• Ο Πολιτισμός και η Λογοτεχνία των νοτίων χωρών της Ευρώπης των Νέων Χρόνων έως τη νεωτερικότητα της σύγχρονης πολιτισμικής πραγματικότητας

    19 Μαρτίου 2019

    Posted in: ΔΙΑΝΟΗΣΗ

    αρχείο λήψης

    Ο πολιτισμός και η λογοτεχνία της Ευρώπης των Νέων Χρόνων έχουν τις ρίζες τους στο Μεσαίωνα. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου, οι ειδοποιοί αξίες μιας αριστοκρατικής-αυλικής παιδείας, δεμένης καταρχήν σε ορισμένη κοινωνική τάξη, δεν περιορίστηκαν στο συγκεκριμένο κύκλο των κοινωνικά ανώτερων στρωμάτων, αλλά, διαχεόμενες, εξακτινώθηκαν στο σύνολο του λαού. Εκδιπλώνουν έτσι μια μορφοποιό δύναμη, που άλλοτε αραιωμένη ή παραμορφωμένη, γίνεται, ωστόσο, αισθητή σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Αυτό διαφαίνεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οι έννοιες του ιπποτικού συστήματος αρετών, όπως η έννοια της Τιμής, προσπορίστηκαν μεν το αρχικό τους περιεχόμενο από τα φεουδαρχικά ανώτερα στρώματα, ωστόσο δεν παρέμειναν αποκλειστικά ειδοποιά στοιχεία των τελευταίων, αλλά μεταβλήθηκαν σε εσωτερικευμένες έννοιες μιας ενάρετης συμπεριφοράς που, τελικά ισχύει για όλους.
    Το ότι από εθνολογική άποψη είναι καλά θεμελιωμένη μια τέτοια θεώρηση γίνεται κατανοητό, λαμβάνοντας υπόψη την έννοια της κουλτούρας της Εσπερίας. Η κουλτούρα αυτή εκπορεύονταν από μια ιδιόμορφη επιμιξία αποικιοελληνικών, αποικιορωμαϊκών, τευτονικών, αραβικών και λιγυρικών στοιχείων, που απλώνονταν από την Καταλονία έως τη Σικελία, μεταξύ του 1000 και του 1300μ.Χ., γύρω από τη δυτική, δηλαδή, ημισέληνο της Μεσογείου, με μόνη συγκρίσιμη μαζί της την Ελληνική κουλτούρα. Το φαινόμενο αυτό, ότι δηλαδή στα όρια του αραβικού χώρου ξεκινάει, τόσο στην Ισπανία όσο και στη Σικελία, ο πρώτος διαφωτισμός για όλη την Ευρώπη, θα λέγαμε ότι είναι τύχη αγαθή στην πρώτη αχτίδα της νεώτερης ποιητικής ροδαυγής.
    Στις εκβολές του Ροδανού ποταμού, καθώς και στα Στενά της Μεσσήνης γεννιούνται οι πρώτες κουλτούρες της Εσπερίας, διαμέσου του «παχύρευστου» – θα λέγαμε – Ελληνικού αιθέρα, και αποκαθίσταται η σχέση με τα αρχαιομεσογειακά πολιτισμικά πρότυπα. Η Προβηγκιανή ποίηση είναι η πρώτη μεγάλη πρωτότυπη ποίηση της Δύσης και η μητέρα όλων των υπολοίπων. Η γερμανική, η ιταλική, η καταλανική και η πορτογαλική πήραν φωτιά από τη δική της σπίθα. Το «προβηγκιανό αυτό παιδευτικό ιδεώδες» εκφράζει το κοινωνικό παιχνίδι του έρωτα και τη γνησιότητα των αισθημάτων, με το παράδοξο φαινόμενο να υπάρχει από τη μια ένα «αυλικό» σύστημα κανόνων συμπεριφοράς, αποκρυσταλλωμένο ως προς τις τελετουργίες και τις εθιμοτυπίες του και μη ανεχόμενο παραβιάσεις, και από την άλλη οι μεγάλοι προβηγκιανοί ποιητές να είναι τα πρώτα, μετά την Αρχαιότητα, απαραγνώριστα, αλησμόνητα, κομμένα και ραμμένα για την αιωνιότητα, υποκείμενα της Ευρώπης, που εκφράστηκαν ολότελα αδέσμευτα, με την αχαλιναγώγητη και τολμηρή ελευθερία της γεννημένης μεγαλοφυΐας τους. Οι Προβηγκιανοί καθίστανται ως «οι γνήσιοι ποιητές», και από το ψυχικό τους ανάστημα, σε νέες πάντοτε παραλλαγές, ζει ολόκληρη η ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
    Στην αυλική-σικελική ποίηση ή, αλλιώς, στη νοτιογαλλική ερωτική ποίηση του Μεσαίωνα, βρίσκουμε τον συγκρητισμό των θρησκειών και των πολιτισμών. Ο εκπληκτικός και αγέρωχος κόσμος της φαντασίας της Ανατολής έρχεται με τους Σαρακηνούς, ο κόσμος του τευτονικού ιπποτισμού είχε, ήδη, δώσει το παρόν από πριν με τους Νορμανδούς, ενώ προβηγκιανά, μεσαιωνικά ιταλικά, ελληνοβυζαντινά, αραβοϊσπανικά, εβραϊκά στοιχεία αντιπαλεύουν με τη χθόνια κληρονομιά. Το διεθνοτικό και διαπολιτισμικό αυτό περιβάλλον των πολύχρωμων λιμανιών και εμπορικών πόλεων παρουσιάζει ιλιγγιώδη ποικιλία και ασκεί ανατρεπτική επίδραση. Τα πνευματικά ρεύματα δεν διαχωρίζουν ακόμη αυστηρά την ποίηση από τη φιλοσοφία.
    Η εθνοτική αυτή σύμφυση κι επιμιξία γεννά μια στάση αδιαφορίας απέναντι στη θρησκεία ή, ακόμη καλύτερα, έναν άνεμο σκεπτικισμού, μέσα από τις επανειλημμένες θρησκευτικές μεταβολές (εκχριστιανισμός-εξισλαμισμός-επανεκχριστιανισμός). Οι μεταβολές αυτές δεν σημαίνουν απλά μια ιστορική ακολουθία διαφορετικών λατρειών και δογμάτων, αλλά γεννούν και έναν στρόβιλο, που θα αφήσει πίσω του την πνευματική στάση ενός σκεπτικιστικού σχετικισμού.
    Η στενή, επομένως, διαπλοκή ιπποτικού και θρησκευτικού πνεύματος είναι το χαρακτηριστικότερο στοιχείο και αποτελεί το γενικό μεσαιωνικό γνώρισμα. Έτσι, ο ιταλικός και ο ισπανικός μυστικισμός μάς οδηγούν ήδη στη σταδιακή διάπλαση του εθνικού πνεύματος στις εθνικές λογοτεχνίες. Η θρησκευτική αλληγορία διαποτίζει ακόμα και τα εκ πρώτης όψεως κοσμικά διαδραματιζόμενα. Το, ευνοούμενο από τα βιώματα των θρησκευτικών αυτών πολέμων, αίσθημα της «αστάθειας» δίνει στα πράγματα μια κινητικότητα και αποτελεί, εν τέλει, μια «σταθερά». Ο κόσμος, στη μεσαιωνική λογοτεχνία, φαίνεται να έχει αναποδογυρίσει. Το ανάποδο αναγνωρίζεται, πια, ως φυσιολογικό και σύνηθες, και έτσι αντιστρέφεται και η έννοια της «τάξεως». Η παγκόσμια τάξη είναι αναποδογυρισμένη και, παρά ταύτα, παραμένει τάξη, στοιχείο που προδίδει και έναν τόνο απελπισίας στα λογοτεχνικά έργα της περιόδου αυτής.
    Περνώντας στην Αναγέννηση και τις αξίες της, οδηγούμαστε στη σύγκρουση του ευρωπαϊκού βορρά με τον καθολικισμό, στην Μεταρρύθμιση και τον Προτεσταντισμό. Η μεγάλη αυτή σύγκρουση προωθεί έναν τρόπο σκέψης και ένα σύστημα αξιών άκρως ορθολογικό, αντικειμενικό, επιχειρησιακό, δηλαδή πλησιέστερο στις εσωτερικές παραδόσεις του ευρωπαϊκού βορρά των Αγγλοσαξόνων, και βέβαια σύστημα καταλληλότερο για την διαμόρφωση του ευρωπαϊκού και αργότερα του αμερικανικού καπιταλισμού. Κι ερχόμαστε έτσι στον 18ο αιώνα, τον αιώνα του ∆ιαφωτισμού, όπου ρητά συγκροτείται αυτό που ονομάζουμε νεώτερος Ευρωπαϊκός πολιτισμός, ή αλλιώς περίοδος της Νεωτερικότητας.
    Το γεγονός της κατάρρευσης όλων των οραματικών διεξόδων της νεωτερικότητας στις μέρες μας – ή της μετανεωτερικότητας ορθότερα – θεωρήθηκε από πολλούς ως το τέλος των ιδεολογιών και των μεγάλων αφηγήσεων, αλλά και το τέλος της ίδιας της ιστορίας. Η σημερινή κρίση του πολιτισμού θεωρείται ως αποτέλεσμα της αποτυχίας των κινημάτων υπέρβασης του καπιταλισμού. Η επικράτηση των αρχών του δυτικού πολιτικού φιλελευθερισμού και της οικονομίας της αγοράς σήμανε ένα είδος παγκοσμιοποίησης όχι μόνο της οικονομίας αλλά και της κοινωνικής ζωής και οργάνωσης. Η εποχή της μαζικής δημοκρατίας, με έκδηλα προβλήματα την εθνική και κοινωνική ανισότητα και κυρίως την οικολογική καταστροφή, εκφράζει μια γενική αβεβαιότητα και αστάθεια. Παρά την φαινομενική καταναλωτική ευφορία των μαζών και την παγκοσμιότητα του σύγχρονου πολιτισμού, εγκυμονούνται νέες και άδηλες πολιτισμικές και ιστορικές ανακατατάξεις. Και πράγματι, η περιφέρεια του δυτικού συστήματος αναζητεί τώρα είτε φονταμενταλιστικές λύσεις ή εναλλακτικά κινήματα σε μια μετανεωτερική κατεύθυνση.
    Η εποχή της νεωτερικότητας είναι αποκαλυπτική, γιατί ακριβώς αναδεικνύει όχι απλώς μια ιστορική κρίση αλλά την ίδια την εσωτερική κρίση της ιστορίας. Η τραγωδία της ιστορίας έγκειται στο ότι κινείται ανάμεσα στο προσωπικό και στην αντικειμενοποίηση του κόσμου, όντας αδιάφορη μπροστά σε κάθε τι το ανθρώπινο.
    Η μετανεωτερική κατάσταση, επομένως, δεν κήρυξε μονάχα το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων της φιλοσοφικής και θεολογικής παράδοσης αλλά και το τέλος της ιστορίας. Η ιστορία αδυνατεί να παράγει νέες πραγματικότητες ή ακόμη να νοηματοδοτήσει τον κόσμο και την πορεία του. Το τέλος, όμως, της ιστορίας, έγκειται περισσότερο στην τάση μετάλλαξης που εμφανίζει η ανθρώπινη ιστορία, η οποία μεταβάλλεται ραγδαία σε ιστορία της τεχνολογίας, διαβαίνοντας και το κατώφλι της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, άκρως συγκαιρινό φαινόμενο για τις χώρες, κυρίως, του Νότου.
    Σ’ αυτό το πολιτισμικό πλαίσιο της κρίσης αξιών, οι σύγχρονες θεωρίες θέτουν, ακόμη περισσότερο, τη γνώση στο επίκεντρο της οικονομικής και κοινωνικής μετεξέλιξης. Μεταβαίνοντας από τη Βιομηχανική Κοινωνία του 20ου αιώνα στην Κοινωνία της Γνώσης, της Πληροφορίας και της Μάθησης, η εκπαίδευση και η δια βίου μάθηση γίνονται οι βασικοί μοχλοί για την ανάπτυξη μιας χώρας, διότι η παιδεία αποτελεί το κατεξοχήν εργαλείο ώστε να εξασφαλιστεί στους πολίτες η απαραίτητη κατάρτιση για την επιβίωσή τους σε μια διεθνοποιημένη οικονομία. Επιτακτικό ρόλο, εδώ, καλούνται να παίξουν και οι βιβλιοθήκες, οι οποίες συμβάλλουν, με την πλούσια δράση τους, στην πολιτιστική ανάπτυξη των κοινωνιών. Η ένταξη των νέων τεχνολογιών στις λειτουργίες μίας σύγχρονης, ψηφιακής Βιβλιοθήκης δίνει νέες κατευθύνσεις στον τρόπο διαχείρισης και ανάκτησης της γνώσης, μετατρέποντας, έτσι, τη βιβλιοθήκη, εκτός από λίκνο του πολιτισμού, και σε Κέντρο Πληροφόρησης.
    Κλείνοντας, θα λέγαμε, πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ένα μάθημα ιστορίας είναι να βλέπει κανείς παράλληλες καταστάσεις διαφορετικών εποχών και το πώς αυτές εξελίσσονται στο διάβα του χρόνου. Αυτό επιτυγχάνεται, κυρίως, μέσα από τις βιβλιοθήκες, καθώς αυτές ήταν και παραμένουν οι αποταμιευτήρες της ανθρώπινης έκφρασης όλων των εποχών και των σχέσεων μεταξύ των λαών. Ο Μαλαρμέ, πολύ σωστά, έγραψε ότι «όλα γίνονται για να καταλήξουν σε μια βιβλιοθήκη». Ό,τι δεν καταλήγει σε μια βιβλιοθήκη, απλώς χάνεται.
    Ας μην το αφήσουμε, λοιπόν, να χαθεί.

    Ελένη Σεμερτζίδου
    Δρ. Λογοτεχνίας

  • Comments are closed.