• Archive for Δεκεμβρίου, 2010

    ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ

    31 Δεκεμβρίου 2010 // 4.402 Comments »


    Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΦΡΟΝΗΣΗ

    Δύο κυρίως ρεύματα σκέψης έχουν εμβαθύνει στην κρίση της νεωτερικής εξατομίκευσης. Το πρώτο είναι ο υπαρξισμός, που προέρχεται από την κυρίαρχη κεντρική (ατομοκεντρική) παράδοση της νεωτερικότητας. Το δεύτερο είναι η προσωποκεντρική σκέψη, που προέρχεται από την Ορθόδοξη περιφέρειά της (Ρωσία-Ελλάδα). Στόχος του πρώτου ήταν η ανάσχεση του μηδενισμού και η διάσωση του ατόμου, μέσω της ανάδειξης του τραγικού χαρακτήρα του. Για το προσωποκεντρικό ρεύμα, αντίθετα, ο μηδενισμός είναι οργανική συνέπεια του δυτικού ατομοκεντρισμού. Είναι αδύνατη η εξουδετέρωσή του χωρίς υπέρβαση του ατομοκεντρισμού, χωρίς οντολογική αναθεμελίωση. Η πρότασή του ήταν η μετάβαση από το Άτομο στο Πρόσωπο. Η προσωποκεντρική σκέψη ΄΄νομιμοποιήθηκε΄΄, ως συνομιλητής, χάρη στον Ντοστογιέφσκι. «Απ’ αυτόν (τον Ντοστογιέφσκι) θα μπορούσα να διδαχθώ», γράφει ο Νίτσε. Ο Καμύ, προλογίζοντας τη μεταφορά των ΄΄Δαιμονισμένων΄΄ του Ντοστογιέφσκι στο θέατρο, έγραφε: «Για πολύ καιρό θεωρήθηκε ο Μάρξ ως προφήτης του 20ου αιώνα. Σήμερα ξέρουμε πως ό,τι προφήτεψε έχει αφεθεί να περιμένει. Και ξέρουμε καλά ότι ο Ντοστογιέφσκι ήταν ο πραγματικός προφήτης … Για μένα είναι πριν απ’ όλα ο συγγραφέας, που πολύ πριν από τον Νίτσε, γνώρισε τον σύγχρονό του μηδενισμό, διασαφήνισε και προείδε τις τερατώδεις και παράφρονες συνέπειές του και ο οποίος ζήτησε να ορίζει το μήνυμα της σωτηρίας». Η αντιπαράθεση του Προσώπου στο Άτομο επανερμηνεύει την ελληνική πατερική θεολογία. Το επιχείρημα ήταν περίπου το εξής: Αν στη θέση του Ατόμου είχαμε το Πρόσωπο (το υποκείμενο που αγκαλιάζει αγαπητικά τον κόσμο) δεν θα φθάναμε στον νιχιλισμό (στον ηθικο-πολιτικό μηδενισμό). Αν το εγωιστικό άτομο είναι το υποκείμενο της ατομικιστικής κοινωνίας και το αλτρουιστικό άτομο το υποκείμενο της κολλεκτιβιστικής, το Πρόσωπο είναι το υποκείμενο ενός άλλου τρόπου κοινωνίας, του κοινοτισμού, ο οποίος υπερβαίνει την πόλωση ατομικισμού-κολλεκτιβισμού. Αν το Βυζάντιο ήταν ένας προσωποκεντρικός πολιτισμός, εξ αιτίας της κοινωνικής οντολογίας του (που δεν ήταν ούτε ατομοκεντρική ούτε κολλεκτιβιστική, αλλά προσωποκεντρική), τότε το Πρόσωπο δεν είναι απραγματοποίητο ιδανικό. Ενσάρκωση του Προσώπου είναι στο Βυζάντιο ο Άγιος.

    Η κρίση του νεωτερικού ανθρώπου, ο μηδενισμός, έχει αποκρυσταλλωθεί σε μια νέα πιο δυσκαταγώνιστη μορφή. Ο μηδενιστής δεν είναι πια το γραφικό νετσαγιεφικό θηρίο, που βλέπουμε στους ΄΄Δαιμονισμένους΄΄ του Ντοστογιέφσκι. Είναι ο ΄΄πολύ-πολύ-ανθρώπινος΄΄ και άκακος σαν το πρόβατο, μικροαστός. Ο μηδενιστής σήμερα ενσαρκώνεται στο αρμονικότερο ανθρωπολογικό ζευγάρι που έχει να επιδείξει η ιστορία: τον καταναλωτή και τον κυρίαρχο. Το αυθυπερβατικό δυναμικό του ανθρώπου μηδενίζεται, μέσω της μετάλλαξής του σε ακόρεστη καταναλωτική και εξουσιαστική δίψα. Η ανθρώπινη ζωή συνίσταται σε μια διαρκή διαδικασία επιλογής και λήψης αποφάσεων. Όλες οι ηθικές φιλοσοφίες που είχαν διατυπωθεί μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα επιδίωκαν να βοηθήσουν τον άνθρωπο να λάβει αυτές τις αποφάσεις, να οριοθετήσουν τον τρόπο επιλογής. Καθόριζαν τους σκοπούς, προσδιόριζαν τα κριτήρια, έθεταν τις ηθικές αξίες. Ο υπαρξισμός ήρθε να ανατρέψει αυτές τις πεποιθήσεις και να αντιτάξει την έννοια της ριζικής ελευθερίας. Καθώς για τον γαλλικό υπαρξισμό δεν υπάρχει Θεός που να συλλάβει εκ των προτέρων μια ανθρώπινη υπόσταση και να την υλοποιήσει, ο άνθρωπος ξεπετάγεται τυχαία μέσα σ’ έναν προϋπάρχοντα κόσμο και δημιουργεί τον εαυτό του μέσα από τις πράξεις του. Αυτό που είμαστε κάθε στιγμή είναι μόνο ελευθερία. Δεν υπάρχει σταθερή και a priori ανθρώπινη ουσία. Για τον υπαρξισμό, η ουσία είναι «όλα όσα η ανθρώπινη πραγματικότητα κατανοεί για τον εαυτό της σαν χαρακτηριστικά που έχουν υπάρξει». Με αυτόν τον τρόπο, η έννοια της ελευθερίας τοποθετείται στην βάση της άμεσης δράσης και συνδέεται με το συναίσθημα της αγωνίας που αισθάνεται ένας άνθρωπος ερχόμενος αντιμέτωπος με μια δεδομένη κατάσταση. Σύμφωνα με τον Κίρκεγκωρ: «Η αγωνία είναι η πραγματικότητα της ελευθερίας». Και ο Σάρτρ θα προσθέσει: «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Καταδικασμένος, γιατί δεν δημιούργησε, δεν έπλασε μόνος του τον εαυτό του, κι ωστόσο ταυτόχρονα ελεύθερος, γιατί απ’ τη στιγμή που πετάχτηκε στον κόσμο, είναι υπεύθυνος για ό,τι κάνει». Στους ιδεολόγους της ελευθερίας έρχεται να προστεθεί και ο Νίκος Καζαντζάκης, μέσα από τα λόγια του: «Και ποια είναι η πιο αψηλή εντολή; Ν’ αρνηθείς όλες τις παρηγοριές-θεούς, πατρίδες, ηθικές, αλήθειες – ν’ απομείνεις μόνος και ν’ αρχίσεις να πλάθεις εσύ, με μονάχα τη δύναμή σου, έναν κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά σου … Ποια ‘ναι η πιο αντρίκια χαρά; Ν’ αναλαβαίνεις την πάσα ευθύνη». Η κατάρρευση των μεταφυσικών και θεολογικών βάσεων και θέσφατων της παραδοσιακής ηθικής, με την εμφάνιση του θετικισμού του 19ου αιώνα, είχε σαν αποτέλεσμα μια διάχυτη αίσθηση έλλειψης σκοπού και νοήματος. Η επικράτηση της επίγνωσης έλλειψης νοήματος σήμαινε τον θρίαμβο του μηδενισμού: «Ο Θεός είναι νεκρός», θα αναφωνήσει ο Νίτσε, περιγράφοντας τον υποβιβασμό των υψηλών αξιών, τις οποίες είχε θέσει με αξιωματικό τρόπο το ασκητικό ιδεώδες. Ολόκληρο το νιτσεϊκό έργο είναι μια κραυγή μέσα στη βαθιά νύχτα των ανθρώπων. Ο ίδιος παρατηρούσε πως για να σε ακούσει κάποιος πρέπει να του σπάσεις τα αυτιά. Γι’ αυτό άλλωστε και πολλές φορές βρίσκουμε στα έργα του έκδηλη την περιφρόνηση για πρόσωπα και πράγματα. Δεν είναι κακία ή μικρότητα, αλλά μια φωνή που ήθελε σφοδρά να ακουστεί στα αυτιά και τις συνειδήσεις όλων. Δεν πρόφτασε να χτίσει εκείνη τη γέφυρα που πάντα επιθυμούσε, από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο. Οι προσδοκίες του όμως από το ανθρώπινο είδος δεν σταμάτησαν ποτέ να είναι μεγάλες. Όταν ρωτήθηκε για το τι είναι αυτό που αγαπάει στους άλλους, απάντησε: «Τις ελπίδες μου». Η ηθική αντιπρόταση του Νίτσε, όταν δεν βυθίζεται στη σκληρή ρητορική κριτική της χριστιανικής ηθικής, εξαγγέλλεται με τη διονυσιακή κραυγή «Θάνατος στον Θεό» και την επιστροφή σε μια νέα εποχή αθωότητας.

    Ποιός είναι, όμως, αυτός ο κόσμος της ΄΄αθωότητας΄΄ που οραματίστηκε ο Νίτσε, στρέφοντας το βλέμμα μας στο σήμερα; Μήπως είναι ο επιστημονικο-τεχνολογικός λόγος της ψηφιακής τεχνολογίας; Μήπως ο θρίαμβος της τεχνιτής νοημοσύνης ή, για την ακρίβεια, της υπερνοημοσύνης; Μήπως τελικά το αίτημα της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό αναποδογυρίζεται και ο άνθρωπος αναλαμβάνει να σώσει τον Θεό δημιουργώντας τον σ’ ένα καινούριο ουρανό; Μήπως οι βασιλικοί άντρες του Πλάτωνα και ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε, λειτουργώντας ως δύο κλασικά και πασίγνωστα αρχέτυπα για τον επόμενο άνθρωπο – τον ανώτερο Άλλο – έρχονται μέσα από τις ομίχλες ενός φοβερού μέλλοντος σαν υπόσχεση μαζί και Ερινύα; Μήπως, σπάζοντας σαν τον Προμηθέα τα δεσμά της ανάγκης, της γενετικής κληρονομικότητας, του DNA, ο άνθρωπος στέκεται σαστισμένος στον βράχο του Καυκάσου, μην ξέροντας τι να κάνει τη νέα απίστευτη ελευθερία του μπροστά στα θανάσιμα ερωτήματα που γεννιούνται; Εν κατακλείδι, η ηθική οπή που αφήνει το υπαρξιστικό σύστημα δεν μπορεί να καλυφθεί δίχως να έρθει σε σύγκρουση με τις πρώτες αρχές του ίδιου του συστήματος. Διότι οποιοδήποτε ΄΄πρέπει΄΄ επιχειρήσει να μας οδηγήσει σε οποιουδήποτε είδους ατομικές ή συλλογικές δεσμεύσεις ροκανίζει τα ίδια τα θεμέλια αυτού του συστήματος. Επομένως, η έννοια της ριζικής ελευθερίας μπορεί να έχει πραγματικό νόημα μόνο αν τεθεί υπό όρους κοινωνικής απομόνωσης. Η διεκδίκηση της «αυτονομίας» και της «ελευθερίας» του ανθρώπου ανεξάρτητα από τον Θεάνθρωπο Χριστό και συχνά η αναζήτηση της «ελευθερίας» στο «Μηδέν» καταντά να είναι πλέον ελευθερία από τον άνθρωπο και όχι για τον άνθρωπο, εκφυλισμός δηλαδή, ανθρωποκτονία και αυτοκτονία του ανθρώπου. Μολονότι μέσα στην ιστορική εξέλιξη των χριστιανικών Εκκλησιών, ο φόβος του Θεού της Βίβλου επανήλθε και σκίασε την εικόνα του Θεού της αγάπης, ο διαπρεπής θεολόγος, φιλόσοφος και ιερέας της Καθολικής Εκκλησίας, Kung, γράφει κατά λέξη: «Όχι, με τον Ιησού Χριστό δεν μου φανερώθηκε ένας βλοσυρός Θεός της αυθαιρεσίας και του νόμου, όπως ακόμη μπορεί κάποιος να τον βρει στην Παλαιά Διαθήκη, άλλά ένας Θεός που ως αγάπη με συναντά και με σώζει. Ένας Θεός που διαμέσου του Ιησού έχει συμμαχήσει μαζί μου, και ο οποίος δεν αξιώνει αγάπη, αλλά την δωρίζει». Ο ισχυρισμός του υπαρξισμού ότι οι θρησκείες δεν έχουν καμιά επαφή με την πραγματικότητα και ότι η ριζική ελευθερία του ανθρώπου μπορεί να θεμελιωθεί στα πλαίσια του πρακτικού βίου, χωρίς την έννοια του Θεού, δεν ευσταθεί όταν ακριβώς η πραγματικότητα είναι εκείνη που επιβεβαιώνει τη σταθερή πίστη σ’ όλες τις χώρες και σ’ όλες τις εποχές, καθώς επίσης και την ρήση του Βολταίρου ότι η ελευθερία του ανθρώπου τελειώνει εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του άλλου …

    Ελένη Β. Σεμερτζίδου

    Αρχειονόμος-Βιβλιοθηκονόμος

    Διδάκτωρ του Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ

    Τελειώνοντας κάτω από το μακιγιάζ …

    29 Δεκεμβρίου 2010 // 4.868 Comments »

    «Ηθοποιός σημαίνει φως».

    Ποια να ‘ναι, στ’ αλήθεια, η μεγαλύτερη τιμωρία του ηθοποιού;

    Το ό,τι είναι φως; Το ό,τι είναι καημός πολύ πικρός και στεναγμός, που άλλοτε γίνεται πολύ μικρός και άλλοτε πολύ βαθύς;

    «Παρηγοριά στη λυγαριά, υπομονή! Αχ πώς πονεί!»,

    θα πει ο σπουδαίος δημιουργός μας, Μάνος Χατζιδάκις, με την αξέχαστη φωνή του Δημήτρη Χορν.

    Πράγματι, πόσο άραγε να πονεί ο ηθοποιός που βρίσκεται παντού, όπως το φως, αλλά η ζωή τον παρασύρει και τον πάει εκεί όπου αυτή θέλει;

    Ένας ηθοποιός δεν μπορεί να συγχωρήσει τίποτα, όταν, καθημερινά, αρνείται τον εαυτό του, μέσα από τους πάμπολλους ρόλους που γεννώνται και πεθαίνουν μαζί του …

    «Σαν καλαμιά θα σ’ αρνηθώ, θα σκεπαστώ, θα τυλιχτώ  μ” άσπρο πανί κι ένα πουλί,

    άσπρο πουλί που θα καλεί τ” άλλο πουλί, το μαύρο πουλί».

    Έτσι, ο ηθοποιός θα συναντήσει ένα άλλον ήρωα, ένα άλλο πουλί, τον ταξιδιώτη. Τον ταξιδιώτη του χρόνου, τον ταξιδιώτη της ψυχής, που κουβαλώντας τον στην πλάτη του, θα διασχίσουν μαζί τον χρόνο και τον χώρο όπου γεννήθηκαν …

    «Όλο γυρνάς, πες μου πού πας;

    Σ” αναζητώ στο χώρο αυτό, γιατί είμ’ εγώ πολύ μικρός και θλιβερός ηθοποιός.

    Θα παίξεις μια, θα παίξω δυο. Θα κλάψεις μια, θα κλάψω δυο».

    Το κορμί θα βασιλεύσει τελικά! Θα θριαμβεύσει με το μίσος και τα πάθη μιας ολόκληρης ζωής. Τα πάθη του κορμιού θα οδηγήσουν τον χορό, θα εξηγήσουν τα πάντα. Αχαλίνωτα κορμιά, τρελά κορμιά και η τραγωδία να ξετυλίγεται, έχοντας την σφραγίδα της παραφροσύνης. Όλο το πεπρωμένο, αβίαστα, θα εκφραστεί μέσα από την τρέλα, για να σιωπήσει και πάλι

    «Κι ύστερα λες για δυο τρελές που μ” αγαπούν γιατί σιωπούν, γιατί σιωπούν…»

    Ο ηθοποιός, όμως, θα συνεχίσει την πορεία του προς μια άγνωστη ελπίδα. Θα πάρει μέρος σ’ αυτό το παράλογο παιχνίδι, τόσων πεπρωμένων που του ανήκουν και, ωστόσο, δεν του ανήκουν. Θα καταφέρει, τελικά, να γοητεύσει και να προσελκύσει μια φωτεινή ψυχή. Θα κατέβει από την σκηνή, μετά από δυο ώρες περίπου εφήμερης δόξας, και θα γευματίσει στην πόλη.

    Ίσως αυτό και να σημαίνει πως η ζωή είναι ένα όνειρο … Που καρτερεί κάτι να δει …

    «Ηθοποιός, είτε μωρός, είτε σοφός είμαι κι εγώ,

    καθώς κι εσύ είσαι παιδί, που καρτερεί κάτι να δει.

    Πιες το κρασί, στάλα χρυσή απ” τη ψυχή, ως την ψυχή».

    Ελένη Σεμερτζίδου

    Διδάκτωρ του Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΠΟΧΗ

    28 Δεκεμβρίου 2010 // No Comments »

    Είναι ολοφάνερο ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένας συγγραφικός οργασμός στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας. Το φαινόμενο είναι κατ’ αρχήν ελπιδοφόρο, δημιουργεί όμως και ανησυχίες που οφείλονται στη διαπίστωση ότι αρκετοί συγγραφείς παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων – κυρίως νέοι, – ή δεν έχουν το ταλέντο ή δε διαθέτουν την απαιτούμενη λογοτεχνική υποδομή. Το παιδικό βιβλίο μελετάται σήμερα από επιστήμονες διαφορετικών κλάδων και ειδικοτήτων. Παιδαγωγοί, ψυχολόγοι, λαογράφοι, κοινωνιολόγοι, ιστορικοί της τέχνης και βιβλιοθηκονόμοι ασχολούνται ο καθένας από τη σκοπιά του. Έχει κατανοηθεί πλέον ότι η Παιδική Λογοτεχνία ασκεί πολλαπλή επίδραση στην παιδική και νεανική ηλικία. Ενώ συμβαίνει αυτό, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι συμβαίνει το ίδιο και για τις εργασίες που ασχολούνται με την έρευνα και τη μελέτη, που αναφέρονται σε αυτά. Η προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε το όλο ζήτημα επί πολλά χρόνια, ήταν ένας ανασταλτικός παράγοντας στο να αποκτήσει η παιδική λογοτεχνία μια αυτόνομη ακαδημαϊκή υπόσταση. Ένεκα των παραπάνω αδυναμιών, την τελευταία δεκαπενταετία πληθύνονται οι προσπάθειες για να δοθεί στο παιδί το κατάλληλο παιδικό βιβλίο το οποίο θα βοηθήσει στην πνευματική του καλλιέργεια. Αυτό έχει συνειδητοποιηθεί από πολλούς μελετητές και γι’ αυτό το παιδικό βιβλίο έχει γίνει αντικείμενο μελέτης της Παιδικής Λογοτεχνίας. Αυτό φαίνεται ακόμη με την ίδρυση ερευνητικών κέντρων, παιδικών βιβλιοθηκών, έκδοση περιοδικών με αντικείμενο την παιδική λογοτεχνία και την ίδρυση εκδοτικών οίκων με κύριο αντικείμενο το παιδικό βιβλίο. Όλοι πλέον δέχονται ότι το παιδικό βιβλίο φέρνει το παιδί σε επαφή με την ιστορική πορεία του ανθρώπου, με τα προβλήματα της εποχής και ότι θα βοηθήσει το παιδί να ζήσει αρμονικά σε έναν κόσμο αντιφατικό και αλληλοεξαρτώμενο. Έχοντας μπροστά του αυτή την πραγματικότητα, ο δάσκαλος πρέπει να συνδέσει το παιδί με το βιβλίο. Οφείλει να συνδέσει δημιουργικά και παραγωγικά το παιδί με το βιβλίο. Επιπλέον, πρέπει να αντιληφθούν οι γονείς, τα Μέσα Ενημέρωσης, η Εκκλησία, η οικογένεια ότι μπορούν να βοηθήσουν τα μέγιστα στη διάπλαση μιας ισορροπημένης προσωπικότητας. Πολύτιμος συμπαραστάτης και αρωγός στους παραπάνω φορείς αγωγής, μπορεί να σταθεί η βιβλιοθήκη, με τον κοινωνικό και πολιτιστικό ρόλο της δανειστικής βιβλιοθήκης και των φορέων της.

    Τι είναι, όμως, παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο; Είναι πολλοί άνθρωποι στην εποχή μας και στη χώρα μας που δεν έχουν ξεκαθαρίσει τι είναι και τι δεν είναι Παιδικό Λογοτεχνικό Βιβλίο. Κάποιοι πιστεύουν πως Παιδικό Βιβλίο είναι το σχολικό βιβλίο. Μια άλλη κατηγορία θεωρούν Παιδικό Βιβλίο τα περιοδικά που κρέμονται στα περίπτερα. Μια τρίτη κατηγορία θεωρεί ότι Παιδικό Λογοτεχνικό Βιβλίο είναι τα βιβλία των κλασικών συγγραφέων, π.χ. Π. Δέλτα, Ουγκώ, Βερν. Κατά τον Αντ. Δελώνη: «Παιδικό Λογοτεχνικό Βιβλίο είναι ένα άρτιο έργο, το οποίο έχει σωστή γλώσσα, που καλυτερεύει το γλωσσικό αισθητήριο του αναγνώστη, έχει ένα ύφος, δηλαδή αναγνωρίζεται από τον τρόπο που ο συγγραφέας εκφράζει τις ιδέες του, προβάλλει τις ανθρωπιστικές αξίες και παράλληλα δίνει πρότυπα υγιούς συμπεριφοράς. Ωθεί τα παιδιά και τους νέους σε υγιή κοινωνική συμπεριφορά, δηλαδή έχει ήθος, προβάλλει σημαντικά ιδανικά για τον άνθρωπο και ωθεί τους ανήλικους αναγνώστες – μέσω της δράσης των ηρώων – να τα υλοποιήσουν, συμφιλιώνει το παιδί και το νέο με το ωραίο, δηλαδή συντείνει στην αισθητική τους καλλιέργεια και, φυσικά γίνεται πηγή ευχαρίστησης, χαράς, ευφορίας, δηλαδή επιτυγχάνει αβίαστα την ψυχαγωγία»

    Ο Ξενόπουλος – ένας από τους πρωτεργάτες της Παιδικής Λογοτεχνίας – θα γράψει: «Η ΄΄Αδελφούλα μου΄΄ δεν είναι παιδαγωγικό μυθιστόρημα, αλλά ένα λογοτεχνικό έργο. Γι’ αυτό και μεγάλοι τη διαβάζουν και παιδιά. Αποτείνεται στο νου και την καρδιά του μαζί κι έτσι συντελεί στη διάπλαση της ψυχής του και τη μόρφωση του χαρακτήρα του. Τεχνικό καθώς είναι, από άνθρωπο που ξέρει να γράφει, μορφώνει επίσης το γούστο του παιδιού και το προετοιμάζει για ανώτερα λογοτεχνήματα» Και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, προλογίζοντας το ΄΄Παγώνι΄΄ του, έγραψε: «Για να δώσουμε το βιβλίο τούτο ξεκινήσαμε από την αρχή πως το Παιδικό Βιβλίο είναι αποτυχημένο, αν δεν διαβάζεται με απόλαυση από τους μεγάλους»

    Μετά το 1960 άρχισαν να μεταβάλλονται οι αντιλήψεις σχετικά με το Παιδικό Βιβλίο. Οι συντελεστές της αλλαγής είναι:

    Α) Η ίδρυση της «Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς».

    Β) Η ίδρυση του «Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου».

    Γ) Τα νεότερα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα.

    Δ) Οι ομόλογες κινήσεις σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, κυρίως μετά τη δεκαετία του ΄70.

    Ε) Η θεωρητική αντιμετώπιση της Παιδικής Λογοτεχνίας μέσα από τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, καθώς και η συγγραφή ανάλογων μελετών κατά την τελευταία δεκαετία.

    ΣΤ) Η εισαγωγή της Παιδικής Λογοτεχνίας στα Π.Τ.Δ.Ε. με την προσδοκία ότι ο δάσκαλος δεν θα είναι απλά αναγνώστης, αλλά γνώστης του Παιδικού Βιβλίου.

    Ένα λογοτέχνημα ή Παιδικό Βιβλίο για να είναι κατάλληλο για τη παιδική ηλικία είναι αναγκαίο να έχει ορισμένα γνωρίσματα. Κατά τον Αντώνη Λαμπρινίδη, το Παιδικό Βιβλίο πρέπει:

    1. Να είναι αληθινά παιδικό.
    2. Να αρέσει στους ενηλίκους.
    3. Πρέπει να το χαρακτηρίζει η απλότητα και το λιτό ύφος.
    4. Να το διακρίνει έμπνευση.
    5. Να το χαρακτηρίζει αισιοδοξία για τη ζωή.
    6. Θα πρέπει να είναι παιδοκεντρικό.
    7. Να περιέχει αισθητικά μηνύματα.
    8. Ο λυρισμός.
    9. Στα παιδιά αρέσει το ρεαλιστικό δημιούργημα.
    10. Να μιλά με σύμβολα, μεταφορικά και παραβολικά.

    Κατά τον Β. Αναγνωστόπουλο, τα γνωρίσματα ενός λογοτεχνικού παιδικού βιβλίου, είναι αυτά που το διαφοροποιούν από τα άλλα εξωσχολικά βιβλία. Αυτά είναι:

    1. Η λογοτεχνική γλώσσα.

    2. Το ύφος του κειμένου.

    3. Το ήθος των προσώπων.

    4. Η αισθητική εμφάνιση του βιβλίου.

    Ποιος είναι, όμως, ο ρόλος του Παιδικού Βιβλίου; Ο ρόλος του παιδικού βιβλίου είναι και πρέπει να είναι πολιτιστικός και πλατιά ανθρωπιστικός. Δεν αποβλέπει άλλωστε, ούτε να τρομάξει, αλλά ούτε και να διδάξει τα παιδιά. Ο ρόλος του είναι να δώσει χαρά και αισθητική συγκίνηση. Να ψυχαγωγήσει το παιδί, αλλά και να το βοηθήσει να διαμορφώσει σωστά την προσωπικότητά του, να το διαπαιδαγωγήσει μέσα από μια υψηλού επιπέδου παιδική λογοτεχνία. Το Παιδικό Λογοτεχνικό Βιβλίο μπορεί να δημιουργήσει όχι μόνο συγκινήσεις, αλλά και να επηρεάσει τον ιδεολογικό κόσμο του αναγνώστη χάρη στη «δυναστεία του κάλλους». Βασικός ρόλος του λογοτέχνη είναι να μεταδώσει με το Παιδικό Βιβλίο την αισθητική συγκίνηση και την υποβολή. Το Παιδικό Βιβλίο μεταδίδει στο παιδί αξιόλογα μηνύματα και βοηθά στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Καταφέρνει να πετύχει την αποστασιοποίηση του αναγνώστη από την πραγματικότητα, δηλαδή την αφύπνιση της συνείδησής του, επηρεάζει την σκέψη και την συμπεριφορά. Κοινή παραδοχή είναι ότι το καλό παιδικό βιβλίο εξευγενίζει τον άνθρωπο. Ιδιαίτερα, όμως, στην εποχή μας, εποχή βαθύτατης κρίσης των αξιών, ο ρόλος του παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου, στην αφύπνιση των συνειδήσεων, είναι καθοριστικός. Είναι απαραίτητη η ριζική μεταβολή της στάσης μας και το Παιδικό Βιβλίο μπορεί να βοηθήσει σημαντικά. Η πείρα έχει δείξει ότι οι ώριμοι πολύ δύσκολα μεταβάλλονται. Η επίδραση της λογοτεχνίας είναι μεγαλύτερη στο παιδί, που σε όλες τις εποχές ταυτίστηκε με την άνοιξη της ζωής και την ελπίδα του αύριο.

    Ο ρόλος του Παιδικού Βιβλίου είναι να δίνει στο παιδί εκτός από τη χαρά και την ευχαρίστηση, τη δυνατότητα να παίρνει μια σωστή γεύση από τον κόσμο και την κοινωνική πραγματικότητα. Το παιδικό λογοτέχνημα μέσα από τις ιστορίες και τους μύθους του βοηθάει το παιδί να δεχθεί και να συμφιλιωθεί με την κακή πλευρά του εγώ του. Παράλληλα, το βοηθά να διαμορφώσει το χαρακτήρα του και να εξελιχθεί σε ένα άτομο δημιουργικό, κοινωνικό και χαρούμενο. Σημαντικό, επίσης, είναι το Παιδικό Βιβλίο να βοηθάει από νωρίς στη γνωριμία και την καλλιέργεια φιλίας μεταξύ παιδιών, ανεξάρτητα από έθνος, χρώμα, φυλή και θρησκεία. Η ομορφιά μιας χώρας και ο πολιτισμός ενός λαού προβάλλονται αποτελεσματικά με τη λογοτεχνία. Και είναι στοιχεία που, όταν δίνονται σωστά στους άλλους, βοηθούν πολύ στην ανάπτυξη της φιλίας.

    Εύκολα, επομένως, γίνεται κατανοητός ο πολυσήμαντος ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει το παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο τόσο στη ζωή των παιδιών όσο και των μεγάλων.

    ΕΛΕΝΗ Β. ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΟΥ

    ΑΡΧΕΙΟΝΟΜΟΣ-ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΟΝΟΜΟΣ

    ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ

    Α Ν Θ Ρ Ω Π Ι Ν Ο Π Ε Π Ρ Ω Μ Ε Ν Ο

    23 Δεκεμβρίου 2010 // 43 Comments »


    ΜΙΑ ΄΄ΑΠΟΛΥΤΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ΄΄ Ή ΄΄ΦΑΡΣΟΚΩΜΩΔΙΑ΄΄ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ;


    «Τα βιβλία που χρειαζόμαστε είναι αυτά που επενεργούν πάνω μας σαν μια συμφορά, αυτά που μας κάνουν να υποφέρουμε τόσο όσο ο θάνατος ενός ανθρώπου που αγαπάμε περισσότερο από τον εαυτό μας, που μας κάνουν να νιώθουμε ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, ή χαμένοι σ’ ένα απόμερο δάσος – ο σκοπός ενός βιβλίου είναι να λειτουργεί σαν το τσεκούρι που σπάει την παγωμένη θάλασσα που βρίσκεται μέσα μας», θα γράψει ο Φράντς Κάφκα σε ένα γράμμα στον φίλο του Όσκαρ Πόλακ. Ανοίγοντας μέσα από το έργο του ένα ρήγμα στον τοίχο της αληθοφάνειας, ο Κάφκα κατόρθωσε να επιλύσει ένα τεράστιο αίνιγμα και να ενώσει δύο ασύμβατους ως τότε στόχους: ήταν ο συγγραφέας που και τον πραγματικό κόσμο μπόρεσε να αντιληφθεί και στο μαγευτικό παιχνίδι της φαντασίας να επιδοθεί παράλληλα. Με άλλα λόγια, και στην ανάλυση του κόσμου να είναι «αυστηρά ακριβής» και στις παιγνιώδεις ονειροπολήσεις να εμφανίζεται «ανελεύθερα ελεύθερος». Το σαιξπηρικό παράδειγμα, επίσης, είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό. Καμιά δημιουργική φαντασία δεν κατανόησε πληρέστερα από τη δική του το υβριδικό νόημα της ζωής, την αδιάκοπη αλληλοδιαπλοκή ελπίδας και απόγνωσης, χειμώνα και άνοιξης, μεσονυκτίου και μεσημεριού. Ο Σαίξπηρ, προκειμένου να μιλήσει για τη διπλή φύση της πραγματικότητας χρησιμοποιεί ως συστατικά στοιχεία το γέλιο και το θάνατο. Το σύμπαν, αν και ασύλληπτο, δεν έχει γίνει ακόμη για τον Κάφκα και τον Σαίξπηρ η παγωμένη ολότητα του τραγικού, αλλά υπάρχει πάντα η δυνατότητα ένα ΄΄τσεκούρι΄΄ να συντρίψει τον ΄΄πάγο΄΄, είτε αυτό (το ΄΄τσεκούρι΄΄) λέγεται ΄΄θεός΄΄ είτε όχι (Θάνατος του Θεού του Νίτσε).

    Το απολύτως τραγικό, λοιπόν, μήπως είναι ξένο προς τη ζωή; Το οργανικό στοιχείο της ύπαρξης, μήπως είναι κωμικοτραγικό στον πυρήνα του; Η βλοσυρή διαπίστωση του Κάφκα ότι «υπάρχει μεν αφθονία ελπίδας, αλλά όχι για μας», μήπως είναι και η μόνη αλήθεια που διέπει τη ζωή; Και ποια είναι, τέλος, εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνθέτουν το σκηνικό αυτής της παράδοξης και αλλόκοτης φαρσοκωμωδίας (του ΄΄ναι μεν΄΄, ΄΄αλλά΄΄ …) στην οποία καλούμαστε να πρωταγωνιστήσουμε; Το Προπατορικό αμάρτημα, είτε από τον Αδάμ εκπορεύεται είτε από τον Προμηθέα, δεν αποτελεί κατηγορία του απολύτως τραγικού, γιατί εμπεριέχει πάντα και τη δυνατότητα της λύτρωσης. Τόσο ο Μπρέχτ όσο και ο Κλωντέλ έγραψαν μελόδραμα – με την έννοια ότι η άποψή τους για τον κόσμο, ο τρόπος με τον οποίο δραματοποιούν τον ανθρώπινο πόνο, την αδικία, το σφάλμα, ακόμη και την απελπισία, όπως τα συναντάμε στη Μάνα Κουράγιο και στο Ατλαζένιο γοβάκι, εκτίθενται σε τέσσερις τραγικές πράξεις. Η πέμπτη πράξη, όμως, είναι πάντα αυτή της αποκατάστασης ή της λύτρωσης. Στην πρακτική του Μπρέχτ, ο μηχανισμός της αντιρρόπησης είναι διφυής. Ο τρόμος και ο οίκτος αποκαθαίρονται μέσω της πολιτικής συνειδητοποίησης, μέσω της κατανόησης – στην οποία παρακινείται το ΄΄αποστασιοποιημένο΄΄ κοινό – ότι οι ήρωες, δηλαδή, είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι, λόγω της απληστίας, της φιλαυτίας ή της πολιτικής τους τύφλωσης, για τα δεινά που τους περιμένουν. Κατά δεύτερο λόγο, το έργο προσφέρει, επιπλέον, την υπόσχεση μιας γενικής επανόρθωσης. Από την άλλη πλευρά, η αφοσίωση του Κλωντέλ στη σωτηρία είναι αυστηρά θεολογική. Ο από μηχανής θεός που κατεβαίνει πριν από την τελική αυλαία μπορεί να είναι είτε ο Λυτρωτής είτε ο κομισάριος. Για τον Κάφκα, πάλι, οι Πρωτόπλαστοι διάλεξαν και λάθος και σωστά. Λάθος από «πνευματική άποψη», σωστά, αφού «δεν γινόταν διαφορετικά». Επομένως, δεν βαδίζουμε προς την Έσχατη Κρίση, αλλά έχουμε ξεκινήσει απ’ αυτήν. Ιδού, επομένως, το παράδοξο μιας ελεύθερης βούλησης που είναι και δεν είναι ελεύθερη. Έτσι, αν η κατάβαση γίνεται για μερικές μέρες μέσα στον πόνο, μπορεί επίσης να γίνει και μέσα στη χαρά (ιδού και η έννοια του ΄΄Παραλόγου΄΄). Ο Σίσυφος, που οι θεοί τον καταδίκασαν να κυλάει αδιάκοπα ένα βράχο ως την κορυφή ενός βουνού απ’ όπου η πέτρα, με το βάρος, ξαναπέφτει, είναι ο παράλογος άνθρωπος, ο παράλογος ήρωας. Αν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωάς του έχει συνείδηση της τραγικότητάς του. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος και επαναστατημένος, ξέρει όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση. Όταν, όμως, η επιθυμία της ευτυχίας γίνεται τόσο έντονη, στην καρδιά του ανθρώπου γεννιέται η θλίψη. Είναι οι νύχτες στη Γεσθημανή. Ωστόσο ο Οιδίποδας, τυφλός και απελπισμένος, και ενώ γνωρίζει ότι το μόνο που τον κρατάει δεμένο με αυτόν τον κόσμο είναι το δροσερό χέρι ενός κοριτσιού, θα πει μεγαλόστομα: ΄΄Παρά τις τόσες δοκιμασίες, τα γηρατειά και το μεγαλείο της ψυχής μου, μου δίνουν το δικαίωμα να κρίνω πως όλα είναι καλά΄΄. Ο Οιδίπους του Σοφοκλή, σαν τον Κιρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, δίνει τον τύπο της παράλογης νίκης. Όλη η βουβή χαρά του Σισύφου βρίσκεται εκεί. Το πεπρωμένο του τού ανήκει. Ο βράχος είναι η πραγματικότητά του. Ομοίως, ο παράλογος άνθρωπος, όταν μελετάει το μαρτύριό του, κάνει όλα τα είδωλα να «βουβαθούν». ΄΄Στην ήττα του, λέει ο Κίρκεγκωρ, βρίσκει το θρίαμβό του ο πιστός΄΄. Και ο Νίτσε θα συμπληρώσει, ΄΄Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η αιώνια ζωή, είναι η αιώνια ζωντάνια΄΄.

    Αυστηρά οριζόμενη, η απόλυτη τραγωδία είναι ο αναπαραστατικός τρόπος της απελπισίας. Οι δηλωτικοί όροι αυτής της απελπισίας είναι το ΄΄τίποτα΄΄ και το ΄΄ποτέ΄΄. Η απόλυτη τραγωδία είτε υπαινίσσεται είτε ρητά εκφράζει τη διαίσθηση ότι δεν μπορεί να υπάρχει, ούτε μέσω μιας μεσσιανικής ούτε μιας χριστολογικής έλευσης, οποιαδήποτε αποκατάσταση. Τα έργα των μεγάλων δραματουργών, ωστόσο, δεν θα είναι ποτέ έργα απόλυτης τραγωδίας ή υψηλού μελοδράματος. Θα πλησιάζουν περισσότερο σε ένα παράδοξο είδος άσκησης στη νυχτερινή γκροτέσκο και παράλογη φαρσοκωμωδία της ζωής. Ίσως, τελικά, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Κάφκα έβαζε πάντοτε το ρολόι του μιάμιση ώρα μπροστά και πάντοτε το διόρθωνε η Φελίτσε, που η φυματίωσή του τον εμπόδισε να την παντρευτεί. Όλα συμβαίνουν στο μέλλον, γι’ αυτό και εμείς φθάνουμε πάντα «αργοπορημένοι» …

    Ελένη Β. Σεμερτζιδου, Αρχειονόμος-Βιβλιοθηκονόμος, Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου, Εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ

    ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΑΣ

    22 Δεκεμβρίου 2010 // 881 Comments »

    Λόγος και έρωτας. Δύο έννοιες που συνευρίσκονται και συνδέονται άρρηκτα, προσπαθώντας να μας δώσουν τους ωραιότερους καρπούς τους, όταν ανταμώνονται. Να μας παρουσιάσουν και να περιγράψουν τις ωραιότερες και μεγαλύτερες εκφάνσεις των συναισθημάτων μας, αγγίζοντας την αύρα των Μουσών στην τέχνη. Η καθεμιά απ’ αυτές ορμώμενη από το δικό της μετερίζι, με τις δικές της δυνατότητες και τα πλεονεκτήματά της. Δε γινόταν να μη συναντηθούν. Η κοινή πορεία τους ήταν προκαθορισμένη και η συνέχειά τους ατέρμονη στους αιώνες.

    Από τότε που ο άνθρωπος κατάφερε να δημιουργήσει το λόγο, πριν χιλιάδες χρόνια, κατάλαβε αμέσως ότι ο λόγος ήταν ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των συνανθρώπων του και του περιβάλλοντός του. Δημιουργήθηκαν λοιπόν οι πρώτες μικρές ομάδες- κοινωνίες και στο πέρασμα των αιώνων οι πολυάνθρωπες πόλεις. Η επικοινωνία αναπτύχθηκε μεταξύ των ανθρώπων, ακόμη και των πιο μακρινών γειτόνων τους, και οι ανάγκες τους έπρεπε να εκφρασθούν με το λόγο. Τον προφορικό στην αρχή και κατόπιν το γραπτό λόγο, που κατάφερε να μας αφήσει τα σημαντικά κείμενά του, των πρώτων διακριθέντων λογίων, επιστημόνων και φιλοσόφων στα πρώτα του αρχικά στάδια. Πέρα όμως από τις πρωταρχικές ανάγκες επικοινωνίας της καθημερινής ζωής και απασχόλησής του , ο άνθρωπος άρχισε να αισθάνεται πιο επιτακτικά την ανάγκη της έκφρασης των συναισθημάτων του, τη χαρά ,τη λίπη του, τον ενθουσιασμό και τον ερεθισμό του, από αυτά στο δρόμο της ζωής του. Άρχισαν λοιπόν αργά και σταθερά να δημιουργούνται και οι πρώτες πνευματικές ανησυχίες του και παράλληλα οι ψυχολογικές και συναισθηματικές εξάρσεις του.

    Στο σημείο αυτό συναντιέται ο λόγος με το συναίσθημα και με την πλημμυρίδα του έρωτα. Κατά το φιλόσοφο ΠΛΑΤΩΝΑ, που έζησε και μεγαλούργησε τον 4ον αιώνα π.Χ και στα περί έρωτος, αναφέρει ότι ο έρωτας είναι μια δύναμη ώθησης προς τα υψηλά ιδεώδη και το Θείον. Χαρακτηρίζει τον έρωτα Θεόν μεταξύ του ανθρώπου και του Θείου. Μια συνεχή ανύψωση και αναζήτηση της τελειότητας , μέσα σε μια τεράστια πεδιάδα που λέγεται αγάπη και στην οποία βρίσκεται ο άνθρωπος, με απαραίτητη προϋπόθεση να αγαπά, να αναζητά το τέλειο αντικείμενο της αγάπης του, προς όλα και οτιδήποτε τον απασχολεί, ελπίζει και επιδιώκει να φτάσει, με την ορμή και τη δύναμη του έρωτα που τον ωθεί προς την κατεύθυνση της κατάκτησης. Δηλαδή τη γνώση. Κατ’ επέκταση και στην αναζήτηση της αδελφής ψυχής που θα ήθελε να αποκτήσει, πλάθοντας στο νου και στην τη ψυχή του την ιδανική πνευματική εικόνα συντρόφου γι’ αυτόν, με τον έρωτα που γονιμοποιεί, που γεννά στην ψυχή του εραστή και καλλιεργεί στην ψυχή του ερωμένου, τους ωραίους λογισμούς και τους ωραίους πόθους. Δίκαια ο ΠΛΑΤΩΝ αποκάλεσε τον έρωτα <<Ουράνιον>>.-Είναι δε ο ΠΛΑΤΩΝ μαζί με τον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ, οι μόνοι Έλληνες του 4ου αιώνα για τους οποίους δημιουργήθηκε ένας γνήσιος και ειλικρινής θρύλος ημιθέου. Κατακτητές και οι δύο. Του βασιλείου της σκέψης ο ένας, της δράσης ο άλλος. Ζούσαν ακόμη, όταν είχαν κυριεύσει το νου και τις ψυχές των συγχρόνων τους.

    Αλλά και αρκετά αργότερα, ο μεγάλος Γερμανός ποιητής RAINER MARIA RILKE , που γεννήθηκε στην Πράγα, 1875-1926, στις περίφημες επιστολές του προς ένα νέο ποιητή, τον FRANZ XAVER KAPPUS, μαθητή της στρατιωτικής σχολής και μετέπειτα ανθυπολοχαγό, που στο τέλος εγκατέλειψε τη στρατιωτική σχολή και αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, τολμά να παραλληλίσει την καλλιτεχνική δημιουργικότητα και να δεχθεί ότι αυτή βρίσκεται απίστευτα κοντά με τη σεξουαλική ζωή, με τους πόνους και τις ηδονές της, που κατά βάθος είναι δύο διαφορετικές μορφές της ίδιας ανάγκης, του ίδιου πόθου, της ίδιας απόλαυσης. Διατυπώνει δε, ότι η ποιητική δύναμη είναι τόσο μεγάλη και ξεπηδά σαν μέσα από βράχο.

    Οι επιστολές αυτές, με το καταπληκτικό περιεχόμενό τους, πρωτοφάνηκαν το 1929, ενώ ο RILKE τις είχε αποστείλει την περίοδο 1903 – 1908 . Δηλαδή τρία χρόνια από το θάνατό του. Η μετάφραση αυτών των επιστολών έγινε για την Ελλάδα από τον μεγάλο δάσκαλο και αείμνηστο πλέον Μάριο Πλωρίτη. Δε μπορώ να μην αναφερθώ σε μια σημαδιακή σύμπτωση. Ο θάνατος του RILKE συνέβη στις 29/ 12 / 1926 σε ηλικία 51 ετών. Και η καρδιά του Μάριου Πλωρίτη σταμάτησε την ίδια μέρα 29/ 12/ 2006 , μετά ογδόντα χρόνια ακριβώς, στερώντας από τα Ελληνικά γράμματα την πληθωρική παρουσία του. Από αυτά τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα – παραδείγματα, διαπιστώνεται η διαχρονικότητα του λόγου, προφορικού και γραπτού. Εννοώ και τα δύο είδη του λόγου, γιατί η διδασκαλία του ΠΛΑΤΩΝΑ γινόταν προφορικά στην αρχή, με τη μέθοδο της διαλεκτικής στα διάφορα <<Συμπόσια>> και μετέπειτα στην ΑΚΑΔΗΜΕΙΑ, που ίδρυσε μετά την επιστροφή του από το πρώτο ταξίδι του στην Ιταλία γύρω στα 388 πΧ. Ταξίδι που του πρόσφερε γνώσεις και επιστημονικά πορίσματα από τους Πυθαγορικούς και γνωριμίες με ανθρώπους αξιόλογους.

    Οι μεταγενέστεροι κατάφεραν να μας κληροδοτήσουν με το γραπτό πλέον λόγο όλες αυτές τις μεγάλες φιλοσοφικές ιδέες της εποχής τους και τις αποδεδειγμένες θεωρίες τους πάνω σε πολλά επιστημονικά θέματα, ακόμη και τις προβλέψεις τους, που απετέλεσαν στο πέρασμα των αιώνων τη βάση για την εξέλιξη στο μέλλον.

    Στην ΑΚΑΔΗΜΕΙΑ φοιτούσαν άνδρες αδιάφθοροι. Αφοσιωμένοι στο δύσκολο δρόμο της κατάκτησης της γνώσης, για τον εαυτό τους και για το σύνολο. Χαλυβδωμένοι από την πειθανάγκη του λόγου. Ερωτευμένοι με τις επιστήμες και ικανοί να μεταφέρουν το λόγο και να τον μετατρέψουν σε πράξη. Εδώ εκτός από το λόγο, συναντούμε και τον έρωτα στην οποιαδήποτε εξελικτική πορεία του. Διαπιστώνεται η ορμή αυτής της δύναμης του έρωτα <<Θεού>> προς τα άνω. Γίνεται γέννηση και ολοκλήρωση του μεγάλου πόθου της έκφρασης. Όταν ο λόγος και ο έρωτας ανταμώνουν, γίνεται φως . Γίνονται κήποι με σπάνια άνθη και καρπούς δυσεύρετους σήμερα.

    Αν κάποιος αναζητητής εραστής της τέχνης του λόγου, ανακαλύψει αυτούς τους κρυμμένους σπόρους λουλουδιών και των καρπών και τους σπείρει στο έφορο κομμάτι της ψυχής του, τους περιποιηθεί με το δυνατό λίπασμα του έρωτα και της αγάπης, τους δροσίσει με ένα ακριβό του δάκρυ, φυτρώνουν και ομορφαίνουν τον κόσμο μας, που νομίζω ότι σιγά σιγά η ομορφιά του ξεθωριάζει και το άρωμα των λουλουδιών, των καρπών αδυνατίζει.

    Θέλω να πιστεύω ότι, ακόμη και σήμερα, μπορούμε να προλάβουμε να πραγματώσουμε κάτι από τις πλατιές και επίκαιρες ως τώρα ιδέες και προτάσεις των μεγάλων μας προγόνων και των συγχρόνων υπερασπιστών του λόγου και της τέχνης. Να ζηλέψουμε τις δάφνες τους και τη δύναμη της ψυχής τους. Να παραδειγματιστούμε από την τόλμη τους, για να φτιάξουμε τους κήπους της καρδιάς μας, ο καθένας με τον τρόπο του και τη θέλησή του. Έχουμε ακόμη χρόνο μπροστά μας , όσο ζούμε και μπορούμε να ασχολούμαστε με την τέχνη του λόγου, την ομορφιά της και τη δύναμή της.

    Ας ερωτευτούμε ξανά τα ωραία ιδανικά και τα φωτεινά παραδείγματα των μεγάλων δημιουργών μας, που με μεγάλη συγκίνηση διαβάζουμε συνεχώς.

    Κι όταν κουραστούμε, φεύγουμε και ταξιδεύουμε μαζί τους παρέα με την τέχνη, το λόγο και τον έρωτα.

    <<Τίποτε πιότερο δεν αγάπησα, από την τέχνη και σένα.>>

    ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

    20 Δεκεμβρίου 2010 // 4.173 Comments »

    Φιλοσοφικές και θρησκευτικές έννοιες σε «πορτραίτα» της Λογοτεχνίας

    Σπάνιοι είναι οι αναγνώστες που δεν τους διεγείρει μια θρησκευτική ορμή. Προτού γίνουν εθνικές, οι θρησκευτικές ιδέες είναι απλώς ανθρώπινες. Σ’ αυτό κυρίως οφείλεται και η ανεμπόδιστη κυκλοφορία τους μεταξύ Δύσης, Μεσογείου και Ανατολής. Ο Pascal, ο Fénelon, ο Rousseau, ο Chateaubriand, ο Péguy, ο Claudel, ο Bernanos, ο Ντοστογιέφσκι ή ο Mauriac δεν είναι Πατέρες της Εκκλησίας. Το λογοτεχνικό έργο τους, όμως, είναι αξεχώριστο από την πίστη που τους το ενέπνευσε. Πρόκειται για συγγραφείς που έβαλαν τις θρησκευτικές τους μέριμνες στο κέντρο του έργου τους. Ορισμένες τάσεις του πνεύματος και του θρησκευτικού αισθήματος έχουν εκφραστεί καλύτερα με την Λογοτεχνία. Συγγραφείς που έχουν τη θρησκευτικής ουσίας φιλοδοξία να ανοικοδομήσουν το σύμπαν με τη δύναμη μόνο του Ρήματος και του Οράματος συνθέτουν ιδέες, εικόνες και ύφος, δημιουργώντας ένα πρωτότυπο λογοτεχνικό είδος. Η Βίβλος ήταν πάντα η πηγή για ένα μεγάλο μέρος αυτών των εξάρσεων της φαντασίας. Σπάνια είναι τα βιβλία της Βίβλου που δεν πρόσφεραν υλικό για πλοκές, ήρωες, θέματα. Ορισμένοι θρησκευτικοί τύποι είναι παγκόσμιοι, όπως ο εβραίος, ο μουσουλμάνος ή ακόμα ο ιερέας, ο άγιος (σε αντίθεση με τον ήρωα).

    Ο εικοστός αιώνας γέννησε έναν τύπο ανθρώπου κομμένου από την κοινή πίστη και τις τρέχουσες δοξασίες, που δεν παύει, ωστόσο, να αναζητά μια υπερβατική αρχή ή, τουλάχιστον, μια λογική κατασκευή, που να του δείχνει το σκοπό της ζωής και ένα κανόνα συμπεριφοράς. Ο απορφανισμένος άνθρωπος, που σαν άλλος Φάουστ έχει χάσει την ψυχή του, καταφεύγει στις καλλιτεχνικές εκείνες μορφές που θα τον βοηθήσουν να την ξαναβρεί. Το θαύμα θα συντελεστεί, και αυτή τη φορά, με την επενέργεια του λόγου. Ο λόγος θα καρπίσει και θα αποτελέσει συνειδητή αυτενέργεια στις εξολοθρευτικές δυνάμεις του καιρού. Ο θρήνος θα είναι το κοινό γνώρισμα του δράματος. Ο θρήνος για τη δοκιμασία του ανθρώπου μέσα στις σύγχρονες συνθήκες.

    Η σχέση του ανθρώπου με το Θεό, απεικονίζεται με διάφορους κλασικούς τύπους της Λογοτεχνίας σε έργα του Kierkegaard. Το ιδιαίτερο αυτό ενδιαφέρον του Kierkegaard δείχνει πως, εκτός από θεολόγος και φιλόσοφος, ήταν και καλλιτέχνης, ένας καλλιτέχνης φιλόσοφος. Το έργο του, ΄΄Δόν Ζουάν΄΄, εκφράζει τη διάσπαση της προσωπικότητας εξαιτίας του αισθησιασμού, που γεννιέται από το φόβο του θανάτου. Στον ΄΄Φάουστ΄΄ παρουσιάζεται η προσπάθεια για την ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας με την επανάκτηση της χαμένης νιότης, ενώ ο ΄΄Αιώνιος Ιουδαίος ή Περιπλανώμενος Ιουδαίος΄΄ συμβολίζει την πλήρη διάλυση της προσωπικότητας με τον αιώνιο θάνατο της ψυχής και το παντοτινό κύρος της σωματικής παρουσίας σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Ο ΄΄Δον Κιχώτης΄΄ του Θερβάντες, που χαρακτηρίζεται από το τραγικό και το κωμικό στοιχείο δεν είναι απλώς ο περιπλανώμενος ιππότης ή ο ιππότης της ελεεινής μορφής, αλλά, πολύ περισσότερο, ο ιππότης της πίστης, ο οποίος θα απαρνηθεί το παγκόσμιο [το γενικό] με σκοπό να συντελεστεί το ατομικό [το ιδιαίτερο]. Μεταξύ των προβληματιζόμενων ανά τους αιώνες αναζητητών του Θεού και συζητητών του θρησκευτικού βιώματος, γεγονότος και φαινομένου, συγκαταλέγεται, πλην άλλων, και ένας διαπρεπής στοχαστής συγγραφέας της εποχής μας. Πρόκειται για τον πολυσυζητημένο, παγκοσμίου φήμης και κατά κυριολεξία λογοτέχνη, Jean-Paul Sartre. Στο θεατρικό του έργο, ΄΄Ο διάβολος και ο καλός Θεός΄΄, ο συγγραφέας προβαίνει σε εσωτερικό διάλογο (μονόλογο) και ανάλογο αντίλογο είτε με τον Θεό, είτε με συνανθρώπους, ή μάλλον με τον ίδιο τον εαυτό του. Στην όλη δομή και πλοκή της υποθέσεως του εν λόγω έργου, η φαινομενικά αρνητική στάση του συγγραφέα έναντι του Θεού μετατρέπεται σε πολλά σημεία σε θετική θέση. Γίνεται έτσι, καθώς έχει χαρακτηριστεί, ο μανιακός του Θείου Όντος. Το διάσημο Σουηδό συγγραφέα, σκηνοθέτη και κινηματογραφιστή, παγκοσμίου προβολής, Ingmar Bergman, βασανίζουν μεταφυσικά ερωτήματα, θεολογικά θέματα, βιοψυχικά προβλήματα, ηθικά, κοινωνικά, καθώς και κοινωνιολογικά ζητήματα, που αφορούν κυρίως διαπροσωπικές σχέσεις. Το έργο του, ΄΄Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη΄΄, προσμαρτυρεί ότι, μέσα από ένα τζάμι θολό, αινιγματικό, βλέπουν οι άνθρωποι την Αλήθεια – Θεό, γι’ αυτό και συχνά δεν καταλαβαίνουν. Τέλος, σε όλο το πολύμορφο συγγραφικό έργο της συνδυαστικής μεγαλοφυΐας του μεγάλου λογοτέχνη διεθνούς φήμης και πολλαπλά παρεξηγημένο, Νίκο Καζαντζάκη, εγκρύπτεται ο πόθος και υποκρύπτεται το πάθος του γι’ Αυτόν, με Τον Οποίο κονταρομαχεί σαν άλλος Διγενής. ΄΄Οι αδερφοφάδες΄΄, αποτελεί το κυριολεκτικά θεολογικοανθρωπολογικό και κοινωνιολογικό τρίπτυχο (πρόκειται για το τελευταίο έργο του) που εκφράζει τις διανθρώπινες – συνανθρώπινες και συγχρόνως Θεανθρώπινες σχέσεις. Τίτλος, ιδέα και υπόθεση του έργου αυτού διεκτραγωδούν τον αδελφοκτόνο διχασμό των Ελλήνων μετά τη γερμανοϊταλοβουλγαρική κατοχή. Όλα αυτά είναι εμπνευσμένα κατά βάθος από το βιβλικό θέμα της αδελφοκτονίας – ανθρωποκτονίας του Άβελ από τον Κάιν. Όμοια είναι σε τόνο και τρόπο η φωνή που καλεί, αναζητώντας Εκείνον, και η οποία ακούγεται διηχούμενη στο άλλο αριστούργημά του, ΄΄Αναφορά στον Γκρέκο΄΄.

    Η ιδεολογική ανάλυση έργων της Λογοτεχνίας είναι ανάλυση φιλοσοφικών και θρησκευτικών εννοιών που αναφέρονται ή απεικονίζονται σε «πορτραίτα» της Λογοτεχνίας. Από αυτή την άποψη, όπως οι ηθικές, έτσι και οι μεταφυσικές αξίες μπορούν να εκφραστούν με τη Λογοτεχνία ή οποιαδήποτε άλλη μορφή Τέχνης, δείχνοντας με έναν τέτοιο τρόπο τη στενή τους σχέση με αυτή. Αυτό συνεπάγεται ότι το μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος, δεν είναι απλή λογοτεχνία στην τρέχουσα έννοια του όρου. Εδώ, η δράση της Τέχνης είναι διττής μορφής: επαναστατική αλλά και αποκαλυπτική. Με αυτή τη μορφή, η Τέχνη καθίσταται ιερή, και η βασική της λειτουργία είναι η επαφή του ανθρώπου με την τρομακτική αρχέγονη εμπειρία, καθώς επίσης και η γεφύρωση του χάσματος, που ο φόβος για το άγνωστο, ανοίγει ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό. Η Ιερή Τέχνη διαφέρει ριζικά από την απλή ανάγκη καλλιτεχνικής εκδήλωσης συναισθημάτων ή την αντίδραση σε κάποιου είδους κατεστημένο. Αναφέρεται, πλέον, σε Νόμους, που όχι μόνον υπερβαίνουν την υποκειμενικότητα, αλλά ακυρώνουν τους περιορισμούς της, συντονίζοντάς την με ανώτερες και λεπτοφυέστερες δονήσεις.

    Ελένη Β. Σεμερτζίδου

    Διδάκτωρ του Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    «Για τη Μητέρα γλώσσα μας τα λάβαρα κρατείστε».

    18 Δεκεμβρίου 2010 // 1.458 Comments »

    (Εισήγηση της Ευαγγελίας – Αγγελικής  Πεχλιβανίδου στο ομότιτλο Συνέδριο στη Θάσο 3-6/7

    Όλοι γνωρίζουμε ότι η ελληνική γλώσσα έχει την πιο μακρά ιστορία από τις Ευρωπαϊκές γλώσσες. Επιγραφές που έχουν βρεθεί στην ελληνική γη  χρονολογούνται από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ  καθώς και λογοτεχνικά κείμενα 2500 χρόνων. Όλες οι τέχνες και οι επιστήμες γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν στην ελληνική γλώσσα όπως τα πρώτα κείμενα Μαθηματικών, Φυσικής, Αστρονομίας, Νομικής, Ιατρικής, Ιστορίας, κ.α.

    Αξίζει πληροφοριακά να σημειώσουμε ότι ο  καθηγητής της ηλεκτρονικής Μπρούνερ με συνεργάτες του, στον Η/Υ Ίβυκο έχουν ήδη αποθησαυρίσει  6 εκατομμύρια λεκτικούς τύπους της γλώσσας μας όταν η Αγγλική έχει συνολικά 490.000 λέξεις και 300.000 τεχνικούς όρους, δηλαδή σαν γλώσσα είναι μόλις το 1/100 της δικής μας , και το έργο συνεχίζεται.

    Απαντώντας σε ερώτηση  γι’ αυτό ο καθηγητής Μπρούνερ είπε: «Σε όποιον απορεί γιατί τόσα εκατομμύρια δολάρια για την αποθησαύριση των λέξεων της Ελληνικής απαντούμε: Μα πρόκειται για τη γλώσσα των προγόνων μας. Και η επαφή μας μ’ αυτούς θα βελτιώσει τον πολιτισμό μας».

    Η Ελληνική είναι η μόνη γλώσσα της οποίας οι λέξεις έχουν πρωτογένεια ,π.χ. στην Ελληνική, η λέξη ενθουσιασμός = εν-Θεώ, γεωμετρία = γη +μετρώ –  έχουμε δηλαδή αιτιώδη σχέση μεταξύ λέξεως-πράγματος  - ενώ στις  άλλες γλώσσες οι λέξεις σημαίνουν κάτι απλά επειδή έτσι συμφωνήθηκε μεταξύ εκείνων που την χρησιμοποιούν. Και είναι τιμή μας που Ισπανοί ευρωβουλευτές ζήτησαν να καθιερωθεί η Ελληνική ως η επίσημη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και εμείς,  άραγε πόσο περήφανοι είμαστε  για τη διαχρονικότητα της γλώσσας μας; Γι αυτή τη γλώσσα που ο Σεφέρης έγραψε στις «Δοκιμές» του: «Ο Θεός μας χάρισε μια γλώσσα ζωντανή, εύρωστη, πεισματάρα και χαριτωμένη που αντέχει ακόμη, μολονότι έχουμε εξαπολύσει όλα τα θεριά για να τη φάνε». Αυτά τα θεριά της άγνοιας, του μιμητισμού, της αδιαφορίας, της έλλειψης δημιουργικότητας, της απλοποίησης και της βωμολοχίας, που έχουν κυριαρχήσει κυρίως στους νέους μας αλλά και σε πολλούς που θέλουν να είναι προοδευτικοί μέσα από την απλοποίηση των συμβόλων (με την κατάργηση των τόνων κ.λ.π.) και ακόμη ακόμη τον εκλατινισμό της Αλφαβήτου μας.

    Η γλώσσα του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα άντεξε τόσους αιώνες , μα τώρα είναι της παλιάς σχολής. Δε νιώθουμε την ανατριχίλα διαβάζοντας τις τραγωδίες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη ή ακόμη χειρότερα τις ακούμε και τις βλέπουμε άκομψα μοντερνοδιασκευασμένες  και η γλώσσα του Αριστοφάνη έγινε «θεριό» κατά τον Σεφέρη, που περιπαίζει την περηφάνια  μας στα Αρχαία θέατρα όπου καταρρακώνεται η έννοια του σεβασμού και της αξιοπρέπειας με την αισχρή παράφραση των έργων του.

    Η κατάληξη …άκας  -στις μέρες μας χρησιμοποιείται και θηλυκού γένους , έ , για να μην πάμε πίσω και μεις οι γυναίκες!- , έχει συνδεθεί αδιάσπαστα με τον Έλληνα παγκοσμίως, λες και από το ατέλειωτο ανθολόγιο της γλώσσας μας δε βρέθηκε τίποτε άλλο να γίνει η «σημαία» της ελληνικής μας οντότητας και ιστορικής μας ταυτότητας. Γιατί «Γλώσσα και Πατρίδα είναι το ίδιο» μας λέγει ο Ψυχάρης.

    Δυστυχώς κι άλλα τέτοια  θεριά εισβάλλουν καθημερινά στα σπίτια μας και στις ψυχές των παιδιών μας μέσα από αυτό το μεγάλο, αδηφάγο θεριό της ηρεμίας μας και της Παράδοσής μας που κατατρώγει τις ωραίες αλήθειες και που λέγεται ανεξέλεγκτη τηλεόραση.

    Και βλέπουμε καθημερινά να ξεφυτρώνουν λέξεις άγνωστες, καινούργιες, άχρωμες, άγευστες, άηχες ή κακόηχες σαν επιβλαβή ζιζάνια στο εύφορο χωράφι της γλώσσας μας, που κάνουν πολλούς από εμάς να πονούμε όπως και οι Αγιορείτες Πατέρες που επισημαίνουν: « Μας πήραν μωρά παιδιά από το μαστό της Μάνας μας , της Ορθοδόξου εκκλησίας. Μας έδωσαν να πιούμε γάλα κονσέρβας. Μας έκοψαν από τις ρίζες. Μας χώρισαν από την Παράδοση. Μας απομάκρυναν από το σπίτι μας. Μας έκαναν αλλοδαπούς στον τόπο μας. Βάλθηκαν να μας ξεμάθουν τη μητρική μας γλώσσα, τη μητρική γλώσσα του ανθρώπου….. Και βασανίζεται το είναι μας. Απορρίπτει ο οργανισμός μας ένα ένα τα μεταμοσχευθέντα ξένα μέλη. Και συνέχεια μας μεταμοσχεύουν βιαίως νέα….»

    Τουλάχιστον, αγαπητοί μας δημοσιογράφοι, πρέπει εσείς να γεμίσετε με χυμούς τη γλώσσα που χρησιμοποιείτε. Πετάξτε την ξύλινη γλώσσα που πολλές φορές είναι δυσκολονόητη , δυσκολοχώνευτη και ανακόλουθη , κάτι που χαρακτηρίζει επίσης κάποιους διανοούμενους, πολιτικούς και άλλους και δυστυχώς είναι μόδα τελευταία να πουλάμε ακριβά, γιατί οι καταναλωτές-ακροατές δε ξέρουν τι αγοράζουν.

    Η λεξιπενία, αγαπητοί μας παρουσιαστές, δάσκαλοι και παιδαγωγοί, πνευματικοί και απλοί άνθρωποι, καλλιτέχνες και γονείς, δεν πρέπει να είναι γνώρισμα του Έλληνα, δεν έχει αυτό το δικαίωμα όταν μεγαλώνει ακούγοντας την πιο αρχαία, την πιο πλούσια αλλά και πολύτεκνη γλώσσα του κόσμου – γιατί η γλώσσα μας συνεχώς γεννά ωραίες λέξεις -.

    Γεννηθήκαμε και πρέπει να είμαστε  άρχοντες της γλώσσας μας,  όπως άρχοντας ήταν και ο Μακρυγιάννης κι ας έμαθε μεγάλος γράμματα.  Και για να ανασάνουμε λίγον ελληνικόν αγέρα και μια και είναι επίκαιρο λόγω των μαρμάρων του Παρθενώνα  θα υπενθυμίσω ένα μικρό  απόσπασμα των λόγων του: «Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια – φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τα΄ χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ΄ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν… Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι΄ αυτά πολεμήσαμε».

    Αλίμονο!

    Αφήνουμε τις ρίζες μας να ξεραθούν
    μέσα σ’ ένα χώμα με ατέλειωτους υδροφόρους ορίζοντες
    και πίνουμε νερό απ’ τα πλαστικά ποτηράκια
    των Άγγλων, των Γάλλων και των άλλων
    που έχουν δανειστεί και κτίσει τη γλώσσα τους
    επάνω σε δικές μας «ρίζες».

    Αυτοί όλοι δανείστηκαν από εμάς γιατί δεν είχαν. Εμείς γιατί;  Προφανώς γιατί δε σεβόμαστε τη γλώσσα μας.

    Αν ο Γιάννης Ρίτσος αναφωνούσε με παράπονο στην «Ανυπόταχτη Πολιτεία» του χρόνια πριν: «Πολιτεία μου, οι ταμπέλες στα σταυροδρόμια σου δεν είναι πια γερμανικές, αμερικάνικες είναι. Πότε λοιπόν θα διαβάσουμε τα ονόματα των οδών στη γλώσσα σου;» , εμείς τώρα πρέπει να κραυγάζουμε με θυμό και απελπισία :

    «Δε θέλουμε μεταλλαγμένη γλώσσα,
    Θέλουμε τις ρίζες μας,
    Θέλουμε πίσω τη λεβεντιά της ιστορίας μας,
    Τον ελληνικό τρόπο έκφρασης.»

    Παιδιά μου Ελληνόπουλα, φίλοι και συμπατριώτες μου Έλληνες,ας μην καταντήσουμε «ουραγοί της εξέλιξης και θλιβερές μαϊμούδες και μαδημένοι παπαγάλοι» όπως έλεγε ο Φώτης Κόντογλου.

    Ας ηχούν πάντα στην ψυχή μας τα λόγια του Κωστή Παλαμά : «Για τη Μητέρα γλώσσα μας τα λάβαρα κρατείστε».

    Ευαγγελία-Αγγελική  Πεχλιβανίδου, εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

    ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

    17 Δεκεμβρίου 2010 // 3.141 Comments »

    Πολλοί ασχολήθηκαν με αυτό το σύμβολο της παράδοσης, με πολλούς και διάφορους τρόπους. Εννοώ το «Χριστουγεννιάτικο Δέντρο». Το έκαναν ποίημα, μουσική σύνθεση, κινηματογραφικό έργο, στολίδι, διαφημιστικό υλικό και άλλα για τριάντα μέρες. Όση είναι η σύντομη ζωή του. Εγώ θα το δω από μια άλλη ματιά πιο ρομαντική, ποιητική θα έλεγα και θα σταθώ στο τέλος αυτού του πραγματικού συμβόλου των εορταστικών ημερών που πέρασαν.

    Τώρα βρίσκεται πεταμένο δίπλα στον κάδο των απορριμμάτων. Εκεί κάτω στο πλακόστρωτο του πεζοδρομίου στο κρύο και στην περιφρόνηση άχρηστο πια. Και πάντα ξαπλωμένο. Ποτέ όρθιο, αυτό το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που στόλισε τα σπίτια μας όλες αυτές τις μέρες. Θαρρείς και ο θάνατός του δε μπορούσε να το βρει όρθιο. Αλλά πάντα το τέλος σημαίνει πτώση, ισοπέδωση, εκμηδένιση. Το θέαμα αυτό, το συναντάμε σε κάθε γωνιά της γειτονιάς μας, σε κάθε χώρο συγκέντρωσης αχρήστων.

    Κάποτε το δέντρο αυτό είχε ζωή. Ήταν καταπράσινο και στεκόταν πάνω σε κάποια βουνοκορφή, γεμάτο περηφάνια κι ομορφιά, στολίζοντας την απέραντη φύση με το ωραίο του παράστημα, το σχήμα του, το λεπτό του φύλλωμα , που πάνω του ξεκουραζόταν οι πρωινές δροσοσταλίδες.

    Η μέχρι τώρα ζωή του θάταν δε θάταν τεσσάρων πέντε ετών και στο διάστη μα αυτό, είχε την τύχη να δει τόσες και τόσες αυγές κι ανατολές, να χαϊδευτεί με τον αέρα, να ξεμουδιάσει στον ήλιο. Άκουγε από μακριά τον αχό της πόλης και του χωριού, χωρίς να ξέρει ότι θάρθει μια ώρα που τις τελευταίες του μέρες θα τις περνούσε μέσα σ’ ένα σπίτι, στη ζέστη μεν, αλλά τόσο κοντά στο θάνατό του. Κι ας είχε δώσει όλο το οξυγόνο του, την ομορφιά του, για ποιόν;

    Φυσικά για το δολοφόνο του και την παράδοση. Το ήξερε ότι θα κατέληγε εκεί.

    Αλλά τουλάχιστο οι τελευταίες μέρες του θάταν καλές. Του το χρωστούσε η ζωή σαν ύστερη επιθυμία. Και θα έβλεπε πολλά ακόμη καθώς θάταν στολισμένο με τις χρυσές μπάλες και τα φωτάκια του. Θα προσπαθούσαν να ομορφύνουν τις τελευταίες μέρες του, όσο ήταν ακόμη πράσινο και χλωρό.

    Μπορεί ακόμη ν’ άκουγε κανένα τραγούδι χριστουγεννιάτικο , ή ένα χαρούμενο γέλιο ή να ένιωθε ένα τρυφερό φιλί, ένα δάκρυ. Μπορούσε ακόμη να βλέπει. Είχε το δικαίωμα να ζει έστω και ψεύτικα μέχρι να ξεστολιστεί. Η φύση το είχε προικίσει να αισθάνεται όσο ήταν χλωρό και πράσινο, ακόμη και χωρίς τις ρίζες του. Εκείνο, γνώριζε πόσο ακόμη θα ζούσε. Έβλεπε κάθε στιγμή τους ανθρώπους και τους μελετούσε σ’ όλες τις αδυναμίες τους και τις μικροχαρές τους. Μόνο τα ορθάνοιχτα μάτια ενός μωρού παιδιού δε θα ξεχνούσε καθώς το κοίταζαν απορημένα. Αυτό μπορούσε να τ’ αγαπήσει.

    Ήταν μωρό μια στάλα. Αθώο κι ανήμπορο σαν το ίδιο το δέντρο. Καλύτερα να ερχόταν το τέλος, μ’ αυτήν την εικόνα της αθωότητας, σκέφτηκε. Κι αυτή θα έπαιρνε μαζί του για συντροφιά, στο μεγάλο ταξίδι της επιστροφής στη Γη που το γέννησε. Χρησίμευσε σε κάτι όμως, όσο κι αν ήταν σύντομη, πολύ σύντομη

    η ζωή του. Γέμισε και στόλισε μια γωνιά ενός σπιτιού και ένιωσε τα μάτια ενός μωρού παιδιού να το κοιτάζουν διάπλατα ανοιγμένα, θαμπωμένα από τη λάμψη και την ομορφιά του την επιθανάτια.

    Ευτυχώς, όταν θα το πετάξουν στο δρόμο εκείνο το κρύο πρωί, το παιδάκι θα κοιμάται και δε θα καταλάβει τον αποχαιρετισμό του. Ευτυχώς, γιατί θα είναι άσχημο τώρα χωρίς τα στολίδια του και ξερό.

    Κι όμως θα προλάβει να πει << και του χρόνου >>. Η αρχή του νέου χρόνου, σήμαινε το δικό του τέλος. Στο πεζοδρόμιο τώρα πεταμένο, πεσμένο στο πλάι. Στο αδιάφορο βλέμμα του διαβάτη, στο κρύο τσιμέντο, είχε τελειώσει τη λίγη, τη μικρή ζωή του εδώ.

    ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, εκπρόσωπος του wif.gr.


    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ

    Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΩΡΕΩΝ ΣΤΗΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΤΟΥΣ ΡΟΛΟΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΠΟΧΕΣ

    // 4.471 Comments »

    Οι βιβλιοθήκες αποτελούν σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα της επικοινωνίας των ανθρώπων. Στα παλιά χρόνια, η γνώση καταγραφόταν στο μυαλό ατόμων που γινόταν κατά κάποιο τρόπο οι θεματοφύλακές της και οι γέφυρες μετάδοσής της από τη μια γενιά στην άλλη, ή ανάμεσα σε αυτούς που γεννούσαν τις ιδέες από τη μια μεριά, και σε αυτούς που είχαν ανάγκη από την άλλη.

    Το ποσό των πληροφοριών, που μπορεί να περάσει με τον τρόπο αυτό, είναι περιορισμένο. Η κοινωνία άρχισε να προχωρά, όταν οι διαφόρων ειδών πληροφορίες άρχισαν να καταγράφονται σε μορφές σχετικής διάρκειας και θα μπορούσαν έτσι να αντικαταστήσουν τον ζωντανό «σοφό άνθρωπο». Η καταγραμμένη γνώση άρχισε να συγκεντρώνεται και να φυλάγεται με φροντίδα. Αντί για την ατομική αποθήκευση των γνώσεων, έχουμε τώρα την συλλογική αποθήκη. Αντί για τον ζωντανό σοφό άνθρωπο, έχουμε την βιβλιοθήκη. Οι βιβλιοθήκες, επομένως, είναι η συλλογική μορφή της κοινωνίας. Όσο οι γνώσεις με το πέρασμα του χρόνου πολλαπλασιάζονταν, τόσο η αξία των βιβλιοθηκών μεγάλωνε. Στις μέρες μας, η ποσότητα των επιστημονικών πληροφοριών είναι τόση, ώστε κανένας επιστήμονας δεν μπορεί πια να παρακολουθήσει ούτε ένα ελάχιστο κλάσμα τους. Είναι φανερό λοιπόν ότι ο ρόλος της βιβλιοθήκης είναι τόσο σημαντικός, ώστε μπορούμε να πούμε ότι μια κοινωνία σήμερα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς βιβλιοθήκες.

    Η πολιτιστική δύναμη του βιβλίου, της βιβλιοθήκης, της μόρφωσης είναι στενά δεμένη με την μορφή και την πορεία της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ανάπτυξης κάθε χώρας. Και αλάνθαστα κριτήρια του πολιτισμού της είναι οι βιβλιοθήκες και τα βιβλία τους. Η πρόοδος της ανθρωπότητας, η αλματική εξέλιξη σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, τα παγκόσμια σύγχρονα γεγονότα επιβάλλουν στον άνθρωπο μια συνεχή ενημέρωση και ανανέωση των παλιών γνώσεών του, για να υπάρξει δημιουργικά ή έστω ομαλά μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει την κάθε εποχή σε όλο της το φάσμα. Καταγράφει σε συνέχεια την ανθρώπινη ιστορία και δένει αλυσιδωτά τις γνώσεις της μιας με την άλλη εποχή, διατηρώντας την συνοχή της ανθρώπινης συνείδησης. Αλλά, όχι μόνο αυτό. Το να επιστρέφει κανένας και να γνωρίζει το παρελθόν του ανθρώπου και την εξέλιξή του, δίνει έκταση και βάθος στην μόρφωσή του. Για τον λόγο αυτό, οι παλιές εκδόσεις, και όχι μόνο η σύγχρονη και τρέχουσα πληροφόρηση, είναι υψίστης σημασίας για τη διατήρηση της πνευματικής προσωπικότητας, για το γεφύρωμα του παρελθόντος με το παρόν και για την διαμόρφωση του μέλλοντος. Η καταγραμμένη κληρονομιά, όπως αυτή αντιπροσωπεύεται και εκφράζεται μέσα από τις σελίδες μιας παλιάς, ή ακόμη περισσότερο, σπάνιας έκδοσης, αποτελεί το κύριο μέρος της μνήμης των ανθρώπων και αντανακλά στην ποικιλία των ανθρώπων, των γλωσσών και των πολιτισμών.

    Προσπαθώντας να αναζητήσουμε τις απαρχές της συγκρότησης και της δημιουργίας μιας βιβλιοθήκης, είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε στην αρχαιότητα, στην ελληνιστική, βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο και να αναπλάσουμε, μέσα από γραπτές πηγές που έχουν διασωθεί, τον ρόλο των δωρεών στην επίτευξη του σκοπού αυτού.

    Η πρώτη βιβλιοθήκη που δημιουργήθηκε αποκλειστικά από δωρεά ήταν η γνωστή και φημισμένη Βιβλιοθήκη του Λυκείου του Αριστοτέλη, η οποία αποτέλεσε αργότερα στην ελληνιστική εποχή τον βασικό πυρήνα της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας επί εποχής Πτολεμαίων. Το στοιχείο, όμως, της δωρεάς γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην ελληνιστική εποχή σε μια κατηγορίας βιβλιοθηκών, στις Βιβλιοθήκες των Γυμνασίων. Μια τέτοια βιβλιοθήκη ήταν, σύμφωνα με τον Παυσανία, το Πτολεμαίον στην Αθήνα, το οποίο μαρτυρείται και από τον Κικέρωνα. Επρόκειτο για μια δωρεά ενός αιγυπτίου βασιλιά, ο οποίος πιθανώς να ήταν ο Πτολεμαίος Στ΄ ο φιλομήτωρ. Από επιγραφές του 2ου – 1ου αιώνα π.Χ. γνωρίζουμε ότι μεταξύ των βιβλίων που συγκεντρώνονταν με τον τρόπο αυτό, αντιπροσωπεύονταν έργα του Ευριπίδη και η Ηλιάδα του Ομήρου. Στον Πειραιά, στο επίνειο της Αθήνας, βρέθηκε ένα μεγαλύτερο απόσπασμα επιγραφής από την εποχή γύρω στα 100 π.Χ., το οποίο παρασταίνει το τμήμα ενός καταλόγου βιβλίων. Φυσικά εδώ δεν πρόκειται για έναν κατάλογο με την σύγχρονη έννοια προς υπόδειξη και ανεύρεση των βιβλίων σε μια βιβλιοθήκη, αλλά καθ’ όλα τα φαινόμενα, πρόκειται για ένα ντοκουμέντο δωρεάς που είχε επικολληθεί στο κτίριο της βιβλιοθήκης. Παρόμοια αποσπάσματα επιγραφών που μαρτυρούν δωρεές για την δημιουργία Γυμνασιακών Βιβλιοθηκών την ελληνιστική περίοδο έχουμε στην Ρόδο, την Κω, όπου στην τελευταία κάποιος Διοκλής μαζί με τον γιο του τον Απολλόδωρο δώρισαν τον χώρο της βιβλιοθήκης και 100 βιβλία, ενώ άλλοι άντρες, ονομαστικά αναφερόμενοι, συμμετείχαν με δωρεές χρημάτων και βιβλίων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός πλούσιου γιατρού, του Ηράκλειτου από τη Ροδιάπολη της Λυκίας, τον οποίο μια τιμητική επιγραφή τον χαρακτήριζε με τον τίτλο ΄΄Όμηρος της ιατρικής ποίησης΄΄. Αυτός δώρισε αντίγραφα των έργων του όχι μονάχα στην γενέτειρά του, αλλά και στην Αλεξάνδρεια, στην Ρόδο και στην Αθήνα. Ασφαλώς τα βιβλία αυτά είχαν εισαχθεί κατόπιν εκεί και στις δημόσιες βιβλιοθήκες. Και όλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι συμβαίνουν σε μια εποχή όπου οι Βιβλιοθήκες των Γυμνασίων ήταν εξοπλισμένες με τόσο καλά αποθέματα βιβλίων, ώστε να επαρκούν και στις απαιτήσεις μιας πανεπιστημιακής διδασκαλίας και επιπλέον βρίσκονταν κάτω από μια ανώτερη κρατική εποπτεία.

    Περνώντας στην βυζαντινή εποχή, ένας μεγάλος ευεργέτης της μεγάλης βιβλιοθήκης της Κωνσταντινούπολης ήταν ο ειδωλολάτρης αυτοκράτορας Ιουλιανός, ο οποίος το 361/2 μ.Χ. δώρισε στην βιβλιοθήκη όχι μόνο βιβλία, αλλά της χάρισε και ένα καινούριο κτίριο. Γενικά, πρέπει να αναφερθεί ότι στην βυζαντινή εποχή οι εκπρόσωποι της πολιτικής εξουσίας – αυτοκράτορες και ηγετικά κρατικά στελέχη – χρησιμοποιούσαν πολυτελή αντίτυπα βιβλίων ως μέσο επίδειξης του εαυτού τους και, με την βοήθεια των οικονομικών τους μέσων, δρούσαν ως χορηγοί Μοναστηριακών Βιβλιοθηκών, συμβάλλοντας, όπως πίστευαν, στην σωτηρία της ψυχής τους. Στο σημείο αυτό, είναι απαραίτητη η αναφορά στον Θεόδωρο Μετοχίτη, βυζαντινό αξιωματούχο, πανεπιστήμονα και συγγραφέα του 13ου – 14ου μ.Χ. αιώνα από τη Νίκαια της Βιθυνίας, ο οποίος την σπουδαία ιδιωτική βιβλιοθήκη του, που μπόρεσε να διασώσει και την οποία αγαπούσε τόσο, την κληροδότησε στη μονή της Χώρας, ως πολιτιστική δωρεά στις επερχόμενες γενεές, όπως εξηγεί σε μια επιστολή προς τους μοναχούς. Ενεργούσε όπως ένας καθηγητής της εποχής μας που αφήνει την πολύτιμη εξειδικευμένη βιβλιοθήκη του σε μια Ακαδημία των Επιστημών για να την διασώσει από την διασκόρπιση και την διάλυση.

    Στην χώρας μας, η πνευματική ιστορία και οι προσπάθειες να διατηρηθούν και να δημιουργηθούν βιβλιοθήκες αρχίζει στις αρχές του 13ου αιώνα. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τα μοναστήρια έσωσαν πολύτιμα ελληνικά, εκκλησιαστικά και κλασικά βιβλία. Και η αντιγραφή παλαιών χειρογράφων από μορφωμένους μοναχούς, συνεχιζόταν αδιάκοπα. Έτσι, δημιουργήθηκε μια πλούσια πνευματική κληρονομιά που βοήθησε την παιδεία να μπει στην υπηρεσία του ελληνικού πάθους για ελευθερία και ανεξαρτησία. Μεγάλη ήταν και η συμβολή των πνευματικών ανθρώπων στον αγώνα του υπόδουλου ελληνισμού. Οι ελληνικές βιβλιοθήκες κατόρθωσαν να σώσουν την ελληνική παιδεία με το να συγκεντρώνουν και να φυλάγουν ολοένα και πιο πολλά βιβλία από τις προσφορές των Ελλήνων του εξωτερικού και τις συλλογές που έστελναν οι έμποροι ή οι λόγιοι των παροικιών. Κάθε μοναστήρι, κάθε ναός και κάθε κοινότητα είχε και την βιβλιοθήκη της.

    Η δημιουργία ελληνικού κράτους υπήρξε η κορυφαία στιγμή της ιστορίας του νεότερου ελληνισμού. Το νέο κράτος, μικρό σε έκταση, με σαθρή και εξαρτώμενη οικονομία, και με αμφισβητούμενη πολιτική ανεξαρτησία εμφανιζόταν αδύναμο να επιβιώσει. Η Αθήνα εκηρύχθη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους στις 13 Δεκεμβρίου 1833. Για όλους η πρωτεύουσα του νέου κράτους είχε αποκτήσει μια μεταφυσική σχεδόν διάσταση και ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια πόλη.

    Η Αθήνα, λειτούργησε ως ο δίαυλος που συνέδεε την ελληνική ομογένεια με ένα ένδοξο παρελθόν, με μια εποχή ελευθερίας, αξιοπρέπειας και υψηλού πολιτισμού.

    Αποτέλεσε σημείο αναφοράς της εθνικής ελευθερίας και πηγή υπερηφάνειας.

    Ήταν η έκφραση του ελεύθερου ελληνικού κράτους που η παρουσία και λειτουργία του καθιστούσε τους απανταχού Έλληνες πλέον πολίτες, τους νομιμοποιούσε στο παρόν και τους έκανε να μην νοιώθουν πλέον ανέστιοι πρόσφυγες.

    Την οικονομική ανεπάρκεια του νέου κράτους ανέλαβαν κατά ένα σημαντικό μέρος να καλύψουν ιδιώτες, ελληνικής καταγωγής και κυρίως ελληνικής συνείδησης, εγκατεστημένοι σε περιοχές του ευρύτερου ελληνικού ιστορικού χώρου ή σε παροικίες του εξωτερικού, οι οποίοι διέθεσαν μέρος ή ολόκληρη την περιουσία τους για τις εθνικές ανάγκες. Έτσι, η πόλη αυτή περισσότερο από κάθε άλλη, εισέπραξε τις πλούσιες ευεργεσίες των πλουσίων αποδήμων, που με τις χορηγίες τους την προικοδότησαν με σύγχρονα για την εποχή δημόσια κτίρια, εντός των οποίων συγκαταλέγεται και η Εθνική Βιβλιοθήκη, η οποία δημιουργήθηκε χάρη στην γενναία προσφορά των αδελφών Μαρή, Παναγή και Ανδρέα Βαλλιανού το 1885. Καθώς η αρχική δωρεά των 2.500.000 δρχ. απεδείχθη ανεπαρκής, οι Βαλλιάνοι προσέφεραν στην συνέχεια άλλες 300.000 δρχ. Το 1902 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες και η Βιβλιοθήκη λειτούργησε το 1903.

    Αξίζει να κλείσουμε την σύντομη αυτή ιστορική αναδρομή, με τα λόγια που έγραφε από το Παρίσι ο Αδαμάντιος Κοραής: «Θέλετε να ευδοκιμήσει το σχολείον σας; Πρέπει ν’ αρχίσετε από το να καταστήσετε Βιβλιοθήκην καλήν και πλούσιαν, ανάγκη δεν είναι να κάμετε παρευθύς τοιαύτην, ανάγκη όμως είναι ν’ αρχίσετε».

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Ø Blanck, Horst, Το Βιβλίο στην αρχαιότητα, με 121 εικόνες και σχέδια, Αθήνα, Δημ. Ν. Παπαδήμας, 1994.

    Ø Δαράκη, Πέπη, Λαϊκές βιβλιοθήκες, Αθήνα, Εκδόσεις Gutenberg, 1986.

    Ø Hunger, Herbert, Ο Κόσμος του βυζαντινού βιβλίου, γραφή και ανάγνωση στο Βυζάντιο, Αθήνα, Μ. Καρδαμίτσα, 1995.

    Ø Σκανδάλη, Αλκμήνη Α., Περιγραφική καταλογογράφηση, κανόνες και εφαρμογές, Αθήνα, Ι. Γ. Βασιλείου, 1993.

    Ø Σκεπαστιανού, Μαρία Γ., Διατήρηση τεκμηρίων βιβλιοθηκών και αρχείων, Θεσσαλονίκη, Τυποφιλία, 1998.

    Ελένη Σεμερτζιδου

    Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου

    Εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΔΙΑΝΟΗΣΗ

    ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ

    12 Δεκεμβρίου 2010 // 1.679 Comments »


    Ποιος το ‘λεγε ότι στην Ελλάδα του εικοστού πρώτου αιώνα, θα έρχονταν τόσο δύσκολες εποχές, που θα απειλούσαν όχι μόνο την καθημερινότητα αλλά και το μέλλον των νέων πολιτών αυτής της χώρας.

    Είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς το μέγεθος του οικονομικού – ως εκ τούτου κοινωνικού – προβλήματος, και να κατανοήσει τον τρόπο της ζωής του τα επόμενα -15 κατά τις προβλέψεις – χρόνια.

    Ο κόσμος είχε προσαρμοστεί στο μοντέλο της επάρκειας και αυτός ο τρόπος ζωής που ακολουθούσε, τώρα ανατρέπεται.

    Οι νέοι που πλούτιζαν τις γνώσεις τους με τα φροντιστήρια, στρεβλά κατά τη γνώμη μου, τώρα είναι αναγκασμένοι χωρίς τέτοιου είδους εφόδια να τα βγάλουν πέρα.

    Οι μισθωτοί που απολάμβαναν ένα είδος εφησυχασμού, τώρα ανησυχούν για το τι «μέλλει γενέσθαι», βλέποντας τα εισοδήματά τους να μειώνονται.

    Οι συνταξιούχοι που το ανεπαρκές εισόδημά τους πάντοτε ήτανε λίγο, βλέπουν με ιδιαίτερη ανησυχία τα όσα συμβαίνουν.

    Και βέβαια, μια μερίδα του πληθυσμού, που πάντοτε ζούσε στα όρια, καταρρέει.

    Δεν είμαι ούτε οικονομολόγος ούτε πολιτικός για να προτείνω με βεβαιότητα λύσεις.

    Όμως, σαν απλός σκεπτόμενος άνθρωπος, βλέπω ότι οι κατευθύνσεις που πρέπει να αλλάξουν σ’ αυτήν την πορεία, είναι εν πολλοίς δομικές.

    Ένα άλλο σύστημα παιδείας. Ένα άλλο σύστημα διανομής του εισοδήματος και βέβαια ένα ριζικά διαφορετικό κοινωνικό κράτος.

    Αλλά η πιο ουσιαστική δομική αλλαγή, είναι αυτή που πρέπει να διακατέχει τον κάθε πολίτη, ώστε σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο, να περιορίσει τις δαπάνες διαβίωσης, στον βαθμό που είναι αναγκαίες και να μην συμμερίζεται άλλες εποχές.

    Με την μείωση της κατανάλωσης και περιορισμό στα αναγκαία, πράγμα που είναι αναπόφευκτο, θα μπορέσει να πετύχει ένα μίνιμουμ διαβίωσης χωρίς απογοητεύσεις, και το κυριότερο, θα μπορέσει να ευθυγραμμιστεί σε μια λιτότητα, που όπως είπαμε και στην αρχή προβλέπεται ότι θα κρατήσει 15 χρόνια.

    Κουράγιο λοιπόν και υπευθυνότητα.

    ΣΟΛΕΓΓΑ, εκπρόσωπος του wif.gr

    Posted in ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ