• Archive for Ιανουαρίου 2nd, 2011

    Ο Βιβλιοσκώληκας

    2 Ιανουαρίου 2011 // 2.813 Comments »

    Μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα τα ματογυάλια ήταν πολυτέλεια: ήταν πανάκριβα και σχετικά λίγοι άνθρωποι τα είχαν ανάγκη, αφού τα βιβλία ήταν περιουσία ελάχιστων εκλεκτών. Μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας και της σχετικής εκλαΐκευσης των βιβλίων, η ζήτηση γυαλιών αυξήθηκε. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, οι γυρολόγοι που ταξίδευαν από πόλη σε πόλη πουλούσαν «φτηνά ματογυάλια από την ηπειρωτική Ευρώπη». Στο Στρασβούργο έγιναν γνωστοί οι κατασκευαστές γυαλιών και μονόκλ το 1466, μόλις έντεκα χρόνια μετά την έκδοση της πρώτης Βίβλου του Γκούτενμπερκ στη Νυρεμβέργη το 1478 και στη Φρανκφούρτη το 1540. Είναι πιθανό ότι τα συνεχώς αυξανόμενα και συνεχώς βελτιωμένα γυαλιά επέτρεπαν σε όλο και περισσότερους ανθρώπους να γίνουν καλύτεροι αναγνώστες και να αγοράζουν περισσότερα βιβλία, και ως εκ τούτου αυτός είναι ο λόγος που τα γυαλιά συνδέθηκαν με τον διανοούμενο, το βιβλιοθηκάριο, τον λόγιο.

    Από το 14ο αιώνα και εξής, προστέθηκαν γυαλιά σε πολυάριθμους ζωγραφικούς πίνακες για να υποδηλώσουν την εργατικότητα και τη σοφία ενός προσώπου. Σε πολλές απεικονίσεις της Κοίμησης της Θεοτόκου, πολλοί από τους γιατρούς και τους σοφούς που την περιέβαλαν στο νεκροκρέβατό της, κατέληξαν να φορούν γυαλιά διαφόρων ειδών. Στην ανώνυμη Κοίμηση του 11ου αιώνα, που τώρα φυλάσσεται στη μονή Νόιμπεργκ της Βιέννης, ένα ζευγάρι ματογυάλια προστέθηκαν πολλούς αιώνες αργότερα σε ένα γενειοφόρο σοφό που διαβάζει ένα βαρύ τόμο που του δείχνει ένας θλιμμένος νεαρός άντρας. Αυτό που υπονοείται είναι ότι ακόμα και οι σοφότεροι λόγιοι δεν κατέχουν αρκετή σοφία για να θεραπεύσουν τη Θεοτόκο και να αποτρέψουν το πεπρωμένο της.

    Στην Ελλάδα, στη Ρώμη και στο Βυζάντιο, ο λόγιος – ποιητής, ο doctus poeta, απεικονιζόμενος να κρατά μία πινακίδα ή έναν κύλινδρο, θεωρούνταν πρότυπο προς μίμηση, αλλά ο ρόλος του περιοριζόταν στους κοινούς θνητούς. Οι Θεοί ποτέ δεν ασχολούνταν με τη λογοτεχνία. Οι ελληνικές και λατινικές θεότητες ποτέ δεν απεικονίζονταν να κρατούν βιβλία. Ο Χριστιανισμός ήταν η πρώτη θρησκεία που τοποθέτησε βιβλίο στα χέρια του Θεού της, και από τα μέσα του 14ου αιώνα και εξής, το εμβληματικό χριστιανικό βιβλίο συνοδευόταν από μια άλλη εικόνα, τα ματογυάλια. Η τελειότητα του Χριστού και του Θεού Πατρός δεν δικαιολογούσαν το να απεικονιστούν ως μύωπες, αλλά οι Πατέρες της Εκκλησίας – ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης, ο Άγιος Αυγουστίνος – και οι αρχαίοι συγγραφείς που έγιναν δεκτοί στον καθολικό κανόνα – ο Κικέρωνας, ο Αριστοτέλης – ορισμένες φορές απεικονίζονταν να κουβαλούν έναν ογκώδη τόμο και να φορούν τα σοφά δίοπτρα της γνώσης.

    Είναι δύσκολο να διανοηθούμε όλους εκείνους τους αμέτρητους αιώνες πριν από την εφεύρεση των διόπτρων, αιώνες κατά τους οποίους οι αναγνώστες αλληθώριζαν για να διαβάσουν τη νεφελώδη εικόνα ενός κειμένου. Και είναι συγκινητικό να φανταστούμε την απίστευτη ανακούφιση των αναγνωστών, όταν επιτέλους απέκτησαν γυαλιά και μπορούσαν αίφνης να δουν, σχεδόν δίχως προσπάθεια, τη σελίδα ενός γραπτού. Το ένα έκτο όλης της ανθρωπότητας είναι μύωπες. Μεταξύ των αναγνωστών, η αναλογία είναι πολύ υψηλότερη, σχεδόν είκοσι τέσσερα τοις εκατό. Σε πολλούς ανθρώπους η κατάσταση χειροτερεύει συν τω χρόνω και εξαιρετικά πολλοί διάσημοι συγγραφείς έχουν τυφλωθεί στα γεράματά τους, από τον Όμηρο και τον Μίλτον ως τον Τζέιμς Τζόις και τον Χόρχε Λούις Μπόρχες. Ο Μπόρχες, που άρχισε να χάνει την όρασή του στα τριάντα του και διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Μποένος Άιρες το 1955, όταν πλέον δεν μπορούσε να δει, σχολίασε τα περίεργο ριζικό του αναγνώστη που χάνει την όρασή του αλλά μια μέρα τού προσφέρεται το βασίλειο των βιβλίων.

    Ο Ισπανός συγγραφέας Χόρχε Μανρίκε, σύγχρονος του Γκάιλερ, διαίρεσε την ανθρωπότητα σε «αυτούς που ζουν από τον ιδρώτα των χεριών τους και στους πλούσιους». Γρήγορα αυτή η διαίρεση κατέληξε να νοείται ως διάκριση «μεταξύ αυτών που ζουν από την δουλειά των χεριών τους» και του «βιβλιοσκώληκα», του διοπτροφόρου αναγνώστη. Είναι περίεργο το ότι τα γυαλιά δεν έχασαν ποτέ αυτή την απόκοσμη έννοια. Λόγου χάρη, όσοι επιθυμούν να φανούν σοφοί (ή τουλάχιστον μελετηροί) χρησιμοποιούν και στην εποχή μας αυτό το σύμβολο. Ένα ζευγάρι γυαλιά, είτε μυωπίας είτε όχι, υποσκάπτει τον αισθησιασμό του προσώπου και υπονοεί αντί αυτού διανοητικές ενασχολήσεις. Συζητώντας περί του νοήματος της ευτυχίας, ο Σενέκας αναγνώρισε ότι η μειοψηφία κατέχει τα πρωτεία της σοφίας και περιφρόνησε τη γνώμη της πλειοψηφίας. Ποιός είναι αυτός λοιπόν που προηγείται; Η εφεύρεση της μάζας, που ο Τόμας Χάρντι περιέγραψε ως «το πλήθος ανθρώπων … που συμπεριλαμβάνει μια κάποια μειονότητα ευαίσθητων ψυχών, οι οποίες είναι οι μόνες, μαζί με τις ιδιότητές τους, που αξίζουν να διατηρηθούν», ή η εφεύρεση του διοπτροφόρου βιβλιοσκώληκα, που θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τον υπόλοιπο κόσμο και τον οποίο ο κόσμος προσπερνά γελώντας σε βάρος του; Η χρονολογική σειρά είναι μηδαμινής σημασίας. Και τα δύο στερεότυπα είναι αποκυήματα της φαντασίας και εξίσου επικίνδυνα, διότι ενδύονται ένα προσωπείο ηθικής ή κοινωνικής κριτικής και χρησιμοποιούνται για να ακρωτηριάσουν μια τέχνη που, στην ουσία της, δεν είναι ούτε περιορισμένη ούτε περιοριστική. Η πραγματικότητα της ανάγνωσης έγκειται αλλού.

    Μια φωτογραφία που πάρθηκε το 1940, κατά το βομβαρδισμό του Λονδίνου στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δείχνει τα απομεινάρια μιας καταστραμμένης βιβλιοθήκης. Μέσα από την γκρεμισμένη οροφή μπορούμε να διακρίνουμε τα κτίρια που πλανιούνται σαν φαντάσματα απέξω. Στο κέντρο του δωματίου υπάρχει ένας σωρός δοκαριών και σακατεμένων επίπλων. Όμως τα ράφια στους τοίχους κρατάνε γερά και τα βιβλία που τα κοσμούν φαίνονται σώα. Τρεις άντρες στέκονται καταμεσής στα ερείπια: ο ένας, σαν να διστάζει ποιο βιβλίο να διαλέξει, μοιάζει να διαβάζει σιωπηλά τους τίτλους στις ράχες. Ένας άλλος, φορώντας γυαλιά, πάει να βγάλει έναν τόμο. Ο τρίτος διαβάζει, κρατώντας το βιβλίο ανοιχτό στα χέρια του. Δεν στρέφουν τις πλάτες τους στον πόλεμο ούτε αγνοούν την καταστροφή. Δεν προτιμούν τα βιβλία από την ζωή έξω. Προσπαθούν να αντισταθούν στις εμφανέστατες συνθήκες. Διεκδικούν το κοινό δικαίωμα να ρωτούν. Επιχειρούν να βρουν άλλη μια φορά – ανάμεσα στα ερείπια, μέσα στην έκπληκτη αποδοχή που ενίοτε προσφέρει η ανάγνωση – λίγη κατανόηση

    Ελένη Β. Σεμερτζίδου

    Αρχειονόμος – Βιβλιοθηκονόμος

    Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ