• Archive for Μαρτίου, 2011

    Με τι «ζει» η σύγχρονη Ελλάδα;

    29 Μαρτίου 2011 // 2.683 Comments »

    Της Ελένης Σεμερτζίδου

    Το στόμα προφέρει, οπωσδήποτε, λέξεις ελληνικές, μεταλλαγμένες, όμως, μέσα στο βάθος του χρόνου και των ιστορικών περιόδων. Τα μάτια, στο λυκόφως των δώδεκα θεών και των αγίων, αντικρίζουν ναούς, αγάλματα, εικόνες. Τα αυτιά ακούνε ακόμα το βυζαντινό άσμα. Με τι «ζει», λοιπόν, η σύγχρονη Ελλάδα; Το ερώτημα, μάλλον, προκαλεί αμηχανία. Η Ελλάδα συγκροτείται, κάπως καθυστερημένα, σε κράτος και, φαινομενικά, απελευθερώνεται από τη μουσουλμανική και χριστιανική φεουδαρχία. Αποκτά, όμως, νεωτερική σκέψη; Η αυτο-συνείδησή της ανταποκρίνεται στη δική της θέληση; Στη δική της δύναμη;

    Η Ελλάδα, ασφαλώς, είναι κάτι παραπάνω από ένα «μουσείο» αρχαίων, βυζαντινών, χριστιανικών επιδράσεων. Είναι, όμως, από την άλλη πλευρά, και κάτι λιγότερο από μια όντως νεωτερική πραγματικότητα. Γιατί; Στο σημείο αυτό είναι μάλλον ανάγκη να διευκρινιστεί ο όρος ΄΄νεωτερικό΄΄. Κατ’ ουσίαν νεωτερική, για παράδειγμα, είναι η Δύση, και αυτό γιατί είναι θεμελιωμένη στη δρώσα υποκειμενικότητα, στην αυτοσυνείδηση, η οποία ερμηνεύει εαυτήν και τον κόσμο, στη θέληση, δηλαδή, για δύναμη προς κατάκτηση του κόσμου. ΄΄Νεωτερική΄΄, επομένως, είναι η ΄΄σκέψη΄΄, γιατί σκέψη σημαίνει ισχύ, συνείδηση, οργάνωση, τέχνη. Η σκέψη γίνεται, με αυτόν τον τρόπο, μοχλός δράσης και τα ανθρώπινα όντα θέλουν, με την τέχνην, να επαναδημιουργήσουν την φύσιν, κατ’ εικόνα της θεότητας.

    Είναι, άραγε, η σκέψη της σύγχρονης Ελλάδας νεωτερική; Με τι «ζει» η σύγχρονη Ελλάδα; Με το χθες ή με το σήμερα; Είπαμε παραπάνω ότι η αυτοσυνείδηση αποτελεί ένα πρώτο βήμα, για να είναι η σκέψη νεωτερική. Ποια είναι η αυτοσυνείδηση των Ελλήνων; Μήπως ονομάζει τον εαυτόν της, αλλά η προσπάθεια σταματάει μέχρι εκεί; Δυστυχώς, μάλλον η προσπάθεια σταματάει εκεί, και αυτό γιατί μια ΄΄διαταραγμένη΄΄ αυτοσυνείδηση, όπως αυτή των Νεοελλήνων, που συγκροτείται από, επίσης, διαταραγμένες αναπαραστάσεις του πεπρωμένου της, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ΄΄απιστεί΄΄ απέναντι στον λόγον και τη διάνοια. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο διάλογος που λαμβάνει χώρα στην Ελλάδα να καθίσταται προβληματικός και ελλιπής, αφού δεν υπάρχει μια συνέχεια σημαδεμένη από μια αδιατάραχτη μνήμη. Η σκέψη, επομένως, της Ελλάδας συμμετέχει στην ευρωπαϊκή σκέψη, αλλά ΄΄συμμετέχω΄΄ δεν σημαίνει και ΄΄κατέχω΄΄. Όταν, όμως, δεν υπάρχει σκέψη, δεν υπάρχει και επιστήμη, δεν υπάρχει ούτε και πολιτική. Ο όρος ΄΄δυνατότητα΄΄ γίνεται ΄΄ευσεβής πόθος΄΄, και αυτός ο πόθος κινείται, συνήθως, στη σφαίρα του μη εφικτού, του ΄΄αρνητικού΄΄. Οι Νεοέλληνες ζουν με αυταπάτες, πολυάριθμες αυταπάτες της συνείδησης ενός έθνους. Και μια μεγάλη αυταπάτη, που ταλανίζει αιώνες το ελληνικό έθνος, είναι η ελληνοκεντρική αντίληψη που θέλει την Ελλάδα να αποτελεί το κέντρο του κόσμου, τον ομφαλό της γης. Ποια Ελλάδα όμως; Την Ελλάδα που δεν αποσαφηνίζει το περιεχόμενο που δίνει στο όνομά της; Την Ελλάδα που βλέπει την πολιτική σαν παιχνίδι εντυπώσεων; Την Ελλάδα που κατασκευάζει για τον εαυτό της διαταράσσουσες αναπαραστάσεις, και μετά από την αμετροέπειά της περνάει στην απόλυτη σιωπή; Την Ελλάδα με τις θολές ιδεολογίες και ποτέ με μια ΄΄Μεγάλη Ιδέα΄΄; Γιατί κάθε Ιδέα κρύβει μια Μεγαλειώδη Αλήθεια και υποστηρίζεται από μια ακλόνητη πίστη. Ο κατακερματισμός των συλλογιστικών των Νεοελλήνων μπορεί να γονιμοποιήσει, άραγε, το γίγνεσθαι και, επομένως, να γεννήσει ιδέες; Όταν μια ιδέα είναι μια ενορμητική αναπαράσταση που προσομοιάζει με όνειρο και της λείπει η σκέψη, τότε πόσο ιδέα μπορεί να είναι; Οι Νεοέλληνες κάνουν όνειρα, αλλά δεν «σκέπτονται». Οι κρίσεις στις οποίες προβαίνουν για τον εαυτό τους και για τους άλλους είναι στρεβλές, και έτσι η ΄΄οικουμενική αλήθεια΄΄ που εξαγγέλλει η Ελλάδα δεν είναι παρά ένα φτηνό θέαμα του παρελθόντος της, τουριστικός προορισμός – μια προσφορά, σαφώς, ανεπαρκής.

    Αν θέλει η Ελλάδα, δίπλα στους «αρχαίους χορούς», να χορεύει και «μοντέρνους» δυτικούς, και να ιδιοποιηθεί το ΄΄είναι΄΄ της, χωρίς να πουλήσει τη ψυχή της στο διάβολο, πρέπει η Ελλάδα να είναι «ελληνική» και η μοίρα της «νεωτερική», αφήνοντας κατά μέρος την αυταρέσκειά της και περνώντας στο στάδιο της προσπάθειας και της συνέπειας. Να αποκτήσει συνείδηση, γνώση και να αναπτύξει τις επιστήμες. Εν ολίγοις, να «φτιάξει» τον κόσμο και να «στοχάζεται». Όταν η εθνική χαρά και η λύπη της μεταμορφωθούν σε εθνική αγωνία, τότε η ΄΄μεγάλη τραγωδία΄΄ θα έχει «κερδιθεί» και το νεοελληνικό θέαμα θα πάψει, επιτέλους, να συγγενεύει με «μελόδραμα» και «ιλαρόδραμα»[!]

    Ελενη Β. Σεμερτζιδου

    Αρχειονόμος Βιβλιοθηκονόμος

    Διδάκτωρ του Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ

    Το βραβευμένο βιβλίο της Ελένης Σεμερτζίδου: «Το πρώτο χάραμα»

    28 Μαρτίου 2011 // 164 Comments »

    Σχόλιο που συντάχθηκε απο την ΜΑΙΡΗ ΖΑΧΑΡΑΚΗ για την ηλεκτρονική εφημερίδα «ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ»
    «Η ζωή δεν είναι μια φωτογραφία που κάποια στιγμή ξεθωριάζει, αλλά ένας πίνακας ζωγραφικής φτιαγμένος με τα πιο ωραία και ανεξίτηλα χρώματα. Μην αφήσεις ποτέ τον εαυτό σου να δει τη ζωή σαν φωτογραφία που ξεθώριασε ή σκίστηκε, αλλά σαν τον πίνακα της πιο σπάνιας ομορφιάς, ο οποίος ήρθε σε ύπαρξη από τα χέρια ενός καλλιτέχνη, που λέγεται Θεός…»
    «… Ένα κόκκινο αδιάβροχο. Το κόκκινο αδιάβροχο που μου είχε δώσει να φορέσω εκείνο το βροχερό, φθινοπωρινό απόγευμα μιας ημέρας του Οκτώβρη. Το κόκκινο εκείνο αδιάβροχο, που τα κουμπιά του τα είχε κλείσει εκείνος για να με ζεστάνει όλο το βράδυ. Εκείνο το βράδυ που, αγκαλιασμένοι κι οι δύο πάνω σε μια κίτρινη ψάθα, δίπλα στη θάλασσα, είδαμε να ξεπροβάλλει δειλά ο ήλιος και μαζί του να έρχεται το πρώτο χάραμα…»
    Δύο αποσπάσματα, από το ασημογάλανο νήμα της εκπληκτικής πένας της Ελένης Σεμερτζίδου, μέσα από το πρώτο της μυθιστόρημα που φέρει τον τίτλο «Το πρώτο χάραμα» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί. Αν και Διδάκτωρ Λογοτεχνίας, ο λόγος της Ελένης Σεμερτζίδου, είναι απτός, απλός, ρεαλιστικός και ουσιώδης, γεμάτος χρώμα, άρωμα, υφή και γεύση, μελωδία και συναίσθημα. Η ποιότητα που διακρίνει την αφήγηση, ο παλμός της γραφής, ανεβάζει τον αναγνώστη ένα σκαλοπάτι πιο πάνω, στη θεώρηση των πραγμάτων, της ζωής, χωρίς αυτό να περιορίζει σε λίγους την απόλαυση του ταξιδέματος, αντίθετα διευρύνει σε πολλούς, σε όλους. Η Άννα Σκαρλάτου, είναι η κεντρική ηρωίδα. Είναι αυτή, που ωρίμασε μέσα σ’ένα βράδυ, που ανακάλυψε στις ανεπαίσθητες στιγμές του πρώτου χαράγματος, το μονοπάτι της. «…Δεν είμαστε όλοι ταγμένοι για τα ίδια πράγματα. Μην κάνεις το λάθος να ψάξεις να βρεις το μονοπάτι σου, διαβαίνοντας τα μονοπάτια άλλων ανθρώπων. Δεν έχουμε όλοι τον ίδιο δρόμο να διαβούμε. Ο δικός σου είναι μοναδικός, γιατί είναι δικός σου και κανενός άλλου…» Κάθε λέξη, σταγόνα βάλσαμου για την Άννα, μετάγγιση σοφίας κλεισμένος στο πρώτο και τελευταίο γράμμα που έλαβε από την αγαπημένη και πρόωρα χαμένη καθηγήτριά της, στο πανεπιστήμιο, Μαρίας Σοφιανού. Ο ανέλπιστος όσο και καταδικασμένος χωρίς μέλλον έρωτας με τον Στέφανο, θα την ωθήσει να αναζητήσει δρόμους ανεπίστρεπτους, να δραπετεύσει μακριά απ’ ό,τι την πονά, τη διχάζει. Κάτω από τη σκιά του πύργου του Άϊφελ, θα αναπαύσει τα όνειρά της και θα ξεκουράσει τα φτερά της. Θα γίνει μια επιτυχημένη συγγραφέας και θα δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια. Ώσπου το Ελληνικό αναγνωστικό της κοινό, θα την καλέσει έπειτα από πολλά χρόνια στα γνώριμα, αγαπημένα της μέρη, πίσω στην πατρίδα που εγκατέλειψε, όχι αναίτια. Τα βήματά της θα την φέρουν για μια ακόμη φορά κοντά στο Στέφανο, ίσα για να ανανεώσουν τους όρκους μιας απαγορευμένης αγάπης παντοτινής και πάλι να ξεμακρύνουν, καθένας το δικό του μονοπάτι ακολουθώντας. «Σήμερα, το αεροπλάνο απογειωνόταν ξανά, για να με πάει στην ίδια χώρα, την εστία μου πια. Το ταξίδι που επρόκειτο να κάνω, καθισμένη άνετα στη θέση ενός αεροπλάνου, παρέα με ένα κόκκινο αδιάβροχο, δεν ήταν ταξίδι φυγής, αλλά επιστροφής…ένα ηλιόλουστο, φθινοπωρινό πρωινό, που δεν απέπνεε καμία αίσθηση αποχαιρετισμού, αλλά αντιθέτως, δεν δημιουργούσε το αίσθημα της συνέχειας. Της συνέχειας για ζωή…»

    ΜΑΙΡΗ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

    Συντάκτρια της ηλεκτρονικής εφημερίδας  «ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ»

    www.filodimos.gr

    Posted in ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

    Ο ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ

    27 Μαρτίου 2011 // 54 Comments »


    Μια αναπαράσταση της ίδιας της ζωής;

    Για το τσίρκο και για τον κόσμο του πανηγυριού, η επεξεργασία έγινε με τρόπο σχετικά βραδύ. Ο λόγος ανήκει πρώτα στο θεατρικό χρονικογράφο, σ’ εκείνον που, για το αστικό κοινό των εφημερίδων και των περιοδικών, αφηγείται, φροντίζοντας το ύφος του, τη μαγεία που συναντάει κανείς μέσα σε χώρους όπου συνήθως δεν πηγαίνουν «οι έντιμοι άνθρωποι». Ο Γκωτιέ είναι ένας από αυτούς που συνέβαλαν περισσότερο στο να αποκτήσουν αυτά τα θεάματα τα διαπιστευτήρια της αισθητικής ευγενείας τους. Τι του αρέσει, λοιπόν, να συναντάει εκεί;

    Στο τσίρκο, στα Βαριετέ, ο Γκωτιέ απολαμβάνει την επιδεξιότητα, την ελαφρότητα, την απογείωση. Μεθάει με θαυματουργά κατορθώματα. Τέτοια είναι η μαγεία που προσδοκά ο Γκωτιέ. Το καλλιτεχνικό του ιδανικό (το οποίο, μάλλον με υπερβολικά απλουστευτικό τρόπο, έχει ορισθεί ως ένα ιδανικό ζωγράφου) συνδέεται με όλες εκείνες τις δραστηριότητες κατά τις οποίες το σωματικό ον και η σαρκική ύπαρξη αυθυπερβαίνονται, όχι για να εγκαταλείψουν τη σωματική και σαρκική κατάσταση, αλλά για να της προσδώσουν μια ένδοξη ακτινοβολία. Το τσίρκο, επομένως, μπορεί να είναι ένας από τους υψηλούς τόπους της αποκάλυψης του κάλλους, αν είναι ο τόπος όπου εκδιπλώνονται όλα τα πλούτη της μυϊκής δεξιοτεχνίας, και αν ο άνθρωπος γίνεται εκεί ταυτόχρονα κάτι περισσότερο και κάτι λιγότερο από άνθρωπος: ένα φτερωτό πνεύμα.

    Το ότι ο άθλος του κλόουν ακροβάτη μπορεί να είναι το αλληγορικό ισοδύναμο της ποιητικής πράξης (σύμφωνα με μια αντίληψη για την ποίηση, που θεωρεί την τεχνική αυτοπειθαρχία και την επιδεξιότητα ως ουσιώδη αρετή), θα το υποστηρίξει τολμηρά ο Μπανβίλλ στο εισαγωγικό ποίημα και στο επιλογικό ποίημα της παρωδιακής του συλλογής Ακροβατικές Ωδές (1857). Γι’ αυτόν, όπως και για τον Γκωτιέ, η προνομιούχος διάσταση του κλόουν είναι το ιλιγγιώδες ύψος: αν το ρούχο του κλόουν αντιπροσωπεύει μια γελοία μεταμφίεση, αν για τον θεράποντα της Μούσας είναι υποβάθμιση το να παίζει όρθιος βιολί πάνω στην ανεμόσκαλα του σαλτιμπάγκου, τουλάχιστο μπορεί έτσι να απαντάει με την ειρωνεία στην εξαχρείωση ενός αιώνα υποδουλωμένου στις δυνάμεις του χρήματος, όπου δεν ακούει πια κανείς τίποτε άλλο από το εργαλείο του κρουπιέρη της ρουλέτας και της μπάνκας.

    Πτήση και πτώση, θρίαμβος και κατάπτωση, επιδεξιότητα και αταξία, δόξα και θυσία: το πεπρωμένο των κλοουνίστικων προσώπων παραπαίει μεταξύ αυτών των άκρων. Αυτό που προσδίδει στη φιγούρα του κλόουν την παράδοξη ανωτερότητά του σε σχέση με τους αυτοκράτορες και τους κριτές, είναι το ότι, αντίθετα με τους ισχυρούς που πιάνονται στην παγίδα των στολιδιών και των εξωτερικών χαρακτηριστικών μιας μάταιης δεσποτείας, ο κλόουν είναι ο βασιλιάς της γελοιότητας. Φορώντας το ρούχο της γιορτινής παρέλασης, βρίσκεται πολύ εγγύτερα στην αυτογνωσία της γελοιότητας και στην ταπεινή ανάκτηση της φτωχής του αλήθειας. Σ’ εμάς εναπόκειται το να αντιληφθούμε ότι μας αντιπροσωπεύει όλους, ότι είμαστε όλοι παλιάτσοι, και ότι όλη η αξιοπρέπειά μας συνίσταται στην ομολογία της παλιατσοσύνης μας. Αν μάθουμε να παρατηρούμε καλά, τα ρούχα μας είναι όλα κλοουνίστικα κοστούμια. Ο κλόουν είναι ο φανερωτής που οδηγεί την ανθρώπινη μοίρα στην πικρή αυτοσυνειδησία της, αυτή του αξιολύπητου ρόλου που ο καθένας μας παίζει εν αγνοία του μέσα στην κωμωδία του κόσμου. Το ολοκαύτωμα, όμως, του τραγικού κλόουν – του «αθώου θύματος» – δεν προσφέρει, κατά κάποιον τρόπο, ένα ελάχιστα παρωδιακό σύστοιχο του Θείου Πάθους; Ο κλόουν, αν δεχτούμε ότι είναι εκείνος που δέχεται τα χαστούκια της πεζής καθημερινότητας, μήπως γίνεται έτσι το εμβληματικό ομοίωμα του προπηλακιζόμενου Χριστού, αντιπροσωπεύοντας τον απόβλητο από την κοινότητα αποδιοπομπαίο τράγο;

    Για λόγους εντελώς διαισθητικούς, οι μεγάλοι δραματικοί συγγραφείς παρουσίασαν συχνά τον κλόουν ή το γελωτοποιό ως φορέα μιας σωτηρίας, ως το αγαθό πνεύμα που, παρά την αδεξιότητά και τους σαρκασμούς του, σπρώχνει τον τροχό της μοίρας και συμβάλλει στην επιστροφή της αρμονίας σ’ έναν κόσμο που είχε διαταραχθεί από μια ενέργεια του Κακού. Αυτός ο ρόλος του κλόουν, ως σωτήρας ή λυτρωτής συνδέεται με τη θυσία του, στο μέτρο, βέβαια, που ο κλόουν είναι παντού και πάντοτε ένας αποκλεισμένος, και καθώς γίνεται ένας παρίας, κερδίζει το δικαίωμα της πανταχού παρουσίας. Με την ελευθεριότητα που ο ίδιος παίρνει αυθαίρετα ή που του παραχωρούν οι άλλοι, ο κλόουν εμφανίζεται σαν ένας δολιοφθορέας της χαράς. Το στοιχείο, όμως, της αταξίας που εισάγει στον κόσμο, είναι το αναμορφωτικό φάρμακο που ο άρρωστος κόσμος χρειάζεται για να ξαναβρεί την αληθινή του τάξη. Είτε είναι αγαθούλης είτε πονηρός, είτε συνδυάζει παράδοξα και τις δύο αυτές ιδιότητες, ο κλόουν τοποθετείται ως αντιρρησίας, και η φύση του τού επιτρέπει να γίνεται το όργανο μιας ανατροπής …

    Ελένη Β. Σεμερτζίδου

    Αρχειονόμος-Βιβλιοθηκονόμος

    Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    http://www.seeleni.blogspot.com/

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ

    Ludwig van Beethoven (1770 στην Βόννη, 1827 Βιέννη)

    18 Μαρτίου 2011 // 2.484 Comments »

    21 Ιουνίου 2010: Γιορτή της Ευρωπαϊκής Μουσικής

    Ludwig van Beethoven (1770 στην Βόννη, 1827 Βιέννη)

    ΣΥΜΦΩΝΙΑ Νο 9

    Σε D Minor, με χορωδιακό φινάλε την «ωδή στην χαρά» του Schiller, Έργον 125 (Γνωστή ως Choral Symphony). H «ωδή στη χαρά» έχει επιλεγεί ως ύμνος της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

    ΠΡΩΤΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ: ΒΙΕΝΝΗ, 7 Μαϊου, 1824

    Διάρκεια: 70 λεπτά

    Ο Μπετόβεν είχε μια συνήθεια να καταγράφει μουσικές ιδέες σε σημειωματάρια που τα έφερνε μαζί του, μετά επεξεργαζόταν αυτές τις ιδέες, πάλι και πάλι, μερικές φορές για μια περίοδο ετών, έως ότου, τελικά ικανοποιημένος από το περιεχόμενό τους, έδινε την τελική διατύπωση. Τα περισσότερα από τα έργα του Μπετόβεν πέρασαν απ” αυτή την διαδικασία και η ενάτη συμφωνία δεν αποτέλεσε εξαίρεση.

    Σημειώσεις και μελωδίες που προορίζονταν για την ενάτη συμφωνία ξεκινούν ήδη από το 1817. Αυτό σημαίνει ότι ο Μπετόβεν είχε το έργο στον νου του τουλάχιστον έξι χρόνια, σκεπτόταν γι” αυτό, επεξεργαζόταν τις ιδέες του, ακόμη κι όταν τον απασχολούσε η εκτέλεση άλλων μικρότερης σημασίας έργων.

    Όταν η συμφωνία τελικά ήταν έτοιμη, η αρχική της εκτέλεση προσέλκυσε μια ενθουσιαστική υποδοχή. Σ” αυτήν ο Μπετόβεν αρχικά δεν ανταποκρίθηκε. Τελείως κουφός, πλήρως απληροφόρητος, στεκόταν εκεί στην θέση του διευθυντή ορχήστρας, με την πλάτη προς το ακροατήριο, έως ότου ένας από τους σολίστες τον έπιασε από το μανίκι και τον γύρισε ευγενικά ολόγυρα. Αυτό το συμβάν, συγκινητικό και μάλλον λυπηρό, φαίνεται ότι ηλέκτρισε το κοινό, γιατί μέσα σ” αυτό ήταν πολλοί φίλοι και θαυμαστές του Μπετόβεν. Μάλλον όμως πρέπει ν” αμφιβάλλουμε κατά πόσον οι περισσότεροι από τους παρόντες πραγματικά αντιλήφθηκαν την μεγαλωσύνη αυτής της πρωτάκουστης συμφωνίας με φωνές σ” αυτήν. Μόνο στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα το έργο – ίσως το πιο μνημειώδες έργο σ” όλη την μουσική - έκανε αισθητή πρόοδο στην αναγνώριση, κυρίως χάρις στις ενέργειες του Richard Wagner που ανέλαβε, με επαναλαμβανόμενες εκτελέσεις να καταστήσει ευρέως γνωστή την 9η Συμφωνία [1].

    ΟΔΗΓΟΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ

    Πρώτη κίνηση

    (Allegro maestoso). Το έργο αρχίζει μ” ένα μυστηριώδες θρόισμα στα έγχορδα, όπου ακούμε τις φωνές διαφόρων οργάνων σαν να προβάλλουνε ρωτήσεις. Αυτό μόλις έχει περάσει όταν αρχίζουμε να αισθανόμαστε αμυδρά στην αρχή αλλά με αύξουσα βεβαιότητα, ότι είμστε μπροστά σε κάτι που έχει βάθος και εύρος και τιτανική δύναμη. Σε χαμηλούς τόνους που γίνονται όμως όλο και πιο έντονοι η κίνηση εξελίσσεται, το πρώτο της θέμα παρομοιάζεται από μερικούς σαν το δυνατό χτύπημα σ” ένα γιγάντιο αμόνι. Αγωνιώδης προσμονή επικρέμαται σ” αυτή την μουσική και ένταση και οι σποραδικές οάσεις σχετικής ηρεμίας καταβροχθίζονται από τρικυμιώδη ξεσπάσματα όλης της ορχήστρας[1].

    Δεύτερη κίνηση

    (Scherzo) Τρεις νευρώδεις, δυναμικές αναφωνήσεις από την ορχήστρα – στην τρίτη προτάσσεται μια θορυβώδης απομίμηση από τα τύμπανα – και η μουσική εξορμά ακάθεκτη προς τα εμπρός. Ο ευφρόσυνος ρυθμός της δημιουργεί συνειρμούς οραμάτων όπου ένας γίγαντας χοροπηδά κεφάτος ολόγυρα[1].

    Τρίτη κίνηση

    (Adagio molto e cantabile) Μια ματιά σε άλλους κόσμους. Το κύριο θέμα αποπνέει ουράνια ειρήνη.

    Χαμηλόφωνα τραγουδούν τα βιολιά την βαρύθυμη γλυκειά μελωδία. Εμπιστοσύνη γεμίζει την ψυχή. Κάθε πόνος αυτής της γης χάνεται στο τίποτα.

    Σιγανά προσεκτικά αναπτύσσεται το δεύτερο θέμα.

    Διαχωρίζεται σε ρυθμό και τονικότητα χαρακτηριστικά από το πρώτο, δεν διακόπτεται όμως η συμφωνία, αλλά ανέρχεται με τον γλυκό του φωτισμό σε πλήρη υφαρπαγή. Σε πολλές παραλλαγές ακούγονται τώρα οι δύο ρυθμοί, ιδίως ο πρώτος. Είναι σαν να μη μπορούσε ο μαέστρος να τους αποχωρισθεί, σαν να ήθελε να τους πει: «Μείνετε είστε τόσο όμορφοι». Κι όμως ένα τρέμολο ταρακουνά τον φιλικό ονειρώδη κόσμο, Σάλπιγγες και κόρνα κραυγάζουν. Η κορύφωση ολοκληρώνεται [2].

    Τέταρτη κίνηση

    Με μια άγρια κραυγή και κολασμένο θόρυβο ξεσπά το χάος στην αρχή του Finale. Για τελευταία φορά ξεκινά μια πάλη φαουστική. Από το χάος ξεπροβάλλουν σιγανά – σαν απόμακρη ανάμνηση – διάφορα θέματα από τα τρία πρώτα μέρη. Τα βιολιά θρηνούν επίσης σαν να ήθελαν με λόγια να εκφράσουν την δυστυχία τους. Αλλά η σωτήρια φωνή της ανθρώπινης ομιλίας τους έχει απαγορευθεί. Ξαφνικά εισάγουν τα όμποε διστακτικά ένα νέο θέμα. Φαίνεται ότι αρέσει στα μπάσα, που αρχίζουν να το τραγουδούν:

    Είναι το ίδιο θέμα που αργότερα ακούεται μαζί με τους στίχους του Σίλλερ προς την χαρά! Επίσης τα άλλα μουσικά όργανα πιάνουν τον ίδιο ρυθμό. Εξελίσσεται σ” ένα βίαιο Fugato όλων των φωνών, μετά όμως χάνεται στον χαοτικό θόρυβο της αρχής. Τότε προτείνει ο άνθρωπος (σόλο βαρυτόνου) στις δυνάμεις του σκότους ένα σταμάτημα «Ω Φίλοι όχι πια αυτούς τους τόνους! Ας ψάλλουμε τώρα τραγούδια, πιο ευχάριστα, γεμάτα χαρά!»

    Τότε αρχίζει το δεύτερο μέρος του Φινάλε, όπου δίπλα στην ορχήστρα με εναλλαγή ή μαζί, οι επί μέρους φωνές, το σόλο κουαρτέτου και η μεγάλη μικτή χορωδία προσφέρονται για να δανείσουν την έκφραση που συγκινεί βαθύτατα την καρδιά του μεγάλου μαέστρου. Freude! Χαρά! Δυνατή ιαχή ξεσπά. Μόνο μερικές στροφές από την ωδή του Σίλλερ, ενέδυσε με μελωδία ο Μπετόβεν. Γίνονται όμως αφορμή για μια μουσική που σε δοξαστικό ενθουσιασμό και οραματική γοητεία μέχρι τ” άστρα φθάνει. Διαμορφώνεται η κίνηση σε πολλές ελεύθερες παραλλαγές μορφής ρόντο. Μεγαλειώδεις εμπνεύσεις: «und der Cherub Steht vor Gott» (και το χερουβείμ ίσταται ενώπιον του Θεού) το σόλο του τενόρου όπου στέκεται ο ήρωας που συμπαρασύρεται στους ουρανούς. Ιδίως όμως η εισαγωγή του νέου θέματος στα λόγια.

    «Γονατίστε, εκατομμύρια!» και η παραπέρα ένωση του με το θέμα της χαράς σε μια δυνατή διπλή φούγκα.

    Εδώ βρίσκει η κίνηση το υπερδύναμο κορυφαίο σημείο. Στην τελική coda «όλοι οι άνθρωποι γίνονται αδέλφια όπου το απαλό σου φτερό εγγίζει» παραμένουν τα δύο θέματα ενωμένα, ώστε μετά πάλι, γεμάτα δύναμη να αναπτυχθούν και να εισέλθουν στην υπέρτατη δοξαστική ιαχή του τέλους.

    Βιβλιογραφία

    1. PAUL GRABBE, The story of one Hundred Symphonic Favorites, Grosset and Dunlap Publishers, New York 1940.

    2. HANS RENNER, Reclams Konzertführer, Ocrchestermusik Vierte, erweiterte Auflage, Reclam – Verlag Stuttgart 1959.

    Ode «An die Freude»

    Finale der Symphonie No. 9, Text: Friedrich Schiller

    Freunde, nicht dieser Töne!

    Sondern lasst uns angenehmere

    anstimmen, und freudenvollere!

    Freude, Schöner Götterfunken,

    Tochter aus Elysium,

    Wir betreten feuer-trunken,

    Himmlische, dein Heiligtum!

    Deine Zauber binden wieder,

    Was die Mode streng geteilt;

    Alle Menschen werden Brüder,

    Wo dein sanfter Flügel weilt.

    Wem der grosse Wurf gelungen,

    Eines Freundes Freund zu sein,

    Wer ein holdes Weib errungen,

    Mische seinen Jubel ein!

    Ja, wer auch nur eine Seele

    Sein nennt auf dem Erdenrund!

    Und wer’s nie gekonnt, der stehle

    Weinend sich aus diesem Bund!

    Freude trinken alle Wesen

    An den Brüsten der Natur;

    Alle Guten, alle Bösen

    Folgen ihrer Rosenspur.

    Küsse gab sie uns und Reben,

    Einen Freund, geprüft im Tod;

    Wollust ward dem Wurm gegeben,

    Und der Cherub steht vor Gott.

    Froh, wie seine Sonnen fliegen

    Durch des Himmels Pracht’gen Plan,

    Laufet, Brüder, eure Bahn,

    Freudig, wie ein Held zum Siegen.

    Freude, schöner Götterfunken,

    Tochter aus Elysium,

    Wir betreten feuer-trunken,

    Himmlische, dein Heiligtum!

    Deine Zauber binden wieder,

    Was die Mode streng geteilt;

    Alle Menschen werden Brüder,

    Wo dein sanfter Flügel weilt.

    Seid umschlungen, Millionen!

    Diesen Kuss der ganzen Welt!

    Brüder über’m Sternenzelt

    Muss ein lieber Vater wohnen.

    Ihr Stürzt nieder, Millionen?

    Ahnest du den Schöpfer, Welt?

    Such’ihn über’m Sternenzelt!

    Über Sternen muss er wohnen.

    Ωδή στη χαρά/

    Το φινάλε της συμφωνίας Νο 9

    Κείμενο: Friedrich Schiller

    Φίλοι, όχι πια αυτούς τους τόνους!

    Ας ψάλλουμε τώρα τραγούδια

    πιο ευχάριστα, γεμάτα χαρά

    Χαρά των θεών όμορφη σπίθα

    κόρη των Ηλυσίων,

    ας μπούμε μεθυσμένοι από φωτιά,

    ουράνια στο ιερό σου!

    Η μαγεία σου ενώνει πάλι,

    όσους η μοίρα έχει χωρίσει.

    Όλοι οι άνθρωποι αδέλφια γίνονται

    όπου το απαλό σου φτερό εγγίζει

    Σ” όποιον έλαχε η μεγάλη τύχη

    φίλος ενός φίλου να” ναι

    όποιος πέτυχε μια άγια γυναίκα,

    ας ενώσει το δοξαστικό του μαζί μας!

    Ναι, όποιος έστω μια ψυχή

    δική του ονομάζει στον γύρο της γης!

    κι όποιος δεν το μπόρεσε, αυτός ας φύγει

    κλαίοντας απ” αυτόν τον σύνδεσμο!

    Χαρά πίνουν όλα τα όντα

    από το στήθος της φύσης

    Όλοι καλοί, όλοι κακοί

    το ρόδινο της μονοπάτι ακολουθούν

    Φιλιά μας έδωσε κι αμπέλια,

    ένα φίλο, πιστό μέχρι το θάνατο

    Ηδονή δόθηκε στο σκουληκάκι,

    και το χερουβείμ ίσταται ενώπιον του Θεού

    Χαρούμενοι, όπως οι ήλιοι του που πετούν

    στον ουράνιο μεγαλοπρεπή δρόμο,

    τρέξτε, αδέλφια, την πορεία σας

    χαρούμενοι, σαν ένας ήρωας προς τη νίκη

    Χαρά, όμορφε των θεών σπινθήρα

    κόρη των Ηλυσίων

    μεθυσμένοι από φωτιά ας μπούμε,

    ουράνια στο ιερό σου!

    Η μαγεία σου ενώνει πάλι,

    όσους η μοίρα έχει χωρίσει

    όλοι οι άνθρωποι αδέλφια γίνονται

    όπου το απαλό σου φτερό εγγίζει

    Αγκαλιαστείτε, εκατομμύρια

    σ” αυτό το φιλί όλου του κόσμου!

    Αδέλφια πάνω από την σκηνή των άστρων

    πρέπει ένας αγαπητός πατέρας να κατοικεί

    Γονατίστε, εκατομμύρια,

    νιώθεις τον κόσμο του δημιουργού

    Ψάξ” τον πέρα από το στερέωμα!

    Πάνω απ” τ” άστρα πρέπει να κατοικεί.

    Βιογραφικά του συνθέτη και του ποιητή:

    Ludwig van Beethoven: Εξέχων Γερμανός συνθέτης θεωρούμενος ευρύτατα μέγιστος μουσουργός. Γεννήθηκε στη Βόννη (1770-1827), συνέθεσε τριανταδύο σονάτες για πιάνο, δεκαεπτά κουαρτέτα, εννέα συμφωνίες, πέντε κονσέρτα για πιάνο και ένα για βιολί, ουβερτούρες, την όπερα Fidelio, την Missa solemnis (λειτουργία σε re), έργα βαθύτητας αισθημάτων και δύναμης έκφρασης αξεπέραστα και ασύγκριτα. Έζησε μια δύσκολη ζωή και προσβλήθηκε σχετικά νέος από κωφότητα. Η 9η του Συμφωνία, το χωροδιακό φινάλε της οποίας προέρχεται από ένα ποίημα του Friedrich Schiller «Ωδή στην Χαρά» μαζί με την Missa solemnis θεωρούνται τα αριστουργήματά του. Αυτή η «Ωδή στην χαρά» έχει επιλεγεί ως Ύμνος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Friedrich von Schiller: εξέχων γερμανός ποιητής, γεννήθηκε στο Marbach (Βυρτεμβέργη) [1759-1805], συγγραφέας ιστορικών θεατρικών δραμάτων (Οι ληστές, 1782, Δον Κάρλος 1787, Βαλενστάϊν 1796-1799, Μαρία Στιούαρτ 1801. Η Παρθένος της Ορλεάνης 1801. Η μνηστή της Μεσσήνης ή οι εχθροί αδελφοί 1803, Γουλιέλμος Τέλλος 1804) και της Ιστορίας του Πολέμου των τριάντα ετών (1791-1793) και λυρικών ποιημάτων (Ωδή στη χαρά 1785, Μπαλλάντες 1797). Τα δράματα του Σίλλερ εμφανίζονται ως ένας συνδυασμός μεταξύ της κλασικής τραγωδίας και του σαιξπηρικού δράματος.

    Έχουμε τώρα πια αντιληφθεί τι εννοούσε ο μεγάλος μαέστρος Μπετόβεν όταν είπε: «Η μουσική είναι ανώτερη αποκάλυψη από κάθε σοφία ή φιλοσοφία».

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ

    ΜΑΝΩΛΗΣ ΡΑΣΟΥΛΗΣ (1945-2011)

    13 Μαρτίου 2011 // 3.168 Comments »

    ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΕΛΛΗΝΑ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗ - ΠΟΛΙΤΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

    Posted in WIF

    «ΘΡΗΣΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Ή «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ;

    12 Μαρτίου 2011 // 5.412 Comments »

    (Θέσεις και Αντιθέσεις)

    Αλήθεια, είναι το πρόβλημα της θρησκείας ο ΄΄χρόνος΄΄; Είναι, άραγε, η σχέση κάθε θρησκείας με την εποχή της, την Ιστορία, την επικαιρότητα, καθοριστικός παράγοντας για την ικανότητα επιβίωσης του θρησκευτικού φαινομένου – συναισθήματος μέσα στον άνθρωπο; Είναι, μήπως, η θρησκεία κάτι το παραδοσιακό, αναχρονιστικό, προνεωτερικό, δεμένη, πάντα, με το παρελθόν, ενώ η κοινωνία, απ’ την άλλη πλευρά, νεωτερική, μοντέρνα, σύγχρονη, προσανατολισμένη σθεναρά προς το μέλλον; Να υποθέσουμε, επίσης, ότι όσο απέχουν παρελθόν και μέλλον, τόσο απέχει η θρησκεία από την κοινωνία; Και, μήπως, η απόσταση αυτή μεταβάλλεται σε χάσμα αγεφύρωτο, όταν η κοινωνία επιθυμεί τον εκσυγχρονισμό της, τον εκμοντερνισμό της, τον εξευρωπαϊσμό της, και η θρησκεία φαντάζει, τότε, ακόμη πιο αναχρονιστική και αρτηριοσκληρωτική στα δόγματα και στις αγκυλώσεις της;

    Θα ήταν χρήσιμο, μάλλον, να αναρωτηθούμε, σε πρώτη φάση, αν όλα αυτά τα ερωτήματα που θέσαμε αρχικά, δεν είναι παρά μια «μετάθεση» του προβλήματος στο ανώδυνο επίπεδο της «εκκλησιαστικής ευσέβειας», μιας έννοιας σύμφυτης, βέβαια, με τον «ορισμό» της θρησκείας, με μοναδικό σκοπό και στόχο, όμως, να παρακάμψουμε, τεχνηέντως, το «πραγματικά υπαρκτικό πρόβλημα» και να προσθέσουμε στη φαρέτρα μας, λίγους επιπλέον φανατισμούς και ψευδαισθήσεις, περιχαρακωμένοι στις εγκυστώσεις ενός υπερτροφικού και νοσηρού ΄΄εγώ΄΄, που μας αλλοτριώνει καθημερινά και ύπουλα και μας διχάζει, ως έθνος και κοινωνία.

    Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το «πραγματικά υπαρκτικό πρόβλημα», στο οποίο αναφερόμαστε και το οποίο θεωρούμε, έστω και λανθασμένα, ότι θα έπρεπε να αποτελεί την «αποκλειστική προτεραιότητά» μας; Είναι, στ’ αλήθεια, το δίλημμα: Αναχρονισμός ή εκσυγχρονισμός; Θρησκειοποίηση της κοινωνίας ή κοινωνικοποίηση της θρησκείας; Η κοινωνία μας να γίνει θρησκευτική ή η θρησκεία μας να γίνει κοινωνική; Αναζητώντας και ψηλαφώντας δειλά την απάντηση, θα μπορούσαμε να πούμε πως, σίγουρα, το «πραγματικά υπαρκτικό πρόβλημα» δεν είναι ένα επίσημο δόγμα, μια κυρίαρχη ιδεολογία, ένας θεσμός που εξελίσσεται σε καθολική νοοτροπία, αλλά, αντιθέτως, ένας ΄΄τρόπος΄΄ του βίου, αυτό που, με άλλα λόγια, θα αποκαλούσαμε προσωπική ελευθερία και ετερότητα του ανθρώπου. Και όταν μιλάμε για προσωπική ελευθερία και ετερότητα στον άνθρωπο, δεν μιλάμε, απλώς, για ΄΄επιβίωση΄΄, για να βολευτούμε, ακόμη πιο αναπαυτικά, στον καναπέ του σαλονιού μας, πίσω από φτηνά ψυχολογήματα και κούφια ιδεολογήματα! Μιλάμε για ΄΄ζωή΄΄! Μιλάμε για τον «καλόν μαργαρίτην», που πρέπει κανείς να μοχθήσει πολύ, για να φτάσει στην «εύρεσή» του! Μιλάμε για τη δυνατότητα κοινωνίας της εκκλησιαστικής ελπίδας! Μιλάμε για την τίμια αναζήτηση του πυρήνα της ευαγγελικής σωτηρίας! Δεν μιλάμε για ατομικές μεταφυσικές πεποιθήσεις! Δεν μιλάμε για ατομική ηθική! Δεν μιλάμε για θεσμική εξασφάλιση της ατομικής σωτηρίας! Μιλάμε για «διακινδύνευση»! Για τη διακινδύνευση της μετοχής στην Ευχαριστιακή Βασιλεία! Μιλάμε για αλλαγή του ΄΄τρόπου της υπάρξεως΄΄, ώστε η ύπαρξη να είναι, από μόνη της, κοινωνία, σχέση, έρωτας! Εν κατακλείδι, μιλάμε για ΄΄Ποιότητα΄΄! Και αυτή η ΄΄ποιότητα΄΄ δεν είναι ΄΄στάση΄΄ και ΄΄μέγεθος΄΄, αλλά ετοιμότητα απέναντι σ’ αυτή την «υπαρκτική διακινδύνευση» όλου μας του ΄΄είναι΄΄, απέναντι σ’ αυτή την «όντως ζωή»! Αυτή η «όντως ζωή», οπωσδήποτε, δεν διαχωρίζεται από τη Θεολογία και τη δοκιμασμένη γλώσσα της φιλοσοφικής αναζήτησης. Είναι, όμως, πέρα από «θρησκειοποιήσεις» της κοινωνίας και «κοινωνικοποιήσεις» της θρησκείας! Είναι πέρα από ατομοκεντρικούς ευσεβισμούς, γιατί η «όντως ζωή» είναι «θεία ζωή»! Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι να ζεις ως «χριστιανός» μέσα σε έναν κόσμο κυριαρχούμενο από τις δυνάμεις του σκότους και της αμαρτίας. Το πρόβλημα είναι να διακρίνεις τη «πραγματική ζωή» από τις ψευδεπίγραφες υποσχέσεις μιας «φαντασιωτικής ζωής». Οι αφορισμοί, οι διχασμοί και τα σχίσματα δεν διαχωρίζουν την Εκκλησία από την κοινωνία. Διαχωρίζουν τον άνθρωπο από την «οντολογική καταγωγή» του, από τις «απαρχές της συνείδησής» του, από το βαθύτερο «νόημα» της ύπαρξής του. Οι κοινωνίες δεν έχουν ανάγκη από έναν υποκριτικό μανδύα θρησκευτικότητας, που θα εξαντλείται σε εθνικιστικές καυχήσεις και προκαταλήψεις, αλλά από την «αποφατική» εκείνη γλώσσα που αρνείται να εξαντλήσει την «Αλήθεια» στη διατύπωσή της. Αυτή την «Αλήθεια» που αρνήθηκε να διατυπώσει, με κενά λόγια, και ο Ιησούς, μπροστά στον Πόντιο Πιλάτο …

    Καθώς στα χρόνια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου κλονίζεται η πίστη του ανθρώπου – και το ρήγμα όσο πάει και βαθαίνει στα χρόνια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Πολέμου – και, παράλληλα με την παράδοση, εμφανίζονται ανανεωτικά ρεύματα, το μεγάλο δίλημμα της Πίστης θα τυραννήσει ένα μεγάλο αριθμό διανοουμένων στη Γαλλία. Η τραγωδία του Πολέμου όσο και η αλματώδης πρόοδος της Επιστήμης, αλλά και η αμφισβήτηση των Ουμανιστικών αξιών, αναζωπύρωσαν την ψυχική αγωνία του ανθρώπου. Ο Γάλλος συγγραφέας Ζωρζ Μπερνανός έζησε από κοντά αυτή τη δραματική πνευματική κρίση που συγκλόνισε την Ευρώπη. Το 1905, στα δεκαεπτά του χρόνια, ο Μπερνανός, σε επιστολή του προς τον πνευματικό του, τον αββά Λεγκράνζ, δηλώνει πως μία ζωή που γνωρίζει τη δόξα, το ωραιότερο από τα εγκόσμια, είναι κενή και άγευστη, όταν ο άνθρωπος δεν δέχεται σ’ αυτήν παντοτινά και απόλυτα την παρουσία του Θεού: «Εδώ και καιρό, εξαιτίας της ασθενικής μου φύσης και των προβλημάτων που μου δημιούργησε, φοβάμαι το θάνατο και, για κακή μου τύχη, ή για καλή μου τύχη, όπως θα έλεγε ο φύλακας άγγελός μου, τον σκέφτομαι ασταμάτητα. Και την πιο μικρή αδιαθεσία να νιώσω, μου φαίνεται σαν το προανάκρουσμα της τελευταίας μου αρρώστιας που τόσο τη φοβάμαι. Σε τέτοιες περιπτώσεις, με καταλαμβάνει και μια ατέλειωτη μελαγχολία [ … ]. Όταν ήμουν ακόμα μικρό παιδί και σκεφτόμουν αυτού του είδους τα πράγματα, έλεγα ότι η ζωή ήταν μεγάλη και ότι γεμίζοντάς την με κάθε είδους περιπέτεια, δόξα, φήμη και δύναμη, μπορούσαμε να την κάνουμε τόσο ευτυχισμένη που θα άξιζε και λίγος πόνος στο τέλος. Ήταν παιδικά όνειρα, τώρα έχω αλλάξει γνώμη. Τη στιγμή της πρώτης μου Θείας Κοινωνίας στην Εκκλησία, κάποιο φως έλαμψε μέσα μου. Είπα τότε στον εαυτό μου ότι, δεν πρέπει να προσπαθούμε να κάνουμε ευτυχισμένη τη ζωή, αλλά το θάνατο. Εκείνο που θέλω να πω, είναι ότι η ζωή είναι κενή χωρίς την ευχαρίστηση που μας δίνει η ύπαρξη του Θεού μέσα της. Γι’ αυτό και μου φαίνεται ότι, για να είναι κάποιος ευτυχισμένος, πρέπει να ζει και να πεθαίνει για το Θεό, συμβάλλοντας, ο καθένας με τα μέσα του, στην Έλευση της Βασιλείας Του. Έτσι μόνο μου φαίνεται ότι θα μπορέσει κάποιος να μη φοβάται τον άθλιο θάνατο». Στα τριάντα τρία του χρόνια, το 1921, Ο Μπερνανός απαντάει σε ερωτήσεις που του θέτουν, πως η πιο σημαντική αρετή είναι η πίστη και η πιο ωραία στιγμή στη ζωή του, η πρώτη του βαθιά προσευχή. Στο σημαντικό θεατρικό του έργο, Διάλογοι Καρμελιτισσών, η Ηγουμένη λέει στην ηρωίδα: « – Κάθε προσευχή, ας είναι κι ενός μικρού βοσκού που φυλάει τα ζωντανά του, είναι η προσευχή ολόκληρης της ανθρωπότητας. Αυτή η απλότητα της ψυχής, είναι ένα χάρισμα της παιδικής ηλικίας που συχνά δεν της επιζεί. Όταν έχουμε βγει από τα παιδικά μας χρόνια, χρειάζεται να υποφέρεις πολύ καιρό για να επανέλθεις σ’ αυτά, όπως στην άκρη της νύχτας ξαναβρίσκουμε μιαν άλλη αυγή»

    Ελένη Β. Σεμερτζίδου

    Αρχειονόμος-Βιβλιοθηκονόμος

    Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    http://www.seeleni.blogspot.com/

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ

    Ο ΟΡΦΕΑΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΝΗΣΟΣ ΤΗΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ

    10 Μαρτίου 2011 // 3.640 Comments »

    εισηγητής Πασχάλης Α. Χριστοδούλου, δρ. χημικός μηχανικός

    Η Σαμοθράκη εθεωρείτο ιερό νησί για πολλούς αιώνες κατά την αρχαιότητα, λόγω των Καβειρίων Μυστηρίων που οργάνωναν οι Θράκες. Οι μεγάλοι τής κάθε εποχής θεωρούσαν τιμή τους να επισκεφθούν το νησί και να μυηθούν σε αυτά.

    Ο Ορφέας εμύησε τους Αργοναύτες στα μυστήρια της «ζαθέης» (ιερής) Σαμοθράκης, τα οποία χαρακτηρίζει «όργια φρικτά θεών άρρητα βροτοίσιν» (φρικτές ιεροτελεστίες των θεών, οι οποίες είναι απόρρητες στους ανθρώπους) [1] [2].

    Κατά τον Αχιλλέα Σαμοθράκη: «Ο Ορφεύς έλαβε μέρος εις την Αργοναυτικήν εκστρατείαν. Κατά τον πλουν τρομερά θύελλα εξεγερθείσα κατά τα θρακικά παράλια, παρ’ ολίγον να καταβυθίσει την Αργώ. Αλλά διά της επικλήσεως υπό του Ορφέως των θεών της Σαμοθράκης, η θύελλα εκόπασε και η Αργώ υπό τους μαγικούς ήχους της λύρας του γλιστρούσε στην ατάραχη θάλασσα» [3] σελ. 395.

    Ο μεγάλος μύστης αφιέρωσε τρεις ύμνους στους θεούς της Σαμοθράκης, ο ένας του Κορύβαντος, και δύο ύμνους των Κουρήτων. Παραθέτουμε τον ένα ύμνο των Κουρήτων, στον οποίο αναφέρεται δύο φορές η Σαμοθράκη, η ιερή γη, η κατοικία των Κουρήτων που είναι άνακτες της Σαμοθράκης.

    Στο ερώτημα, αν οι Κουρήτες είναι ταυτόσημοι με τους Καβείρους, ο ύμνος που παρατίθεται και τους ταυτίζει με τους Διόσκουρους, που θεωρούνται επίσης ότι είναι Κάβειροι, απαντά θετικά [3] σελ. 279 και [8].

    Οι Κουρήτες για τους ορφικούς ήσαν πνεύματα (προσωποποίηση ανέμων), ευεργετικοί για τους ανθρώπους, αλλά και ολέθριοι. Ο ύμνος είναι μία προσευχή προς αυτούς, ώστε να δείχνουν πάντα το καλό τους πρόσωπο στους θνητούς [4] σελ. 62.

    Σύμφωνα με τον Αχιλλέα Σαμοθράκη, το όνομα των Καβείρων «απαντάται κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα, έν τινι αποσπάσματι του Πινδάρου» [3] σελ. 277. Αυτό αποτελεί μία επιπλέον ένδειξη ότι οι Ορφικοί Ύμνοι έχουν συνταχθεί ενωρίτερα (βλέπε χρονολόγηση των ορφικών ύμνων) [5].

    Η Φύλις Λέμαν (Phyllis Lehman), Αμερικανίδα αρχαιολόγος (1912-2004), γνωστή κυρίως για το ανασκαφικό έργο της στη Σαμοθράκη μαζί με τον σύζυγό της Καρλ Λέμαν (†1960), διευθυντή των ανασκαφών στη Σαμοθράκη, ανακάλυψαν το 1950 το χαμένο δεξί χέρι της περίφημης Νίκης του Μουσείου του Λούβρου, καθώς και τα θραύσματα των δακτύλων του. Το δεξί χέρι με τα δάκτυλα τοποθετήθηκε σε ειδική βιτρίνα στο Λούβρο ως μόνιμο δάνειο από το Αρχαιολογικό Μουσείο της Σαμοθράκης [7].

    Από προσωπική μου πληροφορία, τη δεκαετία του 1950-60, είδα να εκτίθεται το χέρι της Νίκης και αργότερα το ανάγλυφο με παράσταση αρχαίου χορού που έστειλε το Μουσείο του Λούβρου αντί του χεριού στο Μουσείο της Σαμοθράκης.

    Ίσως αυτός ο χορός που παριστάνει το ανάγλυφο να είναι απόηχος του χορού των Κουρήτων που αναφέραμε πριν [7].

    Και οι Κρήτες Κουρήτες χόρευαν τον αρχαιότατο χορό. Ο αρχαίος κρητικός πυρρίχιος, τον οποίο εκτελούσαν ένοπλοι, με κινήσεις που θύμιζαν μάχη, είναι απόρροια του χορού των Κουρήτων. Έπειτα, οι κορυβαντιώντες Κρήτες/Κουρήτες, με τις εκατοντάδες αποικίες τους, μεταλαμπάδευσαν τη μουσική τους σε όλον τον κόσμο. Τέλος, η πυρρίχη χορευόταν και από τους, επίσης Δωριείς, Λάκωνες. Κατά την παράδοσή τους, τον χορό αυτό τον είχαν διδαχθεί από τους διδύμους, Κάστορα και Πολυδεύκη, στους οποίους δίδαξε το χορό η ίδια η θεά του πολέμου Παλλάς Αθηνά. Τα Σπαρτιατόπουλα ήσαν υποχρεωμένα να διδάσκονται το χορό αυτόν από την ηλικία των 5 ετών [4].

    Θυμίζει όμως και τους σύγχρονους δημοτικούς που χορεύονται κυκλικά με τους χορευτές πιασμένους χέρι-χέρι με έναν επικεφαλής να οδηγεί το χορό.

    Ο σύγχρονος με τον γρήγορο ρυθμό χορός της Σαμοθράκης «γιαρ-γιαρ» μπορεί να είναι επίσης απόηχος εκείνου του αρχαίου πυρρίχιου, του χορού των Κουρήτων που χόρευαν στα Καβείρια Μυστήρια.

    Κ ο υ ρ ή τ ω ν

    θυμίαμα λίβανον.

    Χαλκόκροτοι Κουρήτες, Αρήια τεύχε’ έχοντες,

    ουράνιοι χθόνιοί τε καί εινάλιοι, πολύολβοι,

    ζωιoγόνοι πνοιαί, κόσμου σωτήρες αγαυοί,

    οίτε Σαμοθράικην, ιερήν χθόνα, ναιετάοντες

    κινδύνους θνητών απερύκετε ποντοπλανήτων·

    υμείς και τελετήν πρώτοι μερόπεσσιν έθεσεθε,

    αθάνατοι Κουρήτες, Αρήια τεύχε’ έχοντες·

    νωμάτ’ Ωκεανόν, νομάθ’ άλα δένδρεά θ’ αύτως·

    ερχόμενοι γαίαν κοναβίζετε ποσσίν ελαφροίς,

    μαρμαίροντες όπλοις· πτήσσουσι δε θήρες άπαντες

    ορμώντων, θόρυβος δε βοή τ’ εις ουρανόν ίκει

    ειλιγμοίς τε ποδών κονίη νεφέλας αφικάνει

    ερχομένων· τότε δη ρα και άνθεα πάντα τέθηλε.

    δαίμονες αθάνατοι, τροφέες και αύτ’ ολετήρες,

    ηνίκ’ αν ορμαίνητε χολούμενοι ανθρώποισιν

    ολλύντες βίοτον και κτήματα ηδέ και αυτούς

    πιμπλάντες, στοναχεί δέ μέγας πόντος βαθυδίνης,

    δένδρη δ’ υψικάρην ‘ εκ ριζών ες χθόνα πίπτει,

    ηχώ δ’ ουρανία κελαδεί ροιζήμασι φύλλων.

    Κουρήτες Κορύβαντες, ανάκτορες ευδύνατοί τε

    εν Σαμοθράικηι άνακτες, ομού <δέ> Διόσκοροι αυτοί,

    πνοιαί αέναοι, ψυχοτρόφοι, αεροειδείς,

    οίτε και ουράνιοι δίδυμοι κλήιζεσθ’ εν Ολύμπωι,

    εύπνοοι, εύδιοι, σωτήριοι ηδέ προσηνείς,

    ωροτρόφοι, φερέκαρποι επιπνείοιτε άνακτες.

    Τ ω ν Κ ο υ ρ ή τ ω ν

    θυμίαμα με λίβανο.

    Χαλκοκυμβαλοκρούστες Κουρήτες, με τα Άρεια όπλα,

    ουράνιοι και γήινοι και θαλασσινοί, πανευτυχείς,

    ω ζωογόνες πνοές, του κόσμου μεγαλόπρεποι σωτήρες,

    εσείς που κατοικούντες την Σαμοθράκη, την ιερή γη,

    απομακρύνετε θαλασσοπλάνητων θνητών τους κινδύνους·

    εσείς πρώτοι θεσπίσατε για τους ανθρώπους την τελετουργία,

    αθάνατοι Κουρήτες, με τα Άρεια όπλα·

    εσείς κινείτε τον Ωκεανόν, κινείτε τη θάλασσα ως και τα δέντρα·

    σαν φτάνετε στη γη αντηχείτε με πόδια ανάλαφρα,

    απαστράπτοντες με τα όπλα· κρύβονται όλα τ’ αγρίμια

    καθώς ορμάτε, θόρυβος και βουή ανέρχεται στον ουρανό

    κι απ’ τα στριφογυρίσματα των ποδιών φτάνει στα νέφη η σκόνη

    ως έρχεσθε· τότε λοιπόν και τ’ άνθη όλα ανθίζουν.

    ω αθάνατες θεότητες, τροφείς συνάμα και εξολοθρευτές,

    κάθε που ορμάτε χολωμένοι στους ανθρώπους

    τον βίο και τα κτήματα αφανίζοντας κι αυτούς τους ίδιους

    καίγοντάς τους, στενάζει η βαθυστρόβιλη μεγάλη θάλασσα,

    τα δέντρα τα υψηλόκορφα απ’ τις ρίζες πέφτουνε στη γη,

    και η ουράνια ηχώ αντηχάει στους θρόους των φύλλων.

    Κουρήτες Κορύβαντες, άρχοντες και πανίσχυροι

    στη Σαμοθράκη βασιλιάδες, μαζί και Διόσκουροι οι ίδιοι,

    αέναες πνοές, ζωογόνες, αερόμορφες,

    που και ουράνιοι δίδυμοι ονομάζεστε στον Όλυμπο

    εύπνοοι, ήσυχοι, σωτήριοι και προσηνείς,

    εποχοτρόφοι, καρποφόροι ας επιπνέετε ω άνακτες.

    Αντί σχολίων στον Ύμνο, παραθέτουμε αποσπάσματα από το Λεξικό του Αχιλλέως Θ. Σαμοθράκη (1876-1944), λήμμα «Καβείρια μυστήρια» [3], [6].

    «… Οι Κάβειροι είναι ελληνικαί θεότητες, των οποίων η καταγωγή, η αληθής φύσις και αι διάφοροι μεταμορφώσεις παρέχουν εις τον ιστορικόν των αρχαίων θρησκευμάτων έν(α) των μάλλον σπουδαίων και δυσεπιλύτων προβλημάτων. Το όνομα αυτών κατά πρώτην φοράν απαντάται κατά τον 4ον π.Χ. αιώνα έν τινι αποσπάσματι του Πινδάρου. Και μέχρι μεν των χρόνων του Επαμεινώνδου συγχέονται μετά των πολυπληθών δαιμόνων, ως εκπροσωποποίησις των φυσικών δυνάμεων, από της εποχής όμως ταύτης μέχρι της πτώσεως του παγανισμού, λαμβάνουν ίσην θέσιν, αν όχι υπερτέραν προς τας μάλλον εξόχους προσωπικότητας του Ελληνικού Πανθέου…».

    Οι Κάβειροι δαίμονες της υλικής φύσεως

    «… Οι Κάβειροι ανήκουν εις την ιδίαν τάξιν των θεοτήτων, εις την οποίαν οι Κουρήτες και οι Κορύβαντες της Φρυγίας, οι Δάκτυλοι του όρους Ίδης και οι Τελχίνες της νήσου Ρόδου. Ήτοι, είναι θεότητες εκπροσωπούσαι κοσμικήν τινα δύναμιν.

    Η μάλλον ορθή της λέξεως ετυμολογία είναι εκ του ρήματος «καίειν». Άλλως τε και απ΄ ό,τι γνωρίζομεν περί της υπάρξεως αυτών απ΄αρχής της λατρείας και των τόπων οπόθεν έλαβον την καταγωγήν των, συνάδει υπέρ της ερμηνείας ταύτης. Ως πρώτην δε κοιτίδα της λατρείας αυτών, δέον να αναζητήσωμεν τα ορεινά της Τρωάδος μέρη και τας νήσους του Θρακικού Πελάγους, γειτνιαζούσας προς τα Φρυγικά παράλια, την Λήμνον, Ίμβρον και Σαμοθράκην…

    …Τους Αργοναύτας διερχομένους εκ Λήμνου, υπεδέχθησαν οι Κάβειροι ενθαρρύναντες αυτούς τα μέγιστα επί τον αγώνα.

    Ως πνεύματα δε του υπογείου πυρός, το οποίον ζωογονεί την βλάστησιν και ευδοκίμησιν της αμπέλου, θεωρούνται γενικώς ως πνεύματα της γονιμότητος…

    … Η λατρεία των Καβείρων εισήχθη εις την κυρίως Ελλάδα υπό των Πελασγών, ως μαρτυρεί ο Ηρόδοτος λέγων: «Τα Καβείρων όργια τα Σαμοθρήϊκες επιτελέουσι παραλαβόντες παρά Πελασγών» (11, 51). Ήτο δε διαδεδομένη καθ’ όλην την Ελλάδα, ιδία δε εν Βοιωτία, η οποία απέβη έν(α) των κυριωτέρων κέντρων αυτής, όπου διετηρήθη και επί περισσότερον χρόνον παρά εν τη λοιπή Ελλάδι. Η κυρίως όμως έδρα της λατρείας των Καβείρων, η διατηρήσασα μέχρι των Ελληνικών και Ρωμαϊκών χρόνων την αρχαίαν ακμήν και αίγλην ήτο η σειρά των νήσων από της Ευβοίας μέχρι του Ελλησπόντου. Τούτο αποτελεί την ισχυροτάτην απόδειξιν, ότι η Καβειρική λατρεία ήτο καθαρώς Πελασγική, και επομένως αυτόχθων, μη εισαχθείσα υπό των εν Θάσω Φοινίκων…».

    Οι Κάβειροι ως δαίμονες βοηθοί

    «… Ο Αισχύλος μας παριστά τους Καβείρους ως υπηρέτας του Διονύσου και του Ηφαίστου, περιποιηθέντας τους Αργοναύτας κατά την εκ της νήσου διάβασίν των. Κατά τινα δε άλλον μύθον, αναφερόμενον υπό του Διοδώρου Σικελιώτου προσωρμίσθησαν από σκοπού εις την νήσον Σαμοθράκην, διά να επικαλεσθούν την προστασίαν των Καβείρων και την θείαν αυτών συνδρομήν κατά το μακρινόν και επίμονον ταξείδιόν των.

    Προσεπάθησάν τινες να αποδείξουν ότι οι Κάβειροι της Λήμνου ήσαν διάφορoι την καταγωγήν από τους εν Σαμοθράκη. Αλλ’ η γειτονία των δύο νήσων ήκιστα πιθανήν καθιστά την γνώμην ταύτην.

    Οι Κάβειροι της Σαμοθράκης απέβησαν προστάται των ναυτιλλομένων και οι κατ’ εξοχήν θεοί εις τους κινδύνους των θαλασσοπόρων…

    …Τοιουτοτρόπως η λατρεία των Καβείρων επεβλήθη, ούτως ειπείν, εις την φαντασίαν των διαπλεόντων τας αγρίας εκείνας θαλάσσας, αναδείξασα αυτούς κατ’ εξοχήν σωτήρας θεούς και όχι μόνον τους Διοσκούρους επεσκίασαν, αλλά και αυτούς τους Μεγάλους Θεούς, των οποίων κατ’ αρχάς εθεωρούντο απλοί υπηρέται…».

    Εκείνο που ανέδειξε τη Σαμοθράκη και την έκανε πασίγνωστη στον αρχαίο κόσμο ήταν η μυστηριακή της θρησκεία, η οποία είχε τις ρίζες της στα προελληνικά φύλα που κατοικούσαν στο νησί. Η θρησκεία των Μεγάλων Θεών περιλάμβανε στο τελετουργικό της μυστήρια (Καβείρια Μυστήρια), στα οποία οι μυημένοι κατατάσσονταν σε δύο βαθμούς: στους μύστες και στους επόπτες. Κυρίαρχη μορφή ήταν η Μεγάλη Μητέρα, που ταυτιζόταν με τη Δήμητρα ή την Κυβέλη, και με την οποία συνδεόταν ένας ιθυφαλλικός θεός, πιθανόν σύζυγός της, που ταυτιζόταν με τον Ερμή. Την προελληνική αυτή ομάδα θεοτήτων συμπλήρωσε αργότερα μία δεύτερη που την έφεραν μαζί τους οι Έλληνες άποικοι του 7ου αιώνα π.Χ. Την αποτελούσαν ο Αξιόκερσος και η Αξιόκερσα, χθόνιες θεότητες, αντίστοιχες με τον Άδη και την Περσεφόνη. Η θεϊκή ομάδα συμπληρωνόταν από δύο νέους, τους Κάβειρους. Η θρησκεία αυτή ήταν πολύ δημοφιλής στην αρχαιότητα, αρχικά γιατί πρόσφερε προστασία από τους κινδύνους της θάλασσας στους ναυτικούς, και σε μεταγενέστερες περιόδους γιατί στους μυημένους δινόταν μία αίσθηση ηθικής ανύψωσης ή ανάτασης [8] σελ. 18.

    Η Σαμοθράκη θεωρείται ιερή και για τους χριστιανούς, γιατί εκεί αποβιβάστηκε ο Απόστολος Παύλος στο αποστολικό του ταξίδι απο τη Μικρά Ασία προς τη Μακεδονία (Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. ΙΣΤ΄, 9-12). Είναι το πρώτο έδαφος της Ευρώπης που πάτησε, ανταποκρινόμενος στο όραμα του Μακεδόνα που τον κάλεσε.

    Η τελετή μύησης στα μυστήρια της Σαμοθράκης ξεκινούσε από το Μαντείο του Διονύσου στη Ροδόπη και συνέχιζε με σύναξη στη Μαρώνεια. Από εκεί περνούσαν στο ιερό νησί.

    Δεν είναι τυχαίο που εδώ εμυήθησαν πολλές μεγάλες προσωπικότητες. Μεταξύ των μυηθέντων στα μυστήρια της Σαμοθράκης ήσαν, εκτός από τον Ορφέα, οι: Ηρακλής, Ιάσων, Κάστωρ και Πολυδεύκης, Θησεύς, Κάδμος, στρατηγοί των Τρωϊκών (Αγαμέμνων, Οδυσσεύς), Φίλιππος Β΄, Ολυμπιάς, Ηρόδοτος, Λύσανδρος, Αθηναίοι ναύαρχοι, Μακεδόνες βασιλείς, Πτολεμαίος, Βοκώνιος και άλλοι. Επίσης ο Μέγας Αλέξανδρος. Τους τοπικούς θεούς σεβάστηκε και ο Αιμίλιος Παύλος. Το νησί επισκέφθηκε επίσης και ο Αδριανός.

    Η λατρεία τους απέκτησε τη μεγίστη φήμη της, όχι στα αρχαία χρόνια όπως θα περίμενε κανείς, αλλά στα αλεξανδρινά και τα ρωμαϊκά. Συνέρρεαν για να τα παρακολουθήσουν σπουδαίες προσωπικότητες απ’ όλο τον κόσμο.

    Πρέπει να αναφέρουμε πως η μύηση στα Καβείρια ήταν προσιτή σε όλους ανεξαρτήτως εθνικότητος, φύλου, καθώς επίσης σε ελεύθερους και δούλους.

    Με σεβασμό σε αυτά αναφέρονται ο Αριστοφάνης και ο Πλάτων [4].

    Παραθέτουμε τον δεύτερο ορφικό ύμνο τον αφιερωμένο στους Κουρήτες, που, όπως αναφέραμε ήδη, ταυτίζονται με τους Κάβειρους. Ενώ ο πρώτος ύμνος αποτελείται από 25 στίχους, ο δεύτερος ύμνος αποτελείται από 7 μόνο στίχους. Υπάρχει επίσης ο ορφικός ύμνος του Κορύβαντος (10 στίχοι).

    Οι Κουρήτες και οι Κορύβαντες δοξάζονται σ’ αυτούς τους τρεις ύμνους ως μία οντότητα, εξαιτίας της βαθειάς συνάφειας που υπάρχει μεταξύ τους. Συνεπώς, η άνοδος αυτών των δύο τάξεων στον ουρανό σχηματίζει τον αστερισμό των Διδύμων [9].

    Ύ μ ν ο ς Κ ο υ ρ ή τ ω ν.

    Σκιρτηταί Κουρήτες, ενόπλια βήματα θέντες,

    ποσσίκροτοι, ρομβηταί, ορέστεροι, ευαστήρες,

    κρουσιλύραι, παράρυθμοι, επεμβάται, ίχνεσι κούφοι,

    οπλοφόροι, φύλακες, κοσμήτορες, αγλαόφημοι,

    μητρός ορειομανούς συνοπάονες, οργιοφάνται·

    έλθοιτ’ ευμενέοντες απ’ ευφήμοισι λόγοισι,

    βουκόλωι ευάντητοι αεί κεχαρηότι θυμώι.

    Ύ μ ν ο ς τ ω ν Κ ο υ ρ ή τ ω ν

    Ω χοροπηδηχτές Κουρήτες, που ρυθμοπερπατάτε ένοπλοι,

    ποδοκρούστες, σβουρόστροφοι, ορεινοί, βακχόκραυγοι,

    λυροκρούστες, έρρυθμοι, βαδιστές ελαφροπάτητοι,

    οπλοφόροι, φύλακες, οδηγητές, λαμπρόφημοι,

    σύντροφοι της ορειμανούς μητέρας, οργιοφάντες·

    προσέλθετε ευμενείς απ’ τα εγκωμιαστικά λόγια,

    προσηνείς προς τον ποιμένα πάντοτε με χαρούμενη διάθεση.

    Με μία σειρά από θαυμάσια επίθετα απλά, σύνθετα, πολυσύνθετα, μυστηριακά σε λάμψεις και αποχρώσεις επίθετα, που η πλαστικότητά τους συναγωνίζεται τη νοηματική τους φόρτιση [10], προσδιορίζονται στον δεύτερο ύμνο οι Κουρήτες: «Σκιρτηταί, ποδοκρούστες, ένοπλοι, ρομβηταί (δηλαδή περιστρεφόμενοι σαν ρόμβοι), ορεινοί, Βακχόκραυγοι, λυροκρούστες, έρρυθμοι, ίχνεσι κούφοι (ελαφροπάτητοι), οπλοφόροι, φύλακες, κοσμήτορες (οδηγητές), αγλαόφημοι, σύντροφοι της ορειμανούς μάνας, οργιοφάντες».

    Νομίζει κανείς ότι παρακολουθεί τον πολεμικό πυρρίχιο, αρειμάνιο χορό, υπό τον ήχο λύρας και αυλού νεαρών εφήβων κούρων, Κρητών ή Ποντίων ή Σαμοθρακιτών. Οι Κουρήτες είναι οι αέναες πνοές, οι άνεμοι που γεννιούνται και κατοικούν στη Σαμοθράκη, το νησί του Αιόλου. Μας το είπε σαφέστατα στον πρώτο ύμνο, όταν τους αποκάλεσε «ζωογόνες πνοές που κατοικούν στην ιερή γη της Σαμοθράκης… Κουρήτες, Κορύβαντες, άρχοντες και πανίσχυροι στη Σαμοθράκη βασιλιάδες, μαζί και Διόσκουροι οι ίδιοι αέναες πνοές, ζωογόνες, αερόμορφες, ουράνιοι δίδυμοι».

    Τίθεται το ερώτημα, ποια είναι η ορειμανής μητέρα που αναφέρει ο ύμνος, σύντροφοι της οποίας είναι οι Κουρήτες ή Δίδυμοι; Είναι μήπως η Λήδα, η αδελφή της ωραίας Ελένης, που ήταν κόρη του βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεω, και παιδιά της και του Διός (εξ ου και Διόσκουροι) ήταν οι Δίδυμοι Κάστωρ και Πολυδεύκης; Είναι γνωστό ότι τα δύο αδέλφια ακολούθησαν τους Αργοναύτες στην εκστρατεία τους για το χρυσόμαλλο δέρας και στην επιστροφή τους η Αργώ κινδύνεψε από τρικυμία. Ο Ορφέας έπαιξε την λύρα και παρακάλεσε για τη σωτηρία τους, οπότε δύο λαμπροί αστέρες φάνηκαν πάνω από τα κεφάλια του Κάστορα και του Πολυδεύκη, που ονομάζονται και Διόσκουροι, και η τρικυμία κόπασε. Από τότε οι Διόσκουροι θεωρούνται προστάτες των ναυτικών και οι Ρωμαίοι τοποθετούσαν ομοιώματά τους στην πλώρη των πλοίων τους. Τέτοιο ακρόπρωρο είχε το πλοίο που έφερε τον απόστολο Παύλο προς την Ιταλία, μετά το πολυτάραχο ταξίδι του που τελείωσε με το ναυάγιο στη Μάλτα. «Μετά δε τρεις μήνας ανήχθημεν εν πλοίω παρακεχειμακότι εν τη νήσω Αλεξανδρινώ παρασήμω Διοσκούροις» (Πραξ. κη΄ 11). Διόσκουροι ακόμη ονομάζονται και τα φώτα από ηλεκτρική εκκένωση που εμφανίζονται κατά τις τρικυμίες στις κορυφές των ιστών των πλοίων, τα «τελώνια» των ναυτικών μας. Παραστάσεις των Διοσκούρων ως προστατών της Ρώμης, έφεραν τα πρώτα αργυρά νομίσματα των ιταλικών πόλεων της Μεγάλης Ελλάδας [11].

    Μήπως η «ορειμανής μητέρα» του ύμνου είναι η Αφροδίτη ή η Ελένη ή μήπως η Άρτεμις ή η Μεγάλη Μητέρα (Δήμητρα ή Κυβέλη) ή η Αξιόκερσα (Περσεφόνη).

    Υπάρχουν, όμως, ορφικοί ύμνοι αφιερωμένοι επίσης στην Αρτέμιδα και στην Περσεφόνη [10]. Ας αφήσουμε το θέμα ανοικτό για περαιτέρω μελέτη και διερεύνηση.

    Στον τελευταίο στίχο του ύμνου των Κουρήτων αναφέρεται η λέξη βουκόλος (ποιμένας) για τον οποίο ζητείται να είναι προσηνείς με χαρούμενη διάθεση οι Κουρήτες. Πρόκειται για περιγραφή μιας υπαίθριας σκηνής, βουκολικής, ποιμενικής, πλήρους χάριτος και νοήματος.

    Ο αστερισμός των Διδύμων με τα δύο άστρα πρώτου μεγέθους, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, μεσουρανεί στον χειμερινό ουρανό, ενώ ο αστερισμός του Κύκνου, που μοιάζει με ένα τεράστιο σταυρό, μεσουρανεί στον θερινό ουρανό, πλέοντας στην λευκότητα του Γαλαξία. Δίπλα του ο αστερισμός της Λύρας του Ορφέα, με το λαμπρό γαλάζιο αστέρι πρώτου μεγέθους τον Βέγα. Ο αστερισμός του Κύκνου πήρε το όνομά του από τον μύθο της Λήδας και του Κύκνου (μεταμόρφωση του Δία) που αναφέραμε.

    Στον πρώτο ύμνο των Κουρήτων μας γοητεύει η περιγραφή: «στενάζει η βαθυστρόβιλη μεγάλη θάλασσα, τα δέντρα τα υψηλόκορφα απ’ τις ρίζες πέφτουνε στη γη, και η ουράνια ηχώ αντηχάει στους θρόους των φύλλων».

    Είναι αυτό ειδωλολατρεία; Όχι βέβαια. Είναι ποίηση· είναι φυσιολατρεία· είναι το αίσθημα του δέους, το γοητευτικό, ιερό και τρομερό συνάμα, που μας δίνει η μελέτη και παρατήρηση της φύσης. Αυτά έχουν και μία οικολογική παράμετρο προστασίας της φύσεως. Με την απομάκρυνση του ιερού απο τη φύση στη σύγχρονη εποχή, έλειψε το σέβας σ’ αυτήν και οδηγηθήκαμε στην εξαντλητική εκμετάλλευση που πληρώνεται και τιμωρείται.

    «Η ελληνική φύση είχε στον αρχαίο κόσμο πέρα από τη βιολογική της σημασία μία πνευματική διάσταση που την συνέδεε με την ενόραση και τον στοχασμό χιλιάδων ετών» [12].

    «Εις το Βατικανόν σώζεται μνημείον μαρμάρινον, σχετιζόμενον με τα μυστήρια της Σαμοθράκης. Το μνημείον τούτο είναι γεγλυμμένον κατά τας τρεις προσόψεις αυτού, παριστάνει δε επί της μιας πλευράς τον Αξιόκερσον ιθυφαλλικόν επί της άλλης την Αξιόκερσον εν πλήρει περιβολή και επί της τρίτης τον Κάσμιλον γυμνόν μεν, αλλ’ άνευ της προπετείας του Αξιοκέρσου. Αλλά το προσδίδον μεγαλυτέραν αξίαν εις το μαρμάρινον τούτο μνημείον, είναι το ότι επί της βάσεως εκάστης πλευράς απεικονίζονται εν σμικρώ αι Ελληνικαί θεότητες, αι οποίαι ανταποκρίνονται προς τας τρεις Καβειρικάς θεότητας. Ούτω κάτωθεν του Αξιοκέρσου απεικονίζεται ο Απόλλων – Ήλιος, κάτωθεν της Αξιοκέρσης η Αφροδίτη, και κάτωθεν του Κασμίλου ο Έρως. Κατά ταύτα τρανώτατα αποδεικνύεται ότι και τα τρία αγάλματα, τα οποία εποίησεν ο Σκόπας διά την Σαμοθράκην: του Φαέθοντος, της Αφροδίτης και του Πόθου, είναι μετάφρασις, ούτως ειπείν, των θεοτήτων των μυστηρίων τούτων» [3].

    Σχόλιο για τους αστερισμούς του Κύκνου και της Λύρας

    Με την ονομασία Κύκνος ο αστερισμός συναντάται για πρώτη φορά στον αρχαίο μαθηματικό και αστρονόμο Ερατοσθένη (276-194 π.Χ.), διευθυντή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Άλλοι αρχαίοι Έλληνες αστρονόμοι τον ονομάζουν Όρνι (πτηνό). Κατά άλλη εκδοχή θεωρείται ότι ο αστερισμός του Κύκνου είναι ο Ορφέας και γι’ αυτό η Λύρα ως αστερισμός, βρίσκεται κοντά του στον ουρανό.

    Τον 17ο αιώνα από τον ιατρο – αστρονόμο Ιούλιο Σίλερ έγινε ανεπιτυχής προσπάθεια να μετονομαστούν όλοι οι αστερισμοί, εγκαταλείποντας τα ονόματα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και να δοθούν νέα ονόματα που ως επί το πλείστον είχαν σχέση με την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, να γίνει δηλαδή χριστιανική μετονομασία των αστερισμών.

    Ο «Κύκνος» προτάθηκε να ονομαστεί «Ο Τίμιος Σταυρός της Αγίας Ελένης», η «Λύρα» να γίνει η «Φάτνη του Χριστού» και οι «Δίδυμοι» να γίνουν ο «Απόστολος Ιάκωβος».

    Τα 12 ζώδια ήταν οι 12 απόστολοι. Ο «Πήγασος» έγινε «Αρχάγγελος Γαβριήλ» και η «Αργώ», «Κιβωτός του Νώε».

    Το 1627 ο εν λόγω Ιούλιος Σίλερ, μετά από εργασία 20 ετών, εξέδωσε έναν άτλαντα με τον τίτλο «Coelum stellarum Christianum», δηλαδή «Ο Χριστιανικός Ουράνιος Θόλος». Για να επιβληθεί ο «Χριστιανικός ουρανός» ίσως χρειαζόταν επεμβάσεις άνωθεν, του πάπα για παράδειγμα. Κανένας όμως, ούτε πάπας ούτε αστρονόμος δεν θέλησε να αντικαταστήσει τις «εθνικές» αρχαίες φιγούρες των αστερισμών του ουρανού με χριστιανικές [13].

    Στο τεύχος 27 (2008) του «Φάρου της Αλεξανδρούπολης» τολμήσαμε μια σύγκριση Ορφέα – Χριστού. Είναι αξιοσημείωτη πάντως η αντιστοιχία από τις προτάσεις του Σίλερ.

    Λύρα του Ορφέα = Φάτνη Χριστού

    Κύκνος = Ορφέας = Σταυρός του Χριστού

    Θα ήθελα να τελειώσω μ’ ένα σχόλιο για το άγαλμα της Νίκης της Σαμοθράκης.

    Αυτή η εντυπωσιακή θεότητα, που εικονίζεται ως νεαρή φτερωτή γυναικεία μορφή, ήταν σταθερά στηριγμένη στην πλώρη ενός πλοίου, τμήμα μνημειακής κρήνης που δέσποζε σε κάποιο ψηλό σημείο πάνω από το θέατρο του ιερού των Μεγάλων Θεών στη Σαμοθράκη. Το μνημείο αποτελούσε πιθανόν ανάθημα των Ροδίων στο ιερό, μετά τη νικηφόρα ναυμαχία της Σίδης (191-190 π.Χ.), κατά την οποία η Ρόδος, που είχε συμμαχήσει με την Πέργαμο, κατατρόπωσε τον Αντίοχο Γ΄ τον Μέγα, βασιλιά της Συρίας. Αρχικά, είχε θεωρηθεί αφιέρωμα του Δημητρίου του Πολιορκητή, μετά τη νίκη του στην Κύπρο (306 π.Χ.). Η τεχνοτροπία, όμως, του γλυπτού οδηγεί περισσότερο προς την πρώτη πιθανότητα, που είναι μεταγενέστερη κατά έναν αιώνα περίπου.

    Αν κάτι έκανε το νησί διάσημο στα πέρατα της οικουμένης, είναι το άγαλμα της Νίκης της Σαμοθράκης. Ανακαλύφθηκε από τον Γάλλο πρόξενο στην Αδριανούπολη Σαμπουαζό το 1863.

    Μεταφέρθηκε στο Παρίσι και κοσμεί σήμερα το Μουσείο του Λούβρου, τοποθετημένο σε περίοπτη θέση.

    Αυτός ο πολιτισμός των μυστηρίων της Σαμοθράκης που παρήγαγε μεταξύ άλλων αυτό το αριστούργημα, τη Νίκη της Σαμοθράκης, δεν νομίζω ότι πρέπει να υποτιμάται ή ν’ απαξιώνεται. Μέγας μύστης των μυστηρίων της Σαμοθράκης και των διονυσιακών μυστηρίων είναι ο Ορφέας, ο οποίος τα ανεμόρφωσε ριζικώς διδάσκοντας την αποχή από φόνους και ανθρωποθυσίες, όπως μαρτυρούν οι μεγάλοι τραγικοί: π.χ. «μυστηρίων τε των απορρήτων φανάς έδειξεν Ορφεύς» (Ευριπίδου Ρήσος στ. 943). «Ορφεύς μεν γαρ τελετάς θ’ ημίν κατέδειξε φόνων τ’ απέχεσθαι» (Αριστοφάνη Βάτραχοι, στ. 1032). Σκοπός αυτών των μυστηρίων ήταν τόσον η θέωση του ανθρώπου, ο οποίος είναι μίγμα καλού (διονυσιακού) τε και κακού (τιτανικού) στοιχείου, όσον και η μύησή του στη γνώση του φυσικού κόσμου, ιδιαιτέρως των ουρανίων φαινομένων [14].


    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    1. Ορφέως Αργοναυτικά, 469, Ιωάννου Πασσιά, Τα Ορφικά, Αθήνα, εκδόσεις εγκυκλοπαιδείας «Ήλιος».

    2. Ορφέας, Ορφισμός, Ορφικοί Ύμνοι, Ι΄ μέρος, Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης, τεύχος 26, σ. 17-18 (2008).

    3. ΑΧΙΛΛΕΩΣ Θ. ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ, ιατρού, ΛΕΞΙΚΟΝ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΝ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ, έκδοσις Β΄, Αθήνα 1963, ειδική ηλεκτρονική έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ροδόπης – Έβρου, Εταιρεία Θρακικών Μελετών (2008), λήμμα Κάβειροι.

    4. ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΕΚΑΚΗ, Η Σαμοθράκη, η ιερά νήσος (2006), Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Ερωδιός», σ. 62.

    5. Ορφέας, Ορφισμός, Ορφικοί Ύμνοι, Θ΄ μέρος, Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης, τεύχος 25, σ. 26.

    6. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΜΠΟΤΟΝΑΚΗ, ΑΧΙΛΛΕΑΣ Θ. ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ (1876-1944), Πρόσωπα και Μορφές της Αλεξανδρούπολης, Πολιτιστικός και Ψυχαγωγικός Σύλλογος Αλεξανδρουπολιτών Αττικής, Αθήνα (2008).

    7. ΦΥΛΙΣ ΛΕΜΑΝ, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse, Britanica, Αθήνα (2007), Εκδοτικός Οίκος ΠΑΠΥΡΟΣ, επίσης λήμματα ΚΟΥΡΗΤΕΣ και ΚΑΒΕΙΡΟΙ.

    8. ΛΟΥΒΡΟ ΠΑΡΙΣΙ, Η ελληνική τέχνη στα μουσεία του κόσμου, τόμος 4, Βιβλιοθήκη Τέχνης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Αθήνα 2010, σελ. 18-19.

    9. HYMNS AND INITIATIONS, Translated by Thomas Taylor published in 1994, revised edition published 2003. A republication of the Mystical Hymns of Orpheus (1824). The Prometheus Trust, U.K. p. 94.

    10. Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΑΣ – Ε. ΛΑΔΙΑ, ΟΡΦΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ, Β΄ έκδοση, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα (1983).

    11. ΔΙΔΥΜΟΙ, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britanica, Αθήνα (2007). Εκδοτικός οίκος ΠΑΠΥΡΟΣ, επίσης λήμματα ΛΗΔΑ, ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ.

    12. ΝΙΚΗ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ, Αντιλήψεις του Αρχαίου Κόσμου περί Δάσους και Οικολογίας, ομιλία στην Ακαδημία Αθηνών, 14 Μαΐου, Καθημερινή, 16 Μαΐου 2010, σελ. 2.

    13. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΥΡΟΜΑΤΤΗ, Η ουρανογραφία των Αγίων, Εταιρεία Αστρονομίας και Διαστήματος, Βόλος (2005).

    14. ΜΑΡΩ Κ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ορφική Κοσμογονία: Αστρονομία και μυστηριακή λατρεία, Πρακτικά Συμποσίου, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης – Έβρου, Κομοτηνή 2009.

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    Η ΝΕΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΟΥ «ΜΕ ΜΙΑΣ ΜΙΛΕΔΗΣ ΤΗΝ ΜΑΤΙΑ»

    1 Μαρτίου 2011 // 4.386 Comments »

    Κάντε «κλικ» στον παρακάτω σύνδεσμο:

    http://www.ebooks4greeks.gr/forum/viewtopic.php?f=74&t=210

    Εισαγωγή

    του Γιάννη Φαρσάρη

    Ζώντας για χρόνια στον εικονικό κόσμο του παγκόσμιου ιστού και των κοινωνικών δικτύων, αναπόφευκτα μυείσαι στην έννοια της ανοικτής ψηφιακής κουλτούρας, που σου αλλάζει εντελώς την οπτική των πραγμάτων. Έχεις, όμως, πρωτίστως, την ευκαιρία να συναντήσεις ανθρώπους εμπνευσμένους και δημιουργικούς, πέρα από γεωγραφικά σύνορα.

    Γνώρισα την Ελένη Σεμερτζίδου μέσα από τα πρώτα έργα της, που γενναιόδωρα διέθεσε ελεύθερα σε ψηφιακή μορφή στο Διαδίκτυο. Πολυγραφότατη και δραστήρια, δεν σταματά να προσφέρει αφιλοκερδώς τα πνευματικά της δημιουργήματα: μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, ποιητικές συλλογές, μεταφράσεις, που συνθέτουν έναν συμπαγή κόσμο φαντασίας. Η Θεσσαλονικιά λογοτέχνης γρήγορα κέρδισε την αποδοχή και την εκτίμηση των ψηφιακών αναγνωστών.

    Στη νέα της ποιητική συλλογή “Με μιας Μιλέδης τη ματιά”, επιχειρεί με ρομαντισμό να συνθέσει μια άλλη ονειρική πραγματικότητα. Οι στίχοι των ποιημάτων της, άλλοτε μεταφέρουν στο σήμερα την καθαρότητα της δημοτικής μας παράδοσης κι άλλοτε, πάλι ξέχειλοι από λυρική διάθεση, μας ταξιδεύουν στο μαγικό κόσμο της δημιουργού, που έχει τη δύναμη να εικονοποιεί τα  έντονα βιώματά της. Η ποιητική συλλογή συμπυκνώνει μια ειλικρινή κατάθεση των συναισθημάτων της…

    Καλή σας ανάγνωση…

    Γιάννης Φαρσάρης

    www.openbook.gr

    http://www.ebooks4greeks.gr/forum/viewtopic.php?f=74&t=210

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ