θα συμβεί;»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (κατεβασμένο κεφάλι) «Κάποιοι συγγενείς μου … Έκαναν πράγματα για τα οποία δεν αισθάνομαι περήφανος …»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Τι;…»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Γι’ αυτό σου είπα ότι ντρέπομαι για το παρελθόν μου…»

    ΘΑΛΕΙΑ: (του χαϊδεύει τα μαλλιά) «Είσαι πολύ ώριμο παιδί, Ισίδωρε …»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Δεν έχω μάθει να κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου»

    ΘΑΛΕΙΑ: (Μικρή παύση – τον κοιτάζει βαθιά στα μάτια) «..Ποιοι ήταν; Θέλεις να μου πεις;»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Για έναν θείο μου, είμαι απόλυτα σίγουρος … Τον αγαπούσα πολύ … Δεν είναι αστείο; … Ίσως, όμως, να υπάρχουν και άλλοι …»

    ΘΑΛΕΙΑ: «Δεν ευθύνεται η γενιά μας, Ισίδωρε, για τα λάθη του χθες! Για τους δογματισμούς. Τους φανατισμούς. Τις μισαλλοδοξίες … Πρέπει να βγάλεις αυτή τη νοσηρή σκέψη από το μυαλό σου … Μόνο έτσι θα μπορέσεις να προχωρήσεις …»

    (Ακούγονται φωνές
    Στη σκηνή εισέρχονται ο Πέτρος με την Αγγελική
    και ο Θάνος με τη Ράνια)

    ΠΕΤΡΟΣ: «Σας πιάσαμε στα πράσα! Τι κάνετε εσείς οι δυο στο μισοσκόταδο;»

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Ω! Γεια σας, παιδιά! Άλλη μια νύχτα με τον Τζόρτζ Πολκ!»

    ΡΑΝΙΑ: «Καλησπέρα, Θάλεια! Ισίδωρε! Πολύ χαιρόμαστε που σας βλέπουμε! Είστε οι πρώτοι, απ’ ό,τι φαίνεται! Μας προλάβατε!»

    ΘΑΝΟΣ: «Γεια σου, Ισίδωρε. Γεια σου, Θάλεια. Πώς τα πάτε;»

    ΘΑΛΕΙΑ: (σηκώνεται όρθια για να τους υποδεχτεί) «Είμαστε πολύ καλά και σας περιμέναμε!»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: «Γεια σας, παιδιά … Καλώς ήρθατε»
    ΠΕΤΡΟΣ: (κάθεται νωχελικά και τεντώνεται στην καρέκλα) «Αααχχ! … Έπαιξα τένις και έχω πιαστεί ολόκληρος! Ωστόσο, φρόντισα να μην σας απογοητεύσω. Έχω οδηγηθεί σε κάποια συμπεράσματα … Μμμμ! Μούρλια!» (γελάνε όλοι)

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ: «Παρομοίως κι εγώ, παιδιά! Εχθές, όλο το βράδυ, μου βγήκαν τα μάτια να ψάχνω και να διασταυρώνω πληροφορίες!»

    ΡΑΝΙΑ: «Εμείς, με τον Θάνο, κάναμε ένα βήμα πιο πέρα από κει που ήμασταν την προηγούμενη φορά. Έχει ενδιαφέρον να μας ακούσατε και εμάς, συνάδελφοι!»

    ΘΑΛΕΙΑ: (κοιτάζοντας γλυκά τον Ισίδωρο) «Εμείς … Με τον Ισίδωρο … Αποφασίσαμε … »

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (παίρνει τον λόγο – αγκαλιάζει τη Θάλεια από τους ώμους) «Αποφασίσαμε να συνεχίσουμε μαζί την έρευνά μας για τον Πολκ … Ό,τι και αν σημαίνει αυτό … (αλληλοκοιτάζονται με τη Θάλεια – μικρή παύση)

    ΠΕΤΡΟΣ – ΑΓΓΕΛΙΚΗ – ΡΑΝΙΑ: (χειροκρότημα – φωνές) «Μπράβο! … Μπράβο, παιδιά! … Τέλεια! … Τέλεια! …»

    ΘΑΝΟΣ: (πιάνει το χέρι του Ισίδωρου) «Χαίρομαι πολύ, Ισίδωρε!»

    ΙΣΙΔΩΡΟΣ: (χαμογελάει στον Θάνο) «Κι εγώ, φίλε μου …»

    (Χαμηλώνει ο φωτισμός)

    (Οι φωνές σιωπούν
    Τα βλέμματα των φοιτητών παγώνουν
    Στη σκηνή εισέρχεται ο Βρετανός πρόξενος, Ράνταλ Κόουτς
    Κοιτάζει τους φοιτητές για λίγο
    Έπειτα πλησιάζει το γραφείο με τη δακτυλογραφική μηχανή
    Παίρνει στα χέρια του την επιστολή που είχε στερεώσει από κάτω
    Διαβάζει με στρατιωτικό ύφος και τόνο στη φωνή …)

    ΡΑΝΤΑΛ ΚΟΟΥΤΣ:

    «Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης!…

    Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα! …

    Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωότητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε όλες! …

    Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος! …
    Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία! …

    Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συντάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων! …

    Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες, ιδιαίτερα στην «Αστραπή» και στην «Ηχώ των Παρισίων», μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη! …

    Κατηγορώ το πρώτο Στρατοδικείο, γιατί παραβίασε το Δίκαιο! …

    Εμίλ Ζολά …

    (Μικρή παύση
    Παίρνει τα μάτια του από την επιστολή
    Βλέμμα όλο θλίψη
    Κοιτάζει τα νέα παιδιά)

    Κατηγορώ … Κατηγορώ τον εαυτό μου … Που δεν σας λέω την αλήθεια … Αλλά την πνίγω μέσα σε απόρρητα έγγραφα και δαιδαλώδεις διαδρομές … Που ούτε ο χρόνος, ποτέ, θα φανερώσει …

    Κατηγορώ … Γιατί δεν βρέθηκε ένας Εμίλ Ζολά να με κατηγορήσει …

    Κατηγορώ … Γιατί δεν έγινα εγώ … Ο Εμίλ Ζολά του εαυτού μου …»

    (Αφήνει την επιστολή να πέσει κάτω,
    ενώ ένας άνεμος την παρασύρει …
    Τα βλέμματα των φοιτητών ξαναζωντανεύουν …)

    (Αυλαία)

    ΤΕΛΟΣ

  • Comments are closed.